Κάτι παραπάνω από έκπληξη αποτελεί η τελευταία ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη «4 μαύρα κουστούμια» (2010) στην οποία πρωταγωνιστεί ο ίδιος δίπλα στους εξαιρετικούς Γιάννη Ζουγανέλη,Τάκη Σπυριδάκη και Αλκη Παναγιωτίδη.
Τα τέσσερα «κουστούμια» του τίτλου είναι τέσσερα «κοράκια» που σε μια ύστατη προσπάθεια να «τα πιάσουν» δέχονται να μεταφέρουν τη σορό ενός έλληνα του εξωτερικού (Κόστα Ρίκα) από το λιμάνι του Πειραιά στα Λεύκτρα της Βοιωτίας. Υπάρχει όμως ένας όρος σύμφωνα με τον μπαγαπόντη δικηγόρο που τους έδωσε τη δουλειά ( Δημήτρης Πουλικάκος, εγγύηση): η μεταφορά πρέπει να γίνει περπατώντας. Αυτό θα σημάνει ένα μοναδικό ταξίδι απρόοπτων περιστατικών, με σκοτεινές αναμνήσεις που ξαναζωντανεύουν και τέσσερις αξέχαστους τύπους που δίνουν ρυθμό και φτιάχνουν κλίμα.
Κάθε κοράκι είναι μια πτυχή του Νεοέλληνα και ενίοτε σκεφτόμουν μήπως ο «βαψομαλλιάς» μέσα στο φέρετρο είναι τελικά η ίδια η Ελλάδα. Ισως όχι, στα τέσσερα κοράκια πάντως συναντάμε κάπου τον εαυτό μας: τον «ξερόλα» αλογομούρη που θέλει ντε και καλά να είναι ηγέτης αλλά δεν ξέρει πού πάν΄ τα τέσσερα (Χαραλαμπίδης), τον κατά φαντασίαν ηθοποιό ο οποίος δεν μπορεί να γίνει το «κάτι άλλο» που θέλει και ανεβάζει «Αμλετ» για άδεια καθίσματα (Ζουγανέλης), τον πρώην φυλακισμένο που έχει βρει μέσα του τη γαλήνη (Σπυριδάκης) αλλά και τον αλκοολικό (ο μόνος… επαγγελματίας νεκροθάφτης από τους τέσσερις) που κρύβει μέσα του βαθύ, βουβό πόνο (Παναγιωτίδης).
Τι θα μπορούσαν όλοι αυτοί οι τύποι να κουβαλούν αν όχι το πτώμα της ίδιας της Ελλάδας; Οπως και να έχει, αγάπησα το ρομαντικό ημισουρεαλιστικό ταξίδι τους, την παιδική τρέλα τους, τα καλογραμμένα και ποτέ χυδαία καλαμπούρια τους, τον γουέστερν σκοπό που έγραψε ο ίδιος ο Χαραλαμπίδης κοπιάροντας με σεβασμό το είδωλό του, τον Ενιο Μορικόνε . Τα «Κουστούμια», άλλωστε, δεν ντρέπονται για τις επιρροές τους – αντιθέτως, υποκλίνονται σε αυτές (από τον Τζιμ Τζάρμους ως τον Κουέντιν Ταραντίνο ). Είναι μια γνήσια παρεΐστικη ταινία με τεράστια αποθέματα ευαισθησίας, σκηνές πραγματικής έμπνευσης και- όσο παράξενο και αν ακουστεί (αφού την υπογράφει ο Ρένος Χαραλαμπίδης) – χωρίς ίχνος ναρκισισμού.
Δ εν είχαν χώρο να παίξουν και ο μόνος τρόπος για να βρουν λύση στο πρόβλημα ήταν να απευθυνθούν στον δήμαρχο. Τέσσερα παιδιά από την Πάτρα, ηλικίας 9-13 ετών, αποφασισμένα να δώσουν μάχη για να διεκδικήσουν αυτό που τους ανήκει. Το παιχνίδι. Τη ζωή.
Ηιστορία τους έγινε το θέμα του ντοκυμαντέρ της Αγγελης Ανδρικοπούλου και του Αργύρη Τσεπελίκα «Τα παιδία δεν παίζει» (2010) και το αποτέλεσμα απροσδόκητη έκπληξη στον χώρο του ελληνικού ντοκυμαντέρ, έτοιμο να συναρπάσει θεατές κάθε ηλικίας. Η κάμερα των δύο νεαρών σκηνοθετών «συλλέγει» ολοζώντανες σκηνές καθημερινότητας. Και τις ρουφάμε αχόρταγα. Οι αψιμαχίες με τους γείτονες. Οι συνθήκες στο σπίτι του κάθε παιδιού. Το πείσμα τους. Ο τσαμπουκάς, το θράσος, το θάρρος και η υπομονή τους. Οι μικροανταγωνισμοί ανάμεσά στις δύο κοπέλες για το ποια είναι η αρχηγός (τα αγόρια είναι «στρατιώτες» που απλώς ακολουθούν).
Η Χρύσα, η Αλεξάνδρα, ο Χρήστος και ο Βλαντ δεν είναι απλώς οι τέσσερις πρωταγωνιστές ενός ντοκυμαντέρ. Είναι γνήσιοι ήρωες μιας Ελλάδας που δεν έχει ξεχάσει να μάχεται. Θέλουν να ζήσουν σαν παραδοσιακά παιδιά.
« Μπαίνεις στο Ιnternet από τις 12 το πρωί και παίζεις “call of duty” » λέει η 13χρονη Χρύσα. « Και τι έχεις κερδίσει; Ενα τίποτα.Ενω αν παίξεις μπάλα…έχει φάση. Τσακώνεσαι, βάζεις γκολ, χαίρεσαι λυπάσαι, κερδίζεις, αθλείσαι. Τι Ιnternet και αηδίες; ».
Ανάμεσα στις φωνές και στους τσακωμούς, η ελπίδα σταθερή φλόγα. Και αυτό τελικά έχει σημασία. Τα παιδιά οργανώθηκαν (όσο μπορούν να οργανωθούν τέσσερα μικρά παιδιά) και κατάφεραν να χτυπήσουν την πόρτα του δημάρχου ξεπερνώντας τη μάστιγα της γραφειοκρατίας που τα έστελνε από το ένα γραφείο στο άλλο. Η συνάντηση με τον δήμαρχο πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2009 και το αίτημά τους για παραχώρηση ενός εγκαταλειμμένου οικοπέδου που δεν χρησιμοποιείται από κανέναν προχώρησε.
Μπράβο στα παιδιά που δεν το έβαλαν κάτω και μπράβο στους δύο σκηνοθέτες που έβαλαν το ελληνικό ντοκυμαντέρ ένα σκαλί παραπάνω από το σημείο στο οποίο βρισκόταν. Η τελευταία φορά που θυμάμαι να ένιωσα τόσο μεγάλη συγκίνηση και ψυχική ανάταση με ελληνικό ντοκυμαντέρ ήταν με την «Αγέλαστο πέτρα» του Φίλιππου Κουτσαφτή. Πριν από δέκα χρόνια.
Βενσάν Κασέλ α λα βραζιλιάνικα
Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα, σύμφωνα με την παλιά λαϊκή ρήση, η οποία επανέρχεται στο βραζιλιάνικο μελόδραμα «Οταν έρχονται τα σύννεφα» («Αdrift», 2009) του Ετόρ Ντάλια (σε παραγωγή Φερνάντο Μεϊρέλες ). Το φιλμ παρακολουθεί τις καλοκαιρινές διακοπές μιας πενταμελούς οικογένειας σε κρίση. Ο πατέρας ( Βενσάν Κασέλ ) είναι συγγραφέας και λάτρης του ποδόγυρου, η μητέρα ( Ντέμπορα Μπλοχ ) πίνει περισσότερο από όσο θα έπρεπε και τα τρία παιδιά προσπαθούν μάταια να ακολουθήσουν τους ρυθμούς τους.
Το φόντο της ταινίας, μια ειδυλλιακή Βραζιλία της δεκαετίας του 1980 φωτογραφημένη στυλάτα από τον Ρικάρντο ντε λα Ρόσα, τα τέλεια πορτογαλικά του πάντα ενδιαφέροντος Κασέλ και η πηγαία ομορφιά της νεαρής Λάουρα Νέιβα (η μεγάλη κόρη και άξονας της ταινίας) είναι στοιχεία που τραβούν την προσοχή σε μια ταινία που ωστόσο δεν προσθέτει πολλά στο χιλιοειπωμένο θέμα της (στη φωτογραφία οι Κασέλ- Νέιβα).
Σκεπτόμενο «Αmerican pie»
Το «Νιάτα σ΄ έξαψη» («Υouth in revolt», ΗΠΑ, 2009) του Μιγκέλ Αρτέτα δεν είναι μια συνηθισμένη τινέιτζερ κομεντί, όπως εκ πρώτης δείχνει, αλλά κάτι σαν το «Αmerican pie του σκεπτόμενου θεατή». Παρασυρμένος από το ένστικτό του, ένας άχαρος έφηβος πεινασμένος για σεξ ( Μάικλ Σέρα στη φωτογραφία) ακολουθεί τα χνάρια της κοπέλας με την οποία είναι ερωτευμένος ( Πόρσια Νταμπλντεϊ ) και κάνει παράτολμα πράγματα προκειμένου να την κατακτήσει (ανάμεσα στα οποία και μια «εισβολή» στο γαλλικό σχολείο της, στην πιο αστεία σκηνή της ταινίας). Η δημιουργία ενός «σατανικού» alter ego του, ονόματι Φρανσουά, που καθοδηγεί τις ενδόμυχες επιθυμίες του, είναι ένα εύρημα που αξιοποιείται έξυπνα την ώρα που από μόνη της η ταινία μοιάζει με φόρο τιμής στις τρυφερές αισθηματικές κομεντί του Φρανσουά Τρυφό («Κλεμμένα φιλιά», «Η αγάπη το βάζει στα πόδια» κ.λπ.).
Ριψοκίνδυνος ακροβάτης
Ακριβώς έναν χρόνο μετά τη βράβευσή του με το Οσκαρ, το αμερικανο-βρετανικής παραγωγής ντοκυμαντέρ του Τζέιμς Μαρς «Σε τεντωμένο σχοινί» («Μan on wire», 2008) προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες. Το φιλμ παρακολουθεί την επιτυχημένη προσπάθεια του γάλλου ακροβάτη και ταχυδακτυλουργού των δρόμων Φιλίπ Πετίτ να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί τοποθετημένο ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Το παράτολμο εγχείρημα πραγματοποιήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1974 και το πώς ο Πετίτ μπόρεσε (με τη συνδρομή της παρέας του) να ξεγελάσει τους υπεύθυνους ασφαλείας των Πύργων και να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα δίνει το υλικό για τη δημιουργία αυτού του παράξενου ντοκυμαντέρ, το οποίο όμως, παρά το ενδιαφέρον θέμα και τις συναρπαστικές εικόνες πάνω στο «σχοινί του θανάτου», πάσχει από εσωστρέφεια και μονοτονία.
Οι βρικόλακες μπορεί να είναι κιτς
Θα πρέπει να έχεις τεράστια σιγουριά για τον εαυτό σου ώστε να γυρίσεις μια ταινία με βρικόλακες μέσα στη φούρια του «Λυκόφωτος» («Τwilight»), το οποίο έχει ανεβάσει πολύ ψηλά τον πήχη στον κινηματογράφο αυτού του είδους. Στο «2019: Η νέα φυλή» («Τhe daybreakers», ΗΠΑ, 2010) οι αδελφοί Μάικλ και Πίτερ Σπίριγκ προτίμησαν να ανακυκλώσουν χιλιοπειωμένα πράγματα με κιτς τρόπο και με μοναδικό εύρημα το γεγονός ότι η κοινωνία αποτελείται πλέον από βρικόλακες στους οποίους την εξαίρεση κάνουν οι αμόλυντοι άνθρωποι. Με ηγέτη τον Γουίλεμ Νταφόε (τι κρίμα για τον ηθοποιό), ένα γκρουπ επαναστατών που θυμίζουν τρομοκράτες αντιστέκεται στο κατεστημένο των βρικολάκων με βοηθό έναν βρικόλακα ( Ιθαν Χοκ – στη φωτογραφία)
ο οποίος «τρώγεται» από την ανθρώπινη πλευρά του. Θόρυβος, κάτασπρες οδοντοστοιχίες λερωμένες με αίμα, βιντεοκλιπίστικος ρυθμός- ό,τι πρέπει για βραδιά με DVD και πίτσα.
Βαρετός loser ροκάς και ικαριώτικο «μνημόσυνο»
Το «Τ4 Τrouble Αnd Τhe Self Αdmiration Society- Τhe music and life of Τerry Ρapadinas» του Δημήτρη Αθυρίδη πραγματεύεται τον ασυμβίβαστο ροκά Θόδωρο Παπαντίνα, ο οποίος πήρε την κατιούσα λόγω της αυτοκαταστροφικής διάθεσής του. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί. Ο 55άρης Παπαντίνας γκρινιάζει μπροστά στον φακό, κομπάζει για τις μοναδικές ικανότητές του (« δεν έπαιζα κιθάρα για τον Παύλο Σιδηρόπουλο· ο Σιδηρόπουλος τραγουδούσε για την κιθάρα μου»), ζητεί δανεικά, βρίζει τον αδελφό του που αδιαφορεί για την κατάντια του. Ενδεχομένως ο Παπαντίνας να είναι όντως ένας καλός παραγνωρισμένος μουσικός (ο Διονύσης Σαββόπουλος μιλά για αυτόν), αλλά δεν κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να με απασχολήσουν τα προβλήματά του. Αν ο Παπαντίνας ήταν η αφορμή για έναν γενικότερο σχολιασμό της ροκ σκηνής των 70s, η ταινία θα είχε κάποιο νόημα. Η «Νικαριά μου» του Σπύρου Τέσκου προσπαθεί να διερευνήσει τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης στην Ικαρία, μέσα από τη ζωή και τις καθημερινές ασχολίες κατοίκων του νησιού. Την αφορμή δίνει ένα έθιμο που ακολουθείται ακόμη και σήμερα στα χωριά του νησιού, το οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν Μνημόσυνο. Είναι το αποκορύφωμα της αγάπης, της αλληλεγγύης και της ισότητας, ακούμε στην ταινία. Η ιστορία του εθίμου, η διάρκειά του μέσα στον χρόνο και το γεγονός ότι, παρά τις αλλαγές των εποχών, εξακολουθεί να υφίσταται, είναι το υλικό μιας ταινίας που καταφέρνει να προκαλέσει την περιέργεια, χωρίς τη βοήθεια της off αφήγησης.



