Τη βεβαιότητα πως η έκθεση «Ο,τι απομένει είναι μέλλον» ξεπέρασε κάθε προσδοκία, τη μοιράζονταν οι περισσότεροι από τους παρευρισκομένους στα εγκαίνιά της. Μέρος ωστόσο της αξίας της είναι ότι αποτελεί περισσότερο τη νευρώδη αντανάκλαση μιας ζωντανής παραγωγής παρά μια μελέτη ή την ανάπτυξη μιας θεωρητικής θέσης. Η πρόκληση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει αυτή η έκθεση δεν ήταν να αποδώσει βεβιασμένα χαρακτηριστικά σε ένα ανομοιογενές και άνισο καλλιτεχνικό τοπίο αλλά να αναδείξει την ατμόσφαιρά του και να το κατοχυρώσει ως κυρίαρχο μέσα στο σύνολο της εγχώριας εικαστικής παραγωγής. Και το γεγονός ότι αντιμετώπισε αυτή την πρόκληση με τόση επιτυχία προδιαθέτει – για να σφετεριστούμε τον τίτλο της έκθεσης – ότι το μέλλον που απομένει θα αποτελέσει αν μη τι άλλο μια συναρπαστική διαδρομή.


Διαστελλόμενη νεότητα


Η έκθεση «Ο,τι απομένει είναι μέλλον», σε επιμέλεια της ιστορικού τέχνης Νάντιας Αργυροπούλου και οργάνωση Αγγελικής Αντωνοπούλου, διοργανώνεται στο πλαίσιο του προγράμματος της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης – Πάτρα 2006 και φιλοξενείται στον χώρο του Παλαιού Αρσακείου Πατρών. Συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από νέες παραγωγές, ορισμένες από τις οποίες έγιναν in situ και εμπνέονται από τα δεδομένα του εκθεσιακού χώρου και της πόλης της Πάτρας.


Μεταξύ των 67 καλλιτεχνών και καλλιτεχνικών ομάδων που συμμετέχουν στην έκθεση, συναντά κανείς τους Λουκία Αλαβάνου, Γιάννη Βαρελά, Κωστή Βελώνη, Γιώργη Γερόλυμπο, Βάσω Γκαβαϊσέ, Γιώργο Γυπαράκη, Αναστασία Δούκα, ΕΜ ΚΕΙ, Δημήτρη Ιωάννου, Διονύση Καβαλλιεράτο, Ελένη Καμμά, Νίκο Καναρέλη, Παναγιώτη Λουκά, Ζάφο Ξαγοράρη, Ντόρα Οικονόμου, Μαρία Παπαδημητρίου, Νίκο Παπαδημητρίου, Ευτύχη Πατσουράκη, Poka-Yio, Γιώργο Σαπουντζή, Χριστιάνα Σούλου, Στέφανο Τσιβόπουλο, Δημήτρη Φουτρή, Νίκο Χαραλαμπίδη, Κατερίνα Χρηστίδη, Αλέξανδρο Ψυχούλη, ομάδα Reading Group (Μάντυ Αλμπάνη, Ελπίδα Καραμπά, Πολύνα Κοσμαδάκη, Χριστόφορο Μαρίνο, Σωτήρη Μπαχτσετζή, Κωστή Σταφυλάκη) και πολλούς ακόμη.


Σύμφωνα με την επιμελήτρια Νάντια Αργυροπούλου, «η έκθεση είναι μια πρόσκληση σε νέους έλληνες καλλιτέχνες να “καταλάβουν” και να αναδιοργανώσουν με τα έργα τους έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς και ενδιαφέροντες τόπους εκπαιδευτικής δράσης της νεότερης ελληνικής ιστορίας: την Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία Πατρών. Σχολείο που ταύτισε την ιστορία του με την άνθηση της εύρωστης οικονομικά και ανοικτής μεν προς τη Δύση πολιτιστικά αλλά με ελληνοκεντρικά ενδιαφέροντα αστικής κοινωνίας των Πατρών, το παλαιό Αρσάκειο σχολείο λειτουργεί ως αφορμή, σημείο αναφοράς ή κέλυφος ανάπτυξης έργων νέων Ελλήνων καλλιτεχνών και πεδίο συνάντησης διαφορετικών καλλιτεχνικών ιδιωμάτων». Επιπλέον, στο κείμενο που ήταν κανείς σε θέση να διαβάσει πριν από τα εγκαίνια της έκθεσης, η επιμελήτρια Νάντια Αργυροπούλου έγραφε: «Τι ακριβώς σημαίνει η φράση “νέος Ελληνας καλλιτέχνης” στις αρχές του 21ου αιώνα; Τι ρόλο έχει ο έλληνας καλλιτέχνης μέσα σ’ αυτή τη “διαστελλόμενη” νεότητα για την οποία έχει ειπωθεί ότι προτιμά να δημιουργεί το μέλλον γιατί της είναι βαρετό να το προβλέψει. Ποια είναι τα ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει η τέχνη του και ποια κυρίως αυτά που καλείται να θέσει; Ποια η γλώσσα στην οποία θα το κάνει, ποιο το κοινό και ποια η εμβέλειά της; Πώς διαχειρίζεται αυτό που απομένει προκειμένου να ορίσει αυτό που μέλλεται;».


Συγκροτημένο όραμα


Τόσο τα ερωτήματα αυτά, βέβαια, όσο και αυτό καθαυτό το in situ στοιχείο δεν έχουν κεφαλαιώδη σημασία για την έκθεση – δίχως αυτό να σημαίνει ασφαλώς ότι ορισμένα έργα δεν ανταποκρίθηκαν στα ερωτήματα ή δεν λειτούργησαν εξαιρετικά σε σχέση με τον χώρο του Παλαιού Αρσακείου. Για την ακρίβεια, για κάποιον που θα ήθελε να διαπιστώσει την εξέλιξη πολλών καλλιτεχνών από το επίπεδο της υπόσχεσης και της προσδοκίας στο επίπεδο της ανάπτυξης ενός συγκροτημένου οράματος, η έκθεση αυτή προσφέρει πολλά: το video της Λουκίας Αλαβάνου, τα νέα γλυπτά του Διονύση Καβαλιεράτου, τα σχέδια και τα video του Βασίλη Καρούκ, οι βιτρίνες της Εμ Κέι, τα βιτρό του Ευτύχη Πατσουράκη, τα σχέδια της Κατερίνας Χρηστίδη, και αρκετά ακόμη έργα, φέρνουν αυτούς τους καλλιτέχνες με ταχύ βηματισμό στην αιχμή της σύγχρονης σκηνής – την οποία μέχρι στιγμής συγκροτούν καλλιτέχνες όπως ο Κωστής Βελώνης, ο Poka-Yio, ο Στέφανος Τσιβόπουλος, ο Δημήτρης Φουτρής κ.ά.


Αλλά βέβαια η σύγχρονη σκηνή είναι το θέμα και δη ο όρος σκηνή per se, η χρήση του οποίου έχει αποτελέσει συχνά το έναυσμα για κριτική τόσο από κύκλους που νιώθουν ότι o όρος δεν τους περιλαμβάνει όσο και σε όσους υγιώς προσδιορίζουν τη θέση τους σε αντιδιαστολή. Από τη στιγμή που ο όρος σκηνή άρχισε να χρησιμοποιείται για το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό τοπίο (έχοντας τεθεί ως ερώτημα και υπαινισσόμενη πρόταση στην έκθεση Εκδοχή IV: 935 τ.μ., στο Πεδίο Δράσης Κόδρα της Θεσσαλονίκης, το 2005), έχει δεχθεί πληθώρα κατηγοριών όπως ο μιμητισμός αγγλοσαξονικών διατυπώσεων, η βεβιασμένη προβολή νέων καλλιτεχνών με τα μέτρα της αγοράς, η απουσία μορφολογικής ή ιδεολογικής συνεκτικότητας στο τοπίο κ.ο.κ. Παρά ταύτα, η έννοια της χρήσης του όρου αυτού είναι ακριβώς εκείνη που επιτυγχάνει να κωδικοποιήσει ένα τοπίο προκειμένου να γίνει αντιληπτό, δίχως να εμπλέκεται σε πρόχειρες και ατελέσφορες διαδικασίες κατηγοριοποίησης (π.χ. τα «πολιτικά» από τη μία και τα «φορμαλιστικά» από την άλλη) ή να βαυκαλίζεται ότι δεν αποτελεί τμήμα μιας παγκοσμιοποιούμενης αγοράς.


Απάντηση στα στερεότυπα


Με άλλα λόγια, η σκηνή είναι ακριβώς αυτό που δεν συγκροτείται από κοινές προθέσεις, δεν περιγράφεται με σαφή κριτήρια, δεν συγκροτείται από προσδιορισμένα μορφολογικά ή ιδεολογικά στοιχεία και δεν οδεύει προς μία μόνο κατεύθυνση. Δεν είναι λέσχη ή ομάδα και τα «μέλη» της δεν νιώθουν καν ότι είναι μέλη. Είναι, αντίθετα, αυτό που νοηματοδοτείται από νεφελώδεις πλην πραγματικές ποιότητες, όπως η κινητικότητα, η δραστηριότητα, η ζωντάνια, το θάρρος, η συζήτηση, η ανταλλαγή – το κλίμα δηλαδή ή η ατμόσφαιρα που προκύπτει από την κοινή αίσθηση ότι εδώ κάτι γίνεται, κινείται ή αλλάζει. Το νόημα του όρου σκηνή είναι ακριβώς η ευκαιρία να εντοπίσουμε αυτή την αίσθηση, να συζητήσουμε για αυτήν, ακόμη και να την αναπτύξουμε, δίχως να την καταπνίξουμε σε μια προσπάθεια περιγραφής της σύμφωνα με την περισταλτική μεθοδολογία που μοιραία επιλέγει κανείς όταν προσπαθεί να περιγράψει.


Η μεγάλη συνεισφορά της έκθεσης «Ο,τι απομένει είναι μέλλον» είναι λοιπόν ακριβώς αυτή: πέτυχε να παρουσιάσει έναν μεγάλο – τεράστιο, ίσως – αριθμό καλλιτεχνών που αναδύθηκαν από σχετικά πρόσφατα ως πολύ πρόσφατα (με λίγες εξαιρέσεις) δίχως να τους εντάξει σε μια βεβιασμένη περιγραφή: από τα ολοένα καλύτερα έργα αυτά καθαυτά, την ερεθιστική ανομοιογένεια των προτάσεων, το γλυκό χάος των επιλογών και τις συναρπαστικές εκθεσιακές διαδρομές ως τη διάχυτη αισιοδοξία των εγκαινίων και το κεφάτο πάρτι που κατέληξε σε μια στενή και ρηχή πισίνα τα ξημερώματα, η έκθεση αυτή αποτελεί την εκδίκηση μιας σκηνής που αναπτύσσεται σε πείσμα της στερεοτυπικής κριτικής και των παρωχημένων διλημμάτων.


Παλαιό Αρσάκειο Πατρών, Μαιζώνος 35, Πάτρα. Ως τις 19 Νοεμβρίου. Πληροφορίες στο τηλ. 210 3214.994.