Με συντελεστή 10% φορολογούνται από τις 13 Δεκεμβρίου του 2007 (ημερομηνία κατάθεσης του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή) τα χρηματικά ποσά και τα κινητά περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτώνται από τους φορολογουμένους με γονική παροχή ή κληρονομιά, ενώ από την ίδια ημερομηνία ισχύουν τα νέα αφορολόγητα όρια και οι απαλλαγές για την αγορά πρώτης κατοικίας, καθώς και οι νέοι συντελεστές κληρονομιών και γονικών παροχών.
Αυτό προβλέπεται σε διευκρινιστική εγκύκλιο την οποία έδωσε χθες στη δημοσιότητα ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Αντ. Μπέζας αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 1-4 του σχεδίου νόμου «Κατάργηση φόρου κληρονομιών και γονικών παροχώνΑπαλλαγή πρώτης κατοικίας- Ενιαίο τέλος ακινήτων- Αντιμετώπιση λαθρεμπορίου και λοιπές διατάξεις».
Σημειώνεται ότι με βάση τις προηγούμενες διατάξεις αν κάποιος κληρονομούσε 120.000 ευρώ σε μετρητά θα πλήρωνε φόρο 1.250 ευρώ (συντελεστής 5% στο ποσό των 25.000 ευρώ), ενώ τώρα θα πρέπει να καταβάλει το διπλάσιο ποσό, δηλαδή 2.500 ευρώ. Ωστόσο, για υψηλότερα ποσά το όφελος είναι σημαντικό, καθώς οι συντελεστές φορολογίας ανέρχονταν σε ποσοστό ως και 30%.
Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις φορολογίας κληρονομιών και γονικών παροχών, στις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννιέται από την κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή των Ελλήνων (13.12.2007), αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού του φόρου:
▅ Παραμένει αφορολόγητο ποσό των 95.000 ευρώ για την Α΄ κατηγορία και των 20.000 ευρώ για τη Β΄ κατηγορία.
▅ Μετά την αφαίρεση του πιο πάνω αφορολογήτου ποσού, για τα ακίνητα ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 1% και για τα οποιασδήποτε φύσεως κινητά, απαιτήσεις κτλ. με συντελεστή 10%. Για μετο χές, επιχειρήσεις κτλ. ισχύει ο αυτοτελής συντελεστής 0,6%, 1,2% ή 2,4% που ίσχυε ως σήμερα.
Στις πιο πάνω υποθέσεις δεν συνυπολογίζονται οι προγενέστερες δωρεές και γονικές παροχές οι οποίες είχαν γίνει ως την ημερομηνία αυτή.
▅ Η παράγραφος 2 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών- Δωρεών-Γονικών Παροχών καταργείται και στο εξής για τον υπολογισμό του φόρου θα ισχύουν αξίες και φορολογικοί συντελεστές του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης και όχι του χρόνου υποβολής της δήλωσης (τριετία).
Παράλληλα, καταργούνται τα αφορολόγητα όρια για την απόκτηση πρώτης κατοικίας με αγορά, κληρονομιά ή γονική παροχή και θεσπίζεται πλήρης απαλλαγή από τον οικείο φόρο, για κατοικία με εμβαδόν ως 200 τ.μ. ή οικόπεδο στο οποίο αντιστοιχεί κατοικία με εμβαδόν ως 200 τ.μ., ανεξάρτητα από την αξία τους.
Το ανωτέρω εμβαδόν προσαυξάνεται κατά 25 τ.μ. για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα ανήλικα τέκνα, την επιμέλεια των οποίων έχει ο δικαιούχος, με τις λοιπές προϋποθέσεις που ορίζουν οι οικείες διατάξεις. Αν το εμβαδόν της πρώτης κατοικίας υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια, η απαλλαγή χορηγείται μέχρι του ποσού της αξίας που αντιστοιχεί στο εμβαδόν αυτό. Για την αξία που αντιστοιχεί στο επιπλέον εμβαδόν οφείλεται ο οικείος φόρος, δηλαδή φόρος μεταβίβασης, ή τέλος συναλλαγής ακινήτων, ή φόρος κληρονομιάς, ή γονικής παροχής, αντίστοιχα. Οι προϋποθέσεις οι οποίες ίσχυαν για τη χορήγηση απαλλαγής πρώτης κατοικίας εξακολουθούν να ισχύουν.
Κατ΄ εξαίρεση, αντί του φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος και του τέλους συναλλαγής ακινήτων, επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης ακινήτων επί ακινήτων τα οποία αποκτώνται αιτία γονικής παροχής μετά την κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή των Ελλήνων και μεταβιβάζονται περαιτέρω με επαχθή αιτία εντός πενταετίας από την κτήση τους.



