Πάνω από 845 δολάρια έφτασε η τιμή του χρυσού, καθώς το πολύτιμο μέταλλο αποτελεί παραδοσιακά ένα ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους κρίσεων, όπως η τωρινή, αλλά και όταν το δολάριο υποχωρεί. Ο χρυσός από την αρχή του χρόνου καταγράφει άνοδο υψηλότερη του 30%. Τους προηγούμενες μήνες σημειώθηκαν σημαντικές εισροές κεφαλαίων στα ειδικευμένα funds του χρυσού. Οι επενδυτές που ζητούσαν ασφάλεια έχουν αυξήσει τις θέσεις τους σε χρυσό μέσω των ΕΤFs, των οποίων οι εισροές έχουν αυξηθεί κατά 32,5% αυτή τη χρονιά αγγίζοντας τους 826 τόνους περίπου. Πάνω από το 50% των νέων τοποθετήσεων αυτής της χρονιάς στον χρυσό έγιναν μόνο τους τελευταίους δύο μήνες. Το προηγούμενο διάστημα οι ροές στα ΕΤFs χρυσού ήταν ιδιαίτερα αργές, όμως, όπως φαίνεται, οι επενδυτές επέστρεψαν στη στρατηγική της αγοράς και διακράτησης του πολύτιμου μετάλλου.

Το Cogo Wolf Global Strategy Fund τονίζει ότι προτιμά επενδύσεις στα hedge funds που επικεντρώνονται στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου του χρυσού, παρά στα ΕΤFs. Τα ΕΤFs χρυσού παρέχουν έκθεση μόνο στις μετοχές της μεγάλης κεφαλαιοποίησης και στο ίδιο το μέταλλο. Ο κ. Graham Βirch, διευθυντής των funds ΜL Gold και General Fund της ΒlackRock, σημειώνει ότι ως τον περασμένο Ιούλιο τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια που τοποθετούνται στον χρυσό είχαν μια ήσυχη χρονιά. Οταν ξέσπασε η πιστωτική κρίση, από τα μέσα του περασμένου Αυγούστου, οι επενδυτές άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η καταιγίδα μάλλον δεν θα είναι βραχυπρόθεσμο φαινόμενο, ειδικά όταν «βγήκαν» τα νέα για τη Νorthern Rock. Τότε η ΒlackRock παρατήρησε ότι γίνονταν μεγάλες εισροές κεφαλαίων στα funds χρυσού.

Ο κ. Βirch δηλώνει ότι τις τελευταίες έξι- οκτώ εβδομάδες οι εισροές στο fund χρυσού άγγιζαν το 1 εκατομμύριο δολάρια την ημέρα, με εξαίρεση την Παρασκευή 9 Νοεμβρίου οπότε η ημερήσια εισροή κεφαλαίων στον χρυσό άγγιξε τα 3 εκατομμύρια δολάρια. Τον περασμένο Σεπτέμβριο το fund σημείωνε μηνιαίες αποδόσεις της τάξεως του 26%. Οπως υποστηρίζει η ΒlackRock, το επενδυτικό ενδιαφέρον στα ΕΤFs χρυσού είναι μεγάλο από την αρχή της εισαγωγής τους στην αγορά, το 2003.