Μια «βασίλισσα» με όπλο το μέταλλο




«Η τέχνη δεν πρέπει να είναι απεικόνιση της φυσικής πραγματικότητας. Ούτε στην παραμικρή της λεπτομέρεια. Είναι περίεργο, αλλά αυτό που μοιάζει πιο φυσικό στην τέχνη είναι τόσο μακριά από την πραγματικότητα»: με αυτή τη ρήση της η περίφημη γλύπτρια Ναταλία Μελά δεν συμπυκνώνει απλώς το κύμα του μοντερνισμού αλλά χαρακτηρίζει και το ιδιαίτερο στίγμα του δικού της έργου, η απήχηση του οποίου ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας.


Η πρώτη αναδρομική έκθεση προς τιμήν της Ναταλίας Μελά στο Μουσείο Μπενάκη, Κτίριο οδού Πειραιώς, παρουσιάζει τις κορυφαίες στιγμές αυτής της πορείας. Μιας πορείας η οποία επωάστηκε τόσο από την τριβή της με τους γόνιμους κύκλους των διανοουμένων (Πικιώνης – Τσαρούχης – Εγγονόπουλος και άλλοι) όσο και από τη δική της καλλιτεχνική οξυδέρκεια.


Η Ναταλία Μελά (γεννήθηκε το 1923 στην Κηφισιά) ή Νάτα, όπως την αποκαλούν οι φίλοι της, μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον με ιστορικές ρίζες: είναι εγγονή του Παύλου Μελά, ο πατέρας της ήταν γιος του. Η μητέρα της ήταν κόρη του Ιωάννη Πεσμαζόγλου που ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα μαζί με τον Γεώργιο Σταύρο. Από τη μεριά της μητέρας της, η γιαγιά της ήταν κόρη Μιαούλη. Η άλλη γιαγιά της, η Μελά, προερχόταν από το γένος Δραγούμη – αδελφή του Ιωνος Δραγούμη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη.


Σε όλη της τη ζωή θα σχετιστεί με σπουδαίες προσωπικότητες. Αρχικά όμως νιώθει ότι είναι βάρος η κληρονομιά. Ετσι επαναστατεί με τον τρόπο των κοριτσιών της αστικής τάξης: μπαίνει στη Νομική αλλά την εγκαταλείπει για τις Καλές Τέχνες. Το 1942 γράφεται στην ΑΣΚΤ και σύντομα μπαίνει και στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Κατσίμπαλης όταν τη συναντούσε στο σπίτι του Εμπειρίκου όπου γίνονταν συνάξεις κάθε Σάββατο με τους Γκάτσο, Ελύτη, Σαχτούρη, Καββαδία, Καραντώνη, την αποκαλούσε «βασιλοκομμουνίστρια». Η σχέση της με το κόμμα δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Αποχωρεί μετά τον θάνατο του Κίτσου Μαλτέζου, το 1943.


Στη σχολή βρίσκεται με τον Νίκο Κούνδουρο, τη Λένα Τσούχλου, την Μπούμπα Λυμπεράκη, τον Βάσο Καπάνταη. Εστησε το πρώτο εργαστήριό της στον τελευταίο όροφο ενός σπιτιού στη Βασιλίσσης Σοφίας, όπου βρίσκονταν τα πλυσταριά, και λίγο αργότερα, το 1945, στον στάβλο ενός σπιτιού στην οδό Μουρούζη όπου εργάζεται ακόμη και σήμερα, στα 85 της χρόνια. Εκεί σύντομα άρχισαν να μαζεύονται η Νέλλη Ανδρικοπούλου, ο Εγγονόπουλος (τότε νυμφευμένος με τη Νέλλη), ο Τσαρούχης (που της δίδαξε σχέδιο), ο Εμπειρίκος (ήταν φίλος του πατέρα της και μόλις είχε αρχίσει να ασχολείται με την ψυχανάλυση) και ο Μόραλης (που την έχει ζωγραφίσει μαζί με τη Λυμπεράκη) μεταξύ πολλών άλλων.


Στην πρώτη φάση της δημιουργίας της φτιάχνει αγάλματα και προτομές με γύψο και πηλό και σύντομα δουλεύει σε μάρμαρο (που είναι και οι δουλειές που «μέτραγαν» για την ίδια, όπως έχει ομολογήσει). Αποφοιτώντας, το 1948, αρχίζει να συνεργάζεται με τον Πικιώνη για τη στήλη στον τάφο του Μητροπολίτη Χρύσανθου και αργότερα για το Μνημείο Πεσόντων στο Λεόντιο της Νεμέας στην Πελοπόννησο. Κατασκευάζει και άλλες προτομές, του Στέφανου Δραγούμη στο Ζάππειο και του Γεωργίου Πεσμαζόγλου στην Εθνική Τράπεζα. Η επιρροή του Πικιώνη είναι εμφανής. Τη βοηθάει να υπερβεί τις συμβάσεις της μετα-ροντενικής σχολής που της κληροδότησαν οι δάσκαλοί της.


Το 1951 παντρεύεται τον περίφημο αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη με τον οποίο αποκτά δύο παιδιά, τον Δημήτρη και την Αλεξάνδρα, οπότε «τότε ήμουν μητέρα, δεν με ένοιαζε τίποτα πια. Για δέκα χρόνια δεν δούλεψα». Πράγματι, η «αγρανάπαυση» αυτή τη βρίσκει να συμμετέχει χαλαρά σε καλλιτεχνικά δρώμενα: να κατασκευάζει σκηνικά σε έργα του Κουν στο Θέατρο Τέχνης.


Εναυσμα για την επιστροφή της στην Τέχνη και στην αυτονόμησή της αποτελεί ο Κουλεντιανός, ο οποίος επιστρέφει στα τέλη της δεκαετίας του 1960 από το Παρίσι όπου είχε μάθει να δουλεύει με το οξυγόνο. Κομίζει πλέον στην Ελλάδα τα διδάγματα της αφηρημένης τέχνης που μονοπωλούσε τα τελευταία δέκα χρόνια την καλλιτεχνική σκηνή στη Δύση. Το 1960 λοιπόν η Ναταλία Μελά παρακολουθεί μαθήματα οξυγονοσυγκολλητών και παίρνει δίπλωμα μέσα σε τρεις μήνες. Γοητεύεται από την τεχνική, πειραματίζεται με την αφηρημένη φόρμα, αλλά δεν την κερδίζει: «Δεν ήξερα πότε να τελειώσω». Οπως αναφέρει ο ζωγράφος Αλέκος Λεβίδης στην έκδοση που θα συνοδεύει την έκθεση, η Μελά ανακαλούσε έναν αφορισμό του Τζούλιο Καΐμη μπροστά σε έναν abstrait πίνακα όταν ήθελε να μιλήσει για την αφαίρεση: «Δεν έχει όνομα, άρα δεν είναι τίποτα». Η ίδια δήλωνε: «Εγώ είμαι θεματική».


Τώρα ουσιαστικά βρίσκεται στο κατώφλι της ώριμης περιόδου της, όπου μεταμορφώνεται πραγματικά σε αυτόφωτη γλύπτρια με διακριτό στυλ και τεχνοτροπία. Στρέφεται πλέον στο μέταλλο και χρησιμοποιεί ready made σιδηρικά και εργαλεία που προμηθεύεται από την οδό Αθηνάς, τα οποία έχουν σφραγισμένο επάνω τους το όνομα του κατασκευαστή (είναι «γύφτικα»). «Εμαθα να αγαπώ τα υλικά με τα οποία δούλευα» εξηγεί. «Το μέταλλο είναι όπλο».


Αντλεί τα θέματά της από τον φυσικό κόσμο, πτηνά και ζώα – κόκορες, κριάρια, ταύρους -, τα οποία εκπέμπουν μια παιγνιώδη διάθεση και έντονη ειρωνεία. Δανείζεται πολλά στοιχεία από τη μυθολογία, χωρίς όμως να προσδίδει στα έργα της συμβολικό βάρος. «Πόσο μοιάζει στα αλήθεια μια σέλα ποδηλάτου και το τιμόνι του με το κεφάλι ενός ταύρου ή ένας μπαλτάς και ένα κομπάσο με έναν αίγαγρο;» αναρωτιέται ο Λεβίδης. «Η αναγνώριση δεν γίνεται με τη λογική της παρομοίωσης αλλά με τη δύναμη της μεταφοράς». Ετσι πολλοί έχουν διαβάσει την επιρροή του Πικάσο στο έργο της, ειδικά όταν εκείνος εξηγεί: «τα γλυπτά μου αποτελούν πλαστικές μεταφορές… δεν είναι trompe l’ oeil αλλά trompe l’ esprit. Γυρεύω να εξαπατήσω τον νου περισσότερο από το μάτι».


Η έκθεση θα είναι χωρισμένη σε θεματικές ενότητες: πτηνά, δίποδα και τετράποδα, μύθοι, κολάζ, κεφάλια. Θα στηθεί και το εργαστήριο της Ναταλίας Μελά σε φυσικό μέγεθος και με όλα τα αγαπημένα της υλικά. Εν συνόλω θα παρουσιαστούν 170 έργα. Θα προβάλλονται επίσης δύο ντοκυμαντέρ για τη γλύπτρια, της Μαίρης Παπαλιού και της Μαίρης Κουτσούρη. Το βιβλίο «Ναταλία Μελά» (συνέκδοση Μουσείου Μπενάκη και Ωκεανίδας) θα περιλαμβάνει κείμενα των Αλέκου Λεβίδη, Τάκη Θεοδωρόπουλου, Αγγελου Δεληβοριά, Ισμήνης Καπάνταη, Δημήτρη Πικιώνη καθώς και μια συνομιλία της Μελά με την Ανδρικοπούλου. «Με τι ασχολείσαι τώρα, Νατάκι μου;» ρωτά η Νέλλη. «Τώρα, Νελλάκι μου, είμαι γιαγιά».


Επιμελήτρια είναι η Αλεξάνδρα Τσουκαλά, κόρη της Ναταλίας Μελά. Συντονιστής ο Κωνσταντίνος Παπαχρήστου. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη – Κτίριο Οδού Πειραιώς εγκαινιάζεται στις 27 Μαρτίου.