• Αναζήτηση
  • ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

    Ο ανέραστος ερωτικός

    Μα είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ερωτικός συγγραφέας; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης που για χρόνια άκουγε για τον «κοσμοκαλόγερο», τον «φτωχούλη του Θεού», τον «κυρ Αλέξανδρο» και τον φανταζόταν ως έναν μονήρη αντιερωτικό γέροντα. Κι όμως είναι, απαντά ο ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης, ο οποίος ανθολόγησε πρόσφατα τον σκιαθίτη συγγραφέα συλλέγοντας σε έναν τόμο τα καλύτερα ερωτικά του διηγήματα. Ο ανθολόγος συλλέγει διηγήματα που οι ήρωές του κατακλύζονται από έρωτα. Αγαπούν και …

    Μα είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ερωτικός συγγραφέας; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης που για χρόνια άκουγε για τον «κοσμοκαλόγερο», τον «φτωχούλη του Θεού», τον «κυρ Αλέξανδρο» και τον φανταζόταν ως έναν μονήρη αντιερωτικό γέροντα. Κι όμως είναι, απαντά ο ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης, ο οποίος ανθολόγησε πρόσφατα τον σκιαθίτη συγγραφέα συλλέγοντας σε έναν τόμο τα καλύτερα ερωτικά του διηγήματα.

    Ο ανθολόγος συλλέγει διηγήματα που οι ήρωές του κατακλύζονται από έρωτα. Αγαπούν και αγαπώνται, είναι νέες γυναίκες θελκτικότατες, άνδρες που λιώνουν από αγάπη χωρίς ανταπόδοση, θηλυκά που περπατούν και τρίζουν τα σοκάκια, χήρες που σκορπούν πόθους ηδονής, άνδρες που μεθούν και τραγουδούν ερωτικά δίστιχα κάτω από τα παραθύρια γυναικών, νεαροί που ερωτεύονται μεγαλύτερές τους γυναίκες, ξαδέλφια που αγαπάνε ξαδέλφες τους κτλ.

    Πρόκειται για ένα ερωτικό σύμπαν που ελάχιστοι θέλησαν να ανιχνεύσουν ως ξεχωριστό πεδίο στη λογοτεχνία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Οι μελετητές του είχαν βεβαίως προσέξει τις αναφορές του στον έρωτα, κυρίως στα μυθιστορήματά του. Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος επισημαίνει τη «φυσικότητα και την αγριότητα του ερωτικού πάθους» στο μυθιστόρημα «Οι έμποροι των εθνών» και αποδίδει τη θέληση του Παπαδιαμάντη να ξεχωρίσει τον «αγαπητικό έρωτα της καθ΄ ημάς Ανατολής από το ερωτικό αυτοείδωλο της φραγκικής Δύσης» ( Ο άγονος έρωτας ή Desinit in piscem ).

    Ο Λάκης Προγκίδης θα μελετήσει τον ανείπωτο έρωτα του Μάχτου για την Αιμά, η οποία όμως αγαπάει τον απαγωγέα της, τον κακό Σκούντα, στο μυθιστόρημα Η Γυφτοπούλα ( Ερωτας, ανατολή, μυθιστόρημα ). Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη θα προσέξει και ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος καθώς θα προσπαθήσει να ξανασμιλέψει την προσωπογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη παρουσιάζοντας αθέατες πλευρές του έργου του, μεταξύ των οποίων και την ερωτική.

    Ο Χριστόφορος Λιοντάκης όμως θα πάει παραπέρα, θα μελετήσει και θα συλλέξει τον παγανιστικό Παπαδιαμάντη, τον Παπαδιαμάντη της πρόκλησης και του αισθησιασμού. Ενός αισθησιασμού που άλλοτε προκαλείται με υπαινικτικό τρόπο και αλλού προβάλλεται διθυραμβικά, όπως π.χ. στην περιγραφή των κοριτσιών: «Ητο ήδη δεκαεπταέτις, κ΄ εφαίνετο να είναι είκοσι ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώσει τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος-έρος». Η κόρη βγαίνει βόλτα και προκαλεί και μόνο διά της περιγραφής της ενδυμασίας της: «Μόλις εξήλθον της πολίχνης, και η κόρη έβγαλε την πόλκα της, ειπούσα ότι αισθάνεται ζέστην, κι έμεινε μόνον με το μεσοφούστανον, με το ολοβραχιόνιον υποκάμισον και με την λευκήν βαμβακερήν φανέλλαν. Τότε ανεδείχθη εξαισιώτερον το ραδινόν της μέσης, η χάρις του αναστήματος και το γλαφυρόν των κόλπων της. Υπό την λεπτήν φανέλλαν, όπου εφαίνονται ανατέλλουσαι οι σάρκες της, θα έλεγέ τις ότι είχεν αποταμιευμένα νεοδρεπή ωχρόλευκα κρίνα, με φλεβιζούσας αποχρώσεις λευκού ρόδου…» (από το διήγημα Θέροςέρος ).

    Οι ήρωες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι ένα ερωτικό σύμπαν με καλλίπυγες κορασίδες, μοναχικούς απέλπιδες ερωτευμένους ανελέητα, λαϊκές γυναί κες και παντού έρωτες που διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Εικόνες που δεν διαφέρουν από αυτές του σήμερα.

    Για χρόνια πολλά και για πολλούς ο Παπαδιαμάντης ήταν ένας λογοτέχνης «εκτός κλίματος». Θέλεις η σχολική χρήση του, θέλεις η άποψη ότι έχει δύσκολη γλώσσα ή η ταύτισή του με τα χριστουγεννιάτικα και πασχαλινά διηγήματα, τον έκαναν απωθητικό στις νεότερες γενιές. Γνωρίζω δεκάδες νέους που είναι πολύ καλοί γνώστες της αγγλοσαξονικής ή γαλλικής λογοτεχνίας και δεν έχουν διαβάσει ποτέ Παπαδιαμάντη ενώ αγνοούν την ύπαρξη λογοτεχνών όπως ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο Μιχαήλ Μητσάκης ή ο Δημοσθένης Βουτυράς.

    Στην απαξίωση του Παπαδιαμάντη συνέτεινε και η προσπάθεια να περιοριστεί, να μπει σε καλούπια και έτσι να αφυδατωθεί η πολυσημία του έργου του. Οι υπέρμαχοι της ελληνορθόδοξης παράδοσης τον ήθελαν αποκλειστικά «δικό» τους, έναν λογοτέχνη αφιερωμένο στον Θεό. Από την άλλη μεριά, οι διαφωτιστές/θετικιστές τον απαξίωναν θεωρώντας τον κακό λογοτέχνη. Εγραψαν ότι «ηθογραφεί τη ζωή χωρίς πάθος για τον άνθρωπο», ότι «η τεχνική του είναι απλή, μονότροπη και καταντά μονότονη», «τα πρόσωπα είναι θαμπά και ουδέτερα», «τα επίθετα φτωχά και συμβατικά… με ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία, ενώ κάποτε το σύνολο δεν απαρτίζεται παρά από μια περιγραφή».

    Πλαστό το φωτοστέφανο της αγιοσύνης

    Το σπίτι στη Σκιάθο όπου έζησε και πέθανε ο Παπαδιαμάντης

    Ο Χριστόφορος Λιοντάκης στη συλλογή αυτή μας παρουσιάζει μία από τις πολλές πλευρές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη η οποία σε μεγάλο βαθμό κυριαρχεί στα έργα του, που είναι ο ερωτικός Παπαδιαμάντης. Ο ανθολόγος στην εισαγωγή του θα παρατηρήσει ότι ο Παπαδιαμάντης από τα είκοσι δύο του χρόνια θα δώσει το στίγμα του ως μοναχικής προσωπικότητας με εκείνο το περίφημο ποίημα που απευθύνεται στη μάνα του και της λέει ότι ο ίδιος είναι ένα «σκοτεινό τρυγόνι»:

    «Μάνα μου, εγώ είμαι τ΄ άμοιρο το σκοτεινό τρυγόνι/όπου το δέρνει ο άνεμος βροχή που το πληγώνει».

    Θα ζήσει μια ζωή μακριά από τους λογοτεχνικούς κύκλους, με τη χειρωνακτική εργασία της μετάφρασης και κάνοντας παρέες με τους ανώνυμους πελάτες στα μπακάλικα-ταβέρνες της εποχής. Το φωτοστέφανο της αγιοσύνης είναι πλαστό, τονίζει ο Χριστόφορος Λιοντάκης, καθώς και πολλοί άλλοι μελετητές του Αλ. Παπαδιαμάντη, όπως ο Κ. Στεργιόπουλος, ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, η Ερη Σταυροπούλου κ.ά. Ο Χρ. Λιοντάκης χωρίζει τα ερωτικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη σε δύο βασικές κατηγορίες: σε εκείνα στα οποία εξιστορεί προσωπικές ερωτικές ιστορίες και σε εκείνα στα οποία περιγράφει ερωτικές ιστορίες άλλων.

    Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται ανάμεσα στα άλλα τα πολύ γνωστά « Ονειρο στο κύμα», « Ρόδινα ακρογιάλια», « Η φαρμακολύτρια», « Ολόγυρα στη λίμνη» και « Υπό την βασιλική δρυν». Εδώ ο Παπαδιαμάντης εμφανίζεται ρεμβάζων, νοσταλγός, ματαιωμένος και τα κείμενα αποπνέουν έναν βαθύτατο αισθησιασμό και ερωτισμό. «Οι περιγραφές του αποσπώνται από τον πεζό λόγο και περνούν στον χώρο της καθαρής ποίησης, ο Παπαδιαμάντης μεγαλύνει το ασήμαντο τιθασεύοντας το μεγαλειώδες», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ανθολόγος.

    Η δεύτερη κατηγορία των ερωτικών διηγημάτων που αναφέρονται σε ερωτικές περιπέτειες τρίτων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: α) Τα διηγήματα που αναφέρονται σε ερωτοχτυπημένους νεαρούς κυρίως που βασανίζονται από ανεκπλήρωτους έρωτες. Τέτοια είναι τα: « Για την περηφάνεια», « O έρωτας στα χιόνια», « Ερος- ήρως» και «Η νοσταλγός».

    β) Τα διηγήματα που αναφέρονται σε μια ερωτική περιπέτεια με ευτυχή κατάληξη και είναι ελάχιστα, μόνο τρία: « Η βλαχοπούλα», « Θέρος- έρος» και «Το καμίνι». γ) Σε αυτή την κατηγορία ο ανθολόγος εντάσσει τα διηγήματα όπου στο πλαίσιο μιας ερωτικής ιστορίας αναπτύσσεται κοινωνική κριτική, στηλιτεύονται οι κοινωνικές αδικίες, τα κοινωνικά αδιέξοδα, οι προλήψεις, κρίνονται αταίριαστοι ή περίεργοι γάμοι και γενικότερα υποχωρεί το ερωτικό- λυρικό στοιχείο και αναδεικνύονται η ειρωνεία, το χιούμορ και η κριτική διάθεση. Τέτοια διηγήματα είναι τα: « Οι κουκλοπαντριές», « Ο καλόγερος», « Το τυφλό σοκάκι», « Ο γάμος του Καραχμέτη», « Απόλαυσις στη γειτονιά», « Χωρίς στεφάνι» κτλ.

    Η πικρή αγάπη

    Ο Παπαδιαμάντης (αριστερά) και ο Βλαχογιάννης στην πλατεία Δεξαμενής στο Κολωνάκι τον χειμώνα του 1908

    Η ίδια η ζωή του Παπαδιαμάντη τον οδήγησε να κατατρύχεται και να βασανίζεται από πάθη. Είναι ένας «πάσχων αμαρτωλός». Και αυτό είναι απόλυτα φανερό στα διηγήματά του όπου ο έρωτας είναι πάσχων και συνήθως ανεκπλήρωτος. Ο Κώστας Στεργιόπουλος μελετώντας τη Φαρμακολύτρια, διήγημα στο οποίο πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, επεσήμανε το πάθος του Παπαδιαμάντη, ένα πάθος από το οποίο δεν θέλει να θεραπευτεί. Ο ήρωας καταφεύγει στον ναό της Αγίας Αναστασίας της «Φαρμακολύτριας», για την οποία λεγόταν ότι αν έζωνε κάποιος τον ναό της επτά φορές με σκοινί από γνήσιο κερί θα μπορούσε να λυτρωθεί από τα μάγια του έρωτος: «Εβδομηντάκις επτά θα είχον τώρα ανάγκη να περιζώσω τον ναόν της Αγίας Αναστασίας. Τοσάκις είχε περιεζωσμένην την καρδίαν μου η άκανθα της πικράς αγάπης, τοσάκις την είχε περισφίγξει το ερπετόν πάθος… Ευλαβούμην την Αγίαν, ησχυνόμην να ομολογήσω προς εμαυτόν ότι ήμην, οψέ ήδη της ηλικίας, λεία του πάθους και έρμαιον». Οταν στο τέλος η αγία δεν κάνει το θαύμα της, ο πρωταγωνιστής θα αναφωνήσει: «Εξύπνησα. Εσηκώθην και έφυγα. Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχε εισακούσει την δέησίν μου».

    Βιβλία
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk