Η Παρασκευή 4 Απριλίου 2008 δεν θα ήταν παρά «άλλη μια μέρα στη δουλειά» για τον κ. Χρήστο Ιακώβου, αν ο 93χρονος πατέρας του δεν ψυχορραγούσε στο νοσοκομείο. Δυστυχώς τα πράγματα εξελίχθηκαν ακόμη χειρότερα για «τον μεγάλο αρχηγό» της άρσης βαρών. Οι φήμες που κυκλοφόρησαν εκείνο το πρωί στο Διαδίκτυτο, ότι 11 αθλητές/τριες της εθνικής ομάδας άρσης βαρών βρέθηκαν ντοπαρισμένοι, πολύ γρήγορα επιβεβαιώθηκαν από την ομοσπονδία (ΕΟΑΒ) και λίγες ώρες αργότερα το μεγάλο αφεντικό του αθλήματος περνούσε την πόρτα των γραφείων της στη λεωφόρο Συγγρού ως ύποπτος μαζικού ντοπαρίσματος. Παρά το προσωπικό δράμα του αντέδρασε γρήγορα, όπως είχε μάθει – αυτός ο μετρ της τακτικής – να το κάνει καθοδηγώντας τις προσπάθειες των αθλητών του δίπλα από τα πλατό. Ενα email που έφθανε από μια υπάλληλο (ονόματι Σου Λι) της κινεζικής εταιρείας η οποία τον προμήθευε με τα επίμαχα σκευάσματα, όπου αναφερόταν «λάθος αποστολή άλλου σκευάσματος», θα γινόταν το… σινικό τείχος της υπεράσπισής του, αλλά οι εξελίξεις είχαν ήδη πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας. Οι παράγοντες που κάποτε έπιναν… μαγνησία (η σκόνη που χρησιμοποιούν οι αρσιβαρίστες) στο όνομά του τού γύρισαν την πλάτη και τον άφησαν μόνο του, δείχνοντάς τον σαν μοναδικό υπεύθυνο της προμήθειας των επικίνδυνων κινεζικών σκευασμάτων. Ο στρατηγός των πλατό ζούσε το Βατερλό του.


Τέσσερα χρόνια πριν, η αποκάλυψη ότι ο αθλητής του Λεωνίδας Σαμπάνης αγωνίστηκε ντοπαρισμένος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας είχε προκαλέσει την πρώτη σοβαρή ρωγμή στο προφίλ τού επιτυχημένου και καλοσυνάτου «ανθρώπου της διπλανής πόρτας» κ. Χρήστος Ιακώβου που είχε χτίσει και με τις επιτυχίες των αθλητών του ο πανέξυπνος Κωνσταντινουπολίτης. Το κάζο του Σαμπάνη που έχασε το χάλκινο μετάλλιο έγινε προσπάθεια να αποδοθεί σε «προβοκάτσια κάποιων που έριξαν κάτι στην πορτοκαλάδα του», αλλά ήταν η συγκλονιστική προσπάθεια του Πύρρου Δήμα και το τέταρτο ολυμπιακό μετάλλιό του που βοήθησαν να ξεχαστεί η πρώτη αποδεδειγμένη υπόθεση ντόπινγκ που ζούσε στη δοξασμένη προπονητική καριέρα του ο κ. Ιακώβου. Ο Σαμπάνης, αφού τιμωρήθηκε με διετή αποκλεισμό, επανήλθε για λίγο στην ενεργό δράση, χωρίς όμως να καταφέρει να επιστρέψει σε υψηλά επίπεδα επιδόσεων.


* Η υπόθεση Κωνσταντινίδη


Η υπόθεση Σαμπάνη όμως δεν ήταν η πρώτη που ακουμπούσε τον κ. Ιακώβου ως προπονητή από την πλευρά του ντόπινγκ. Το άθλημα όμως ήταν τόσο στιγματισμένο – το 1988 είχε φθάσει στα πρόθυρα της έξωσης από τους Ολυμπιακούς Αγώνες – που οι καταγγελίες για ντοπάρισμα δεν έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση. Για παράδειγμα πόσο (επικοινωνιακά) αξιόπιστος μπορούσε να είναι ο αρσιβαρίστας Γιάννης Σιδηρόπουλος όταν κατήγγελλε ότι «το 1989, κατά τη διάρκεια προετοιμασίας στον Βόλο, ο Ιακώβου μας είπε να κάνουμε χρήση αναβολικών», όταν ο ίδιος είχε πιαστεί ντοπαρισμένος το 1984 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα; Περισσότερο ντόρο είχε καταφέρει να κάνει το 1997 ο πρώην αθλητής της εθνικής ομάδας Χρήστος Κωνσταντινίδης αξιοποιώντας και την «αποκαλυπτική» τηλεοπτική δημοσιογραφία που έμπαινε τότε φουριόζα στη ζωή μας.


Ο Κωνσταντινίδης κατήγγειλε σε τηλεοπτική εκπομπή ότι στη διάρκεια της προετοιμασίας των αρσιβαριστών στην Καλαμάτα ο ομοσπονδιακός προπονητής κ. Ιακώβου τού χορήγησε απαγορευμένες ουσίες σε ενέσιμη μορφή και σε χάπια. Ο κ. Ιακώβου, έχοντας στο πλευρό του τόσο την ομοσπονδία όσο και τους αθλητές της εθνικής ομάδας, έκανε λόγο για λάσπη, επισημαίνοντας ότι ο Κωνσταντινίδης στο διάστημα που ελάμβανε, σύμφωνα με την καταγγελία του, απαγορευμένες ουσίες, πέρασε τρεις φορές από έλεγχο ντόπινγκ και ήταν καθαρός. Ο Κωνσταντινίδης τις επόμενες ημέρες ζήτησε συγγνώμη, την οποία αναίρεσε το 2004 υποστηρίζοντας ότι άλλη δήλωση υπέγραψε τότε και διαφορετική δόθηκε από την ΕΟΑΒ στη δημοσιότητα, ενώ οι υποστηρικτές του τόνιζαν το γεγονός ότι ήταν αστυνομικός και πιέστηκε για να τα «γυρίσει».


* Η αποπομπή του Πολωνού Στέπιεν


Ειρωνεία της τύχης, 18 χρόνια νωρίτερα ο κ. Ιακώβου είχε παίξει τον ρόλο του Κωνσταντινίδη, αλλά με μεγαλύτερη επιτυχία. Το 1979 η Ελλάδα άκουσε για πρώτη φορά για χρήση απαγορευμένων ουσιών στην άρση βαρών όταν ο αθλητής τότε Ιακώβου κατήγγειλε ότι ο πολωνός προπονητής της εθνικής ομάδας Μπρόνισλαβ Στέπιεν και ο βοηθός του Βαγγέλης Συμεωνίδης χορηγούσαν στους αθλητές τους απαγορευμένες ουσίες. Η διοίκηση της ΕΟΑΒ έσπευσε να κατακεραυνώσει τον κ. Ιακώβου, αλλά, ευτυχώς γι’ αυτόν, με την υπόθεση ασχολήθηκε η Επιτροπή Φιλάθλου Ιδιότητας. Η απόφασή της ήταν καταπέλτης: τιμώρησε τον Στέπιεν με διά βίου αφαίρεση της φίλαθλης ιδιότητας «επειδή απεδείχθη ότι υπήρξε αυτουργός εις την διάθεση αναβολικών σε πέντε αθλητές», ενώ η ίδια ποινή επιβλήθηκε και στον Συμεωνίδη διότι «απεδείχθη ότι προέτρεπε κατ’ εξακολούθηση αθλητές να κάνουν χρήση αναβολικών ουσιών». Με 10ετή στέρηση της φιλάθλου ιδιότητας τιμωρήθηκαν ο τότε πρόεδρος της ΕΟΑΒ Πανόπουλος, ο γενικός γραμματέας Στίκας και ο ειδικός γραμματέας Πριμιρίκης επειδή «γνώριζαν και ανέχθηκαν αυτή την κατάσταση».


Ο Ιακώβου υπήρξε ο μεγαλύτερος αρσιβαρίστας στην Ελλάδα κατά τα λεγόμενα «πέτρινα χρόνια» του ελληνικού αθλητισμού, προτού ο ίδιος ως προπονητής δημιουργήσει την ελληνική «ντριμ τιμ» με ιχνηλάτη τον Παύλο Σαλτσίδη, σημαία τον Πύρρο Δήμα και μετά το 1992 τον εκ μεταγραφής από τη Γεωργία Κάχι Καχιασβίλι. Σπεσιαλίστας στην κίνηση του ντεβελοπέ – έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια -, όπου είχε πετύχει παγκόσμιο ρεκόρ, ο Ιακώβου ήταν 5ος στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972 – είχε αγωνιστεί ακόμη στο Μεξικό το 1968 και στο Μόντρεαλ το 1976- ενώ είχε αναδειχθεί και παγκόσμιος πρωταθλητής το 1971. Γεννημένος στις 12 Απριλίου του 1948 στην Κωνσταντινούπολη, βρήκε στην άρση βαρών το πάθος του και ήταν ένας από τους πρώτους αθλητές που γυμνάζονταν δύο φορές την ημέρα.


* Η γνωριμία με τον Ι. Σγουρό


Μετά το τέλος της αγωνιστικής καριέρας του δέχεται πρόσκληση από την Αμερική για να δουλέψει ως προπονητής στην Ακαδημία του FBI και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια. Παράλληλα ασχολείται επιχειρηματικά με εστιατόρια. Ολα αυτά διαρκούν ως το 1989 όταν στη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Ελλάδα συναντά τον κ. Γιάννη Σγουρό, νεοεκλεγμένο, τότε, πρόεδρο της Ομοσπονδίας Αρσης Βαρών. Αυτός τον πείθει, αν και αρχικά δεν ήθελε, να αναλάβει τα προπονητικά ηνία της ελληνικής άρσης βαρών. Στην αρχή μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας, ως τη μόνιμη μετεγκατάστασή του στην Αθήνα το 1991. Το χρυσό μετάλλιο του Δήμα στη Βαρκελώνη αποτελεί την πρώτη μεγάλη προπονητική επιτυχία του και ταυτόχρονα δημιουργεί μια ευχάριστη έκπληξη στο άμαθο από τέτοιες διακρίσεις ελληνικό φίλαθλο κοινό.


Η καθιέρωσή του όμως έρχεται με τους Ολυμπιακούς της Ατλάντα το 1996, όπου η ελληνική άρση βαρών αναδεικνύεται πρώτη σε μετάλλια με δύο χρυσά και τρία ασημένια, και η αποθέωσή του με την κατάκτηση από την ελληνική ομάδα της πρώτης θέσης στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1998 και κυρίως του 1999, που φιλοξενήθηκε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ο Ιακώβου αναδεικνύεται σε προπονητή-είδωλο για τους Ελληνες και η δημοτικότητά του εκτοξεύεται. Είναι ο «μεγάλος αρχηγός», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο τότε πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης, τοποθετώντας τον μάλιστα στο ψηφοδέλτιο του ΠαΣοΚ για τις ευρωεκλογές του 1999. Οι επιτυχίες του «αρχιτέκτονα» της άρσης βαρών συνεχίζονται και στο Σίδνεϊ όπου επαναλαμβάνεται ο θρίαμβος των πέντε μεταλλίων – δύο χρυσά, δύο ασημένια, ένα χάλκινο- αλλά τις ίδιες ημέρες ζει μια προσωπική τραγωδία όταν στενό συγγενικό του πρόσωπο πνίγεται στο ναυάγιο του «Σαμίνα». Τραγική σύμπτωση, οκτώ χρόνια αργότερα, τούτες τις ημέρες που ζει την αποκαθήλωσή του χάνει και τον πατέρα του.


Η συνεργασία με τον Χρήστο Τζέκο


Οι προπονητικές δραστηριότητες του κ. Ιακώβου δεν περιορίστηκαν στην άρση βαρών. Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα συνεργάστηκε με τον κ. Χρήστο Τζέκο και μοιράστηκε τα εύσημα, όχι μόνο για τις επιτυχίες των αθλητών του. Ο ίδιος ο τιμωρημένος για την υπόθεση Κεντέρη – Θάνου προπονητής του στίβου στην προσωπική ιστοσελίδα του στο Internet αναφέρει στο βιογραφικό του: «Το 1994 αρχίζει η στενή του συνεργασία με τον προπονητή άρσης βαρών Χρήστο Ιακώβου, από τον οποίο υιοθέτησε τις προπονητικές αρχές που ακόμα και σήμερα πιστεύει». Η συνεργασία τους επεκτείνεται και εκτός της προπονητικής όταν Τζέκος και Ιακώβου δημιουργούν την εταιρεία Hellas Sport Club Athletic Management με σκοπό να αναλάβουν το μάνατζμεντ των ελλήνων αθλητών και προπονητών. Παρά το γεγονός ότι δεκάδες αθλητές και προπονητές μπήκαν υπό τη σκέπη της εταιρείας, η υπόθεση δεν προχώρησε λόγω διαφωνιών, όπως ακούστηκε τότε, μεταξύ του Τζέκου και του Ιακώβου. Οι δυο τους πάντως είχαν προλάβει να καταθέσουν στην τότε αθλητική ηγεσία το περίφημο σχέδιο «Κόροιβος» ζητώντας κρατική χρηματοδότηση για τη συστηματική… ενίσχυση των ελλήνων πρωταθλητών εν όψει των Ολυμπιακών του 2004.


Το 1989, όταν ο κ. Σγουρός προσπαθούσε να πείσει τον ξενιτεμένο προπονητή να επιστρέψει στην Ελλάδα, του είχε προτείνει να γράψει και ένα βιβλίο για την άρση βαρών. Το βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε ποτέ. Αν γραφόταν, θα περιείχε ως σήμερα σελίδες θριάμβων. Από την Παρασκευή 4 Απριλίου όμως το σενάριο θα άλλαζε. Και όπως έχει πει ο ίδιος ο Χρ. Ιακώβου «η πτώση τσακίζει. Αλλά στον αθλητισμό το περιμένεις, το ξέρεις».