Ημανιχαϊστική απλοποίηση που θέλει να συγκρούονται σήμερα στην Τουρκία οι δυνάμεις της κοσμικότητας με τις «ισλαμιστικές» απειλές επανέκαμψε τις ημέρες αυτές που η Τουρκία ζει μία από τις πιο κρίσιμες πολιτικές αναμετρήσεις της ιστορίας της. Η διαδήλωση των κεμαλιστών στην Αγκυρα το περασμένο Σάββατο έστρεψε την προσοχή μας στους στόχους που είχαν θέσει οι οργανωτές της: την «προστασία» του κοσμικού χαρακτήρα της Τουρκίας, συσκοτίζοντας την πιο σημαντική πλευρά του θέματος: την προσπάθεια εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων να εμποδίσουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της.

Οι εξωκοινοβουλευτικές αυτές δυνάμεις που συγκροτούνται μέσα από το κράτος (ομάδες στρατιωτικών, δικαστών, γραφειοκρατών της διοίκησης των πανεπιστημίων και η πελατεία τους) επιμένουν στο «δικαίωμά» τους να χειραγωγούν την πολιτική ζωή και την κοινωνία. Αν οι διαδηλωτές της Αγκυρας θεωρούν ότι η προεδρική εκλογή «απειλεί» τον «κοσμικό» χαρακτήρα του καθεστώτος, οι περισσότεροι Τούρκοι βλέπουν ότι η κατηγορία αυτή είναι απολύτως προσχηματική. Αυτό που απειλείται σήμερα είναι το μονοπώλιο στην εξουσία που ορισμένες ομάδες νόμισαν ότι μπορούν να εγκαταστήσουν στο όνομα του κοσμικού καθεστώτος και του Ατατούρκ. Η εκλογή του κ. Ερντογάν στην Προεδρία της Δημοκρατίας θα αλλάξει και συμβολικά τον συσχετισμό των δυνάμεων και θα διευρύνει τα όρια του συστήματος αγκαλιάζοντας στρώματα και δυνάμεις που έχουν σήμερα αποκλεισθεί από την εξουσία.

Για τον σκληρό πυρήνα των ιερουργών του ατατουρκισμού η ιδέα ότι στην κομβική για τη λειτουργία αυτού του συστήματος θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας θα εκλεγεί ένας τύπος από τις λαϊκές συνοικίες της Πόλης συνιστά ασφαλώς θανάσιμη απειλή. Αυτή την απειλή στο μονοπώλιο της δικής τους εξουσίας επιμένουν να παρουσιάζουν ως απειλή για τον κοσμικό χαρακτήρα του καθεστώτος και να δημιουργούν τεχνητούς φόβους. Ο «φόβος» ότι η υποψηφιότητα Ερντογάν συνιστά απειλή στον δυτικό προσανατολισμό για την «κοσμικότητα» του καθεστώτος είναι απολύτως ψευδεπίγραφος.

Και στα καθ΄ ημάς γνωρίσαμε παλαιότερα μια ανάλογη περίοδο ψευδεπίγραφων φόβων, τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» τη δεκαετία του ΄60, όταν το σύστημα που εγκαταστάθηκε στην εξουσία μετά τον εμφύλιο ηρνείτο να μοιραστεί την εξουσία με όλα τα άλλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Τα πέντε χρόνια της εξουσίας του κ. Ερντογάν και του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης δεν έδωσαν την παραμικρή ένδειξη ότι η μεταρρυθμιστική πολιτική του συνιστά «απειλή» για την κοσμικότητα του καθεστώτος. Το κόμμα του κ. Ερντογάν προώθησε όσο καμία προηγούμενη κυβέρνηση από το 1960 τις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ και έχει εξασφαλίσει ένα πλαίσιο που βασίζεται στην- αργά ή γρήγοραένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.

Απέναντι στο συγκεκριμένο αυτό έργο η αντι-ερντογανική παράταξη παραθέτει το σκοτεινό επεισόδιο της απόπειρας ποινικοποίησης της μοιχείας για να υποστηρίξει ότι πίσω από την ευρωπαϊκή στρατηγική υπάρχει πάντα η «κρυφή στρατηγική» του εξισλαμισμού της τουρκικής κοινωνίας.

Οι «ανησυχούντες» για τον εξισλαμισμό θα ήταν πειστικότεροι αν δεν έκρυβαν συστηματικά ότι η ιδέα της ποινικοποίησης της μοιχείας ήταν ένα από τα στρατηγήματα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Ντενίζ Μπαϊκάλ, ο οποίος προφανώς «παγίδευσε» την κοινοβουλευτική μηχανή του κυβερνητικού κόμματος. Μένει, τέλος, το θέμα του κεφαλομάντιλου. Αλλά το αν η γυναίκα του πρωθυπουργού ή του προέδρου καλύπτει με μαντίλι ή με καπέλο το κεφάλι της δεν έχει ασφαλώς να κάνει τίποτε με την κοσμικότητα του καθεστώτος, είναι προσωπική και αισθητική επιλογή. Στη σημερινή συγκυρία λειτουργεί ωστόσο και ως συμβολική επιβεβαίωση ότι η εξουσία αλλάζει χέρια. Για αυτό και το κεφαλομάντιλο γίνεται κάρφος στο μάτι αυτών που χάνουν το μονοπώλιο που κράτησαν με νύχια, με δόντια και με όπλα.

Για τους υπολοίπους πρέπει να είναι αυτονόητο ότι είναι καλύτερα να δούμε τον φακίολο της κυρίας Εμινέ Ερντογάν στο προεδρικό περίπτερο της Τσάνκαγια παρά τα φαιά πηλήκια των στρατιωτικών.