Την εβδομάδα που πέρασε, η τιμή του πετρελαίου άγγιξε τα 100 δολάρια το βαρέλι. Την περασμένη Τετάρτη, συγκεκριμένα, στην αγορά της Νέας Υόρκης η τιμή του αργού άγγιξε τα 99,29 δολάρια το βαρέλι, καταρρίπτοντας ένα ακόμη ρεκόρ – ονομαστικό βεβαίως, γιατί αν συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός, τον Απρίλιο του 1980 η τιμή του αργού είχε φθάσει τα 101,70 δολάρια το βαρέλι… Εν πάση περιπτώσει, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η κατάρριψη και του πραγματικού ρεκόρ της τιμής του «μαύρου χρυσού» είναι ζήτημα χρόνου. Γιατί μπορεί τώρα να μη μαίνεται κάποιος πόλεμος μεταξύ δύο κορυφαίων πετρελαιοπαραγωγών κρατών – το 1980 ήταν η δραματική χρονιά του πολέμου Ιράν – Ιράκ -, όμως στις διεθνείς αγορές πετρελαίου μαίνεται μια άλλη μάχη: αυτή των κερδοσκόπων!
Πρόκειται για καθ’ όλα νόμιμους και αξιοσέβαστους επενδυτές, που χαρακτηρίζονται κερδοσκόποι επειδή έχουν ξεπεράσει κάθε έννοια λογικής και κάθε όριο απληστίας και επειδή με την ανεξέλεγκτη δράση τους συνιστούν μείζονα απειλή για την παγκόσμια οικονομία. Πρόκειται για αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου – τα περίφημα hedge funds – τις επενδυτικές και εμπορικές τράπεζες, ακόμη και τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία (αμερικανικά ως επί το πλείστον) που φαίνεται πως βρήκαν τη λύση του… ασφαλιστικού «τζογάροντας» στο πετρέλαιο και στις άλλες αγορές εμπορευμάτων. Η αυτονομημένη δράση των τεραστίων επενδυτικών κεφαλαίων που από το καλοκαίρι του 2003 – όταν υποτίθεται ότι το ιρακινό πετρέλαιο θα άρχιζε να ρέει άφθονο στις διεθνείς αγορές… – ανέβασε την τιμή του αργού από τα 30 στα 100 δολάρια το βαρέλι. Βεβαίως υπάρχουν και άλλοι λόγοι ενίσχυσης των τιμών. Οι ειδικοί θεωρούν όμως ότι δεν αρκούν για να ανεβάσουν την τιμή του προϊόντος στα 100 δολάρια το βαρέλι…
1. Η πτώση του δολαρίου
Η υποχώρηση του αμερικανικού νομίσματος έναντι του ευρώ, του γεν και άλλων νομισμάτων παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στις αγορές πετρελαίου γιατί απλούστατα οι αγοραπωλησίες των προθεσμιακών συμβολαίων γίνονται σε δολάρια. Εξυπακούεται ότι στους επενδυτές που μετατρέπουν ισχυρά νομίσματα, όπως το ευρώ, σε δολάρια για να επενδύσουν στις αγορές πετρελαίου και εμπορευμάτων εν γένει, το επενδυτικό αυτό προϊόν τους φαίνεται φθηνό!
2. Η κρίση ρευστότητας
Η πολιτική μείωσης των επιτοκίων του δολαρίου που υιοθέτησε προ μηνών η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ και οι «ενέσεις» τόνωσης της ρευστότητας, που πραγματοποιούν τόσο η αμερικανική όσο και άλλες κεντρικές τράπεζες για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της πιστωτικής κρίσης, ευνοούν την κούρσα του πετρελαίου, καθώς στρέφουν μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια από το δολάριο προς τις αγορές εμπορευμάτων. Επιπλέον, η πιστωτική κρίση στρέφει αφεαυτή επενδυτικά κεφάλαια από την αμερικανική αγορά ομολόγων προς το πετρέλαιο και άλλα εμπορεύματα.
3. Η αυξημένη ζήτηση
Οι προηγούμενες εκρήξεις των τιμών του πετρελαίου – όπως και οι δύο μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις του 1974 και του 1979 – οφείλονταν στην κάμψη της προσφοράς. Σήμερα η πετρελαϊκή παραγωγή βρίσκεται στο ανώτατο δυνατό επίπεδο, αλλά είναι η ζήτηση που καλπάζει. Και όχι μόνο στις ΗΠΑ, που είναι παραδοσιακώς η μεγαλύτερη καταναλώτρια χώρα σε πετρέλαιο και εξάλλου ευτύχησε να ζήσει μια πενταετία ενός ισχυρά ανοδικού οικονομικού κύκλου, αλλά και στην Κίνα και στην Ινδία και στον αναπτυσσόμενο κόσμο, που έχει αναπτύξει ιλιγγιώδεις ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.
4. Η παρακμή του OPEC
Τα τελευταία χρόνια, με την αγελαία είσοδο στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων τεραστίων επενδυτικών κεφαλαίων, το περιβόητο «πετρελαϊκό καρτέλ» έχει χάσει τη δυνατότητα ελέγχου των τιμών. Δηλαδή ο Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών (OPEC), που συμμετέχει κατά 40% στη συνολική παγκόσμια παραγωγή, έχει χάσει δηλαδή τη δυνατότητα να λειτουργεί ως καρτέλ. Εξάλλου, ο OPEC παράγει στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων του – μόνο η Σαουδική Αραβία έχει τη δυνατότητα να αυξήσει κατά τι την παραγωγή της – και αυτό λόγω… απληστίας. Ο σαουδάραβας σεΐχης Ζακί Γιαμανί, ο άνθρωπος που το 1974 μετέτρεψε το πετρέλαιο σε πολιτικό όπλο για τον αραβικό κόσμο, έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η επί μακρόν παραμονή των τιμών του αργού σε υψηλά επίπεδα συνιστά απειλή για τους πετρελαιοπαραγωγούς, πρώτον επειδή μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική κρίση και δεύτερον επειδή ευνοεί την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών ενέργειας.
5. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα
Κίνδυνος για νέο αραβοϊσραηλινό πόλεμο (σαν και αυτόν που προκάλεσε την κρίση του 1974) δεν υπάρχει, ενώ επίσης δεν διαφαίνονται κίνδυνοι νέας ενδοαραβικής σύρραξης, όπως αυτή μεταξύ Ιράν και Ιράκ το 1980. Το Ιράν όμως εξακολουθεί να αποτελεί ή να θεωρείται ότι αποτελεί (και αυτό αρκεί…) παράγοντα αποσταθεροποίησης στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Κάθε φραστική (ευτυχώς) αψιμαχία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης επηρεάζει το κλίμα στις αγορές πετρελαίου. Και βεβαίως η διαρκής αμερικανική απειλή για στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν, που θα απέσυρε το ιρανικό πετρέλαιο από την αγορά, συμβάλλει στο «ράλι» του αργού. Επιπλέον, ο εμφύλιος πόλεμος στην πετρελαιοπαραγωγό – και μέλος του OPEC – Νιγηρία δίνει «λαβές» για διατάραξη της πετρελαϊκής προσφοράς. Οι πετρελαϊκές εταιρείες υπολογίζουν στα 547.000 βαρέλια ημερησίως τις απώλειες στην προσφορά πετρελαίου, εξαιτίας των δολιοφθορών στην πετρελαϊκή υποδομή της αφρικανικής χώρας.
6. Οι ιρακινές «παραδοξότητες»
Στις αρχές του καλοκαιριού του 2003 ο αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους κήρυξε τον τερματισμό των εχθροπραξιών στο Ιράκ. Ο Σαντάμ Χουσεΐν είχε συλληφθεί, ο στόχος της Ουάσιγκτον είχε επιτευχθεί και όλοι περίμεναν να ρεύσει άφθονο στις διεθνείς αγορές το ιρακινό πετρέλαιο, που από ποιοτική πλευρά θεωρείται κορυφαίο – το Ιράκ άλλωστε ήταν «προπολεμικά» η δεύτερη σε παραγωγή χώρα του OPEC. Τέσσερα χρόνια μετά όλα αυτά ακούγονται σαν κακόγουστο ανέκδοτο. Οι αμερικανικές δυνάμεις κατοχής βρίσκονται στη χώρα για να διασφαλίσουν την ασφάλεια των τόσο «φιλικών» προς την τεξανική ελίτ της Ουάσιγκτον πετρελαϊκών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Δεν το καταφέρνουν εύκολα – ακόμη και η σύμμαχος Τουρκία απειλεί να διαταράξει την παραγωγή των μονάδων στο Βορειοδυτικό Ιράκ. Και εν πάση περιπτώσει, υπάρχει μια αχλύς μυστηρίου για την ποσότητα και τους προορισμούς του ιρακινού πετρελαίου.
7. Τα αμερικανικά διυλιστήρια
Τα ατυχήματα που έπληξαν τα τελευταία χρόνια τα διυλιστήρια στις ΗΠΑ διατάραξαν πολλές φορές την παραγωγή καυσίμων στη μεγαλύτερη καταναλώτρια χώρα του κόσμου – είναι γνωστή η εξάρτηση των Αμερικανών από το αυτοκίνητό τους. Κορυφαίο – και τραγικότερο – συμβάν ήταν η έκρηξη στο μεγαλύτερο της ΒΡ στο Τέξας, που στοίχισε τη ζωή σε 14 ανθρώπους και τον τραυματισμό σε περισσότερα από 1.000, και ανέστειλε για εβδομάδες την παραγωγή του μεγαλύτερου διυλιστηρίου της βρετανικής εταιρείας στις ΗΠΑ. Ως γνωστόν, οι αυξομειώσεις των αποθεμάτων στις βορειοανατολικές αμερικανικές Πολιτείες επηρεάζουν σημαντικά τις τοποθετήσεις των «επενδυτών», που αδιαφορούν για την ενεργειακή επάρκεια άλλων περιοχών των ΗΠΑ ή του υπόλοιπου πλανήτη… Εν πάση περιπτώσει, πέρα από τα ελλείμματα συντήρησης και ασφάλειας που παρουσιάζουν, τα αμερικανικά διυλιστήρια παράγουν τα τελευταία χρόνια στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων τους.
8. Η κερδοσκοπική φούσκα
Οι αγορές πετρελαίου είναι αγορές παραγώγων. Οι επενδυτές, δηλαδή, αγοράζουν και πωλούν προθεσμιακά συμβόλαια συνήθως δίμηνης διάρκειας, «ποντάροντας» στην προσδοκία ότι σε δύο μήνες οι τιμές θα βρίσκονται σε κάποιο συγκεκριμένο επίπεδο, υψηλότερο ή χαμηλότερο. Ως εκ τούτου η αξία των προαναφερθέντων «7» λόγων ενίσχυσης των τιμών είναι σχετική. Λειτουργούν ως πρόσχημα για τζόγο σε αυτούς που έχουν περίσσευμα ρευστότητας. Γι’ αυτό και οι ειδικοί υπολογίζουν ότι η δράση των «θεσμικών κερδοσκόπων» έχει βάλει ένα «καπέλο» περίπου 40 δολαρίων στην τιμή του αργού!
Οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία
Πολλαπλές επιπτώσεις στην ανάπτυξη που επιβραδύνεται, στον πληθωρισμό που ανεβαίνει προς το 3,5%, στο εμπορικό ισοζύγιο και προπαντός στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς έχει το «ράλι» των τιμών του πετρελαίου που άγγιξε τα 100 δολάρια το βαρέλι. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του υπουργείου Οικονομίας, για κάθε αύξηση 10 δολαρίων ανά βαρέλι η επίπτωση στην οικονομία ανέρχεται σε 1 δισ. ευρώ ετησίως. Σε αυτό το ύψος υπολογίζεται η εκροή συναλλάγματος από τη χώρα, που θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν το ευρώ δεν είχε ανατιμηθεί έναντι του δολαρίου και δεν είχε φθάσει στο επίσης ιστορικό ύψος των 1,48 δολαρίων. Ούτε όμως η ενίσχυση της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου μπορεί να «βάλει φρένο» στην κερδοσκοπία.
Η τιμή της βενζίνης βρίσκεται πάλι πάνω από το 1 ευρώ, ενώ η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης έφθασε τα 62 ευρώ το λίτρο για παραδόσεις άνω των 1.000 λίτρων, όταν το 2004 ήταν 46 λεπτά το λίτρο. Αυξήσεις όμως λόγω πετρελαίου αναμένεται να υπάρξουν και στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ.
Ως το τέλος του έτους αναμένεται να αποφασισθούν και να ανακοινωθούν αυξήσεις στα εισιτήρια των συγκοινωνιών και στα τιμολόγια της ΔΕΗ για τρίτη φορά μέσα στο 2007.
Σε επίπεδο εθνικής οικονομίας, οι επιβαρύνσεις είναι ήδη ορατές και φαίνονται από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, που δείχνουν ότι από τα 5,3 δισ. ευρώ που κόστισαν οι εισαγωγές του «μαύρου χρυσού» το 2003, όταν η τιμή του πετρελαίου ήταν στα 30 δολάρια το βαρέλι, έφθασαν πέρυσι τα 11,7 δισ. ευρώ. Εφέτος και μόνο στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου, για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, το κόστος των εισαγωγών έχει ανέλθει σε 8,3 δισ. ευρώ.
Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας επηρεάστηκε ήδη από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Οι εκτιμήσεις της Στατιστικής Υπηρεσίας για το τρίτο τρίμηνο του 2007 δείχνουν απότομη πτώση του ΑΕΠ και επιστροφή του στα επίπεδα του πρώτου τριμήνου του 2005. Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας την περίοδο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2007 έπεσε στο 3,6%, όταν στις αρχές του έτους ήταν στο 4,6% και πέρυσι το τρίτο τρίμηνο στο 4,5%.



