Ηάμαξα του Ναπολέοντος Βοναπάρτη πέρασε καλπάζοντας ένα μόλις λεπτό πριν από την έκρηξη η οποία θα μπορούσε να έχει αλλάξει τον κόσμο και τους αιώνες που θα ακολουθούσαν. Το Παρίσι τυλίχτηκε στις φλόγες μέσα σε μια στιγμή, γεμίζοντας φωνές, σκόνη και νεκρούς σκορπισμένους εδώ κι εκεί. Κατόπιν ο αέρας πάγωσε. Τρεις συνωμότες τράπηκαν σε φυγή. Η νύχτα έγινε συντρίμμια μα όχι και η Γαλλία ούτε και ο Ναπολέων, ο οποίος μπήκε αλώβητος και εξαγριωμένος στην κρυστάλλινη μεγαλοπρέπεια του Θεάτρου της Οπερας. Ολοι πετάχτηκαν όρθιοι από την έκπληξη, ξεσπώντας σε χειροκροτήματα: ο Πρώτος Υπατος είναι ζωντανός και αυτή είναι η νύχτα του, η νύχτα των Χριστουγέννων, η 24η Δεκεμβρίου του 1800, 11ου έτους της Επανάστασης.
Η παρέμβαση της μοίρας
Ο Ναπολέων ήταν ζωντανός χάρη στην παρέμβαση της μοίρας και στο ένα ποτηράκι παραπάνω που ζέστανε τους μύες του αμαξά του Τσέζαρ Τζερμάνι, ο οποίος μαστίγωσε περισσότερο από το συνηθισμένο τα δύο ζευγάρια αλόγων, «εκτοξεύοντάς» τα κυριολεκτικά κατά μήκος των κήπων Τuileries και κατόπιν στον στενό δρόμο της ενέδρας, την οδό Saint Νicaise, μέσα σε μια τρομακτική οχλαγωγή που δημιουργούνταν αφενός από τις ρόδες που δονούσαν το πλακόστρωτο σπάζοντας τη βιτρίνα του ωρολογοποιείου Λεπότρ και αφετέρου από όλους τους περαστικούς, ταλαιπωρημένους από το κρύο και από το εκτυφλωτικό φως των λαμπτήρων. Οι συνωμότες περίμεναν για ώρες. Τοποθέτησαν ένα βαρελάκι με πυρίτιδα και καρφιά σε μια άμαξα μπροστά από το καφέ Απόλλων, ανάμεσα στο πιλοποιείο Ομέτς και το κομμωτήριο Βιτρί. Ενας από αυτούς «επιστράτευσε» μια κοπελίτσα που πουλούσε ψωμάκια στους περαστικούς στην οδό du Βac. Λεγόταν Πενσέλ, ήταν 14 ετών και φορούσε μια χοντρή μπλε-άσπρη φούστα και μια μάλλινη γκρι καζάκα. Για 12 νομίσματα έπρεπε να έχει τον νου της στο άλογο με τρόπο ώστε να μην μετακινείται με την άμαξα και το βαρελάκι με την εκρηκτική σκόνη η οποία, λίγο αργότερα, θα σκότωνε και αυτή την ίδια. Η άμαξα του Ναπολέοντος ήταν η πρώτη από τις τέσσερις συνολικά. Συνεπιβάτες του ήταν ο υπουργός πολέμου Βerthier, ο στρατηγός Jean Lannes και ο συνταγματάρχης Lauriston, σύντροφός του στη μάχη. Στη δεύτερη άμαξα επέβαιναν η σύζυγός του Ιωσηφίνα και η αδελφή της Καρολίν, έγκυος στον όγδοο μήνα και στις άλλες η φρουρά. Στα πλάγια κάλπαζαν οι γρεναδιέροι. Στις οκτώ εκείνο το βράδυ στο Θέατρο της Οπερας- άρτι μετονομασθέν σε Θέατρο της Δημοκρατίας και των Τεχνών- έκανε πρεμιέρα «Η Δημιουργία» του Χάιδν. Στο κεντρικό θεωρείο, είχαν γράψει οι εφημερίδες του Παρισιού, θα καθόταν ο Ναπολέων.
Οι Ιακωβίνοι
Ο Ναπολέων ήταν 31 ετών και είχε αποκτήσει πολλούς εχθρούς κι εξίσου πολλή δόξα, μα όχι ακόμη ολόκληρη την εξουσία. Είχε τρέψει σε φυγή τους Αγγλους στην Τolone. Είχε νικήσει τους Πεδαιμόντιους στο Μillesimo και τους Αυστριακούς στο Μαρένγκο. Είχε κατακτήσει το Μιλάνο, τη Βενετία και την Αίγυπτο. Είχε διασπείρει σε ολόκληρη την Ευρώπη τις ιδέες που είχαν συντρίψει τα τείχη της Βαστίλης, διακηρύσσοντας το τέλος των φεουδαρχικών ανισοτήτων, της θρησκευτικής απολυτότητας και των υπόλοιπων καταπιέσεων του Παλαιού Καθεστώτος. Ωστόσο στην πατρίδα απαιτούσε την απόλυτη εξουσία: είχε μόλις διαλύσει το Διευθυντήριο, ενίσχυε την προσωπική του αίγλη, προετοίμαζε τον αυτοκρατορικό θρόνο. Ετσι είχε διπλασιάσει τους εχθρούς: αφενός οι Ιακωβίνοι τον ήθελαν νεκρό επειδή είχε προδώσει την Επανάσταση αφετέρου όλοι οι βασιλικοί οίκοι επειδή την είχε «εξαγάγει».
Το σινιάλο προειδοποίησε ότι η άμαξα ήταν πλέον ορατή. Ο θόρυβος του καλπασμού το επιβεβαίωσε. Το φυτίλι άναψε. Ωστόσο, η υγρασία της νύχτας επιβράδυνε την καύση: η άμαξα απεδείχθη πιο γρήγορη από την πυρίτιδα ώστε, όταν τελικά έγινε η έκρηξη, είχε ήδη στρίψει στη γωνία της οδού du Faubourg Saint Ηonor. Τραυματίστηκε ο τελευταίος γρεναδιέρος της φρουράς του Ναπολέοντος και εξέπνευσε το πρώτο άλογο της επόμενης άμαξας, αυτής στην οποία επέβαινε η Ιωσηφίνα που λιποθύμησε. Σε αυτό το κενό χώρου έγινε πραγματική σφαγή. Σκοτώθηκαν οι περαστικοί, οι πελάτες του καφέ, δύο γυναίκες στο παράθυρο, 22 άτομα συνολικά. Οσο για το σώμα της μικρής Πενσέλ, κυριολεκτικά σκορπίστηκε ανάμεσα στα συντρίμμια της άμαξας, στο κεφάλι του αλόγου και σε 56 άλλους τραυματίες. Η «τρομοκρατία»
Ηταν το αίμα του νέου αιώνα το οποίο, αυτή την νύχτα των Χριστουγέννων, εγκαινίασε τη λέξη «τρομοκρατία». Ηταν η «μηχανή της κόλασης» όπως έγραψαν οι εφημερίδες, παρουσιάζοντας το θέμα στην πρώτη σελίδα, η οποία μέσα από τη σκιά έχυσε αθώο αίμα, πλήγωσε πισώπλατα τη Γαλλία και τώρα ζητούσε εκδίκηση.
Ο Ναπολέων κατηγόρησε τους Ιακωβίνους και κυρίως μια ομάδα που ονομαζόταν «Les Εxclusifs». Ενεργοποίησε τον Φουσέ, πρώην υποψήφιο για το εκκλησιαστικό σώμα, πρώην επαναστάτη, φίλο του Ροβεσπιέρου και τώρα του Ναπολέοντος, υπουργό αστυνομίας, «βασιλιά» όλων των κατασκοπιών και όλων των προδοσιών. «Χρειάζεται αίμα» είπε ο Πρώτος Υπατος στην κυβέρνηση. Η Σύγκλητος έδωσε τη συγκατάθεσή της και ο Φουσέ ανέλαβε την εκτέλεση. Η γκιλοτίνα επέστρεψε στο προσκήνιο, το ίδιο και το εκτελεστικό απόσπασμα. Οι άνδρες του φυλάκισαν 130 ύποπτους Ιακωβίνους και χωρίς δίκη τους έστειλαν με πλοία στις αποικίες της Γουιάνας και των Σεϊχελλών από όπου δεν επρόκειτο να επιστρέψουν ποτέ.
Ωστόσο αυτό που ικανοποίησε τον Ναπολέοντα δεν ήταν αρκετό για τον Φουσέ, ο οποίος δραστηριοποίησε τον καλύτερο επιθεωρητή του, τον τομεάρχη Ντιμπουά, προκειμένου να ανακαλύψει το φως μέσα στο σκοτάδι, να ακολουθήσει τις ενδείξεις της αλήθειας και όχι τις απάτες της προπαγάνδας. Αυτός ξεκίνησε από την οδό Saint Νicaise, από τα απομεινάρια της άμαξας και από το κεφάλι του εγκλωβισμένου αλόγου. Ενας κάποιος Λαμπάλ, έμπορος σιταριού, δήλωσε ότι είχε πουλήσει για 200 φράγκα αυτήν την ίδια άμαξα και εκείνο το άλογο σε έναν πλανόδιο ο οποίος έλεγε ότι πουλούσε ζάχαρη. Δεν τον είχε δει ποτέ ως τότε αλλά θυμόταν την κάπα, θυμόταν τη βρετονική προφορά, το γεμάτο σώμα και κυρίως το πρόσωπο με το μαύρο γένι και μια μεγάλη ουλή η οποία του έσχιζε το φρύδι.
Στις 18 Ιανουαρίου, 25 ημέρες δηλαδή μετά την απόπειρα, το… «φάντασμα» φορούσε χειροπέδες. Το όνομά του Jean Carbon, επονομαζόμενος και «Ρetit Francois». Συνελήφθη στο μοναστήρι της Νotre Dame des Champs όπου είχε καταφύγει. Ωστόσο δεν ήταν διόλου Ιακωβίνος. Ηταν φανατικός μοναρχικός ο οποίος ονειρευόταν να δει τον Λουδοβίκο ΙΗ΄ στον θρόνο και τον σφετεριστή νεκρό.
Στη διάρκεια της ανάκρισης τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Υπέφερε τόσο ώστε να αναθεματίσει τελικά τη ζωή ώσπου κατάφεραν να του αποσπάσουν τα επτά συνολικά ονόματα των συνωμοτών. Δύο ευγενείς ήταν επικεφαλής του σχεδίου: ο Ρier Robinault de Saint Rejant, πρώην αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού, κι ο Joseph-Ρierre Ρicot de Limo lan, βετεράνος του πολέμου της Vandea. Είχαν λάβει 20.000 στερλίνες από τους Εγγλέζους και οδηγίες από τον μοναρχικό Georges Caudoudal, τον οποίον οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν στείλει παράνομα στη Γαλλία για να δολοφονήσει τον Ναπολέοντα.
Το σχέδιο των συνωμοτών
Δύο μήνες χρειάστηκαν οι συνωμότες για να τελειοποιήσουν το σχέδιο, αποκλείοντας το δηλητήριο ή το μαχαίρι που οι μισητοί Ιακωβίνοι, ο ιταλός γλύπτης Αρένα, οι επαναστάτες Τopino Lebrun και Demerville, ήδη συλληφθέντες κι έτοιμοι για την γκιλοτίνα είχαν χρησιμοποιήσει πριν από πέντε μήνες. Επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν την πυρίτιδα σε μορφή βόμβας, γεμίζοντας ένα ολόκληρο βαρέλι, προσθέτοντας καρφιά και πέτρες, προκειμένου να την κάνουν πιο φονική και μετά σφραγίζοντάς τη με δέκα μεγάλα σιδερένια «δαχτυλίδια».
Το γεγονός ότι θα σκοτώνονταν οπωσδήποτε αθώοι άνθρωποι δεν τους απασχολούσε καθόλου. Εγιναν προάγγελοι της χειρότερης συμφοράς των επόμενων αιώνων, εγκαινιάζοντας τις μαζικές επιθέσεις. Ο Ναπολέων ήταν το απόλυτο κακό. Η αγριότητα ήταν το «αντίδοτό» του. Οπως χαρακτηριστικά είπε ο Saint Rejant στη δίκη: «Η πυρίτιδα δεν ήταν τόσο καλής ποιότητας όσο θα έπρεπε. Εκεί ήταν το λάθος.Οχι στη συνωμοσία ούτε στο ίδιο το σχέδιο».
Ο ίδιος και ο Carbon εκείνο το απόγευμα της 24ης Δεκεμβρίου φόρεσαν τις στολές των αμαξάδων και τοποθέτησαν την άμαξα στη μέση του δρόμου. Ο Limo lan γύρω στις επτά «επιστράτευσε» την πιο αθώα ανάμεσα στους πλανόδιους, τη μικρούλα Πενσέλ που πουλούσε τα ψωμάκια της. Οφειλε μόνο να έχει τον νου της στο άλογο. Μία ώρα 12 νομίσματα, ενώ εκείνος μέσα στην άμαξα φόρτωνε και ξεφόρτωνε. Κάποια στιγμή ο Carbon και ο Saint Rejant έκαναν σινιάλο. Μόλις που υπήρχε χρόνος να ανάψουν το φυτίλι, να πουν στο κοριτσάκι να μην κινηθεί και να απομακρυνθούν χωρίς να τρέξουν. Υστερα φάνηκαν τα άλογα που μαστίγωνε ο αμαξάς Τζερμάνι και ακούστηκαν τα «ζήτω» των περαστικών που αναγνώρισαν τον Ναπολέοντα. Αν και ο τελευταίος είχε συνηθίσει να κοιμάται μόνο όταν ο ίδιος το επέτρεπε στον εαυτό του, εν προκειμένω είχε αποκοιμηθεί. Ακολούθησε ο βρόντος, το φως, ο «σκισμένος» αέρας. Και το μαύρο.
Οι ενοχές ενός δολοφόνου
Ο Carbon και ο Saint Rejant οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα στις 21 Απριλίου του 1801. Τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με ένα μαύρο ύφασμα το οποίο τους έβγαλε ο δήμιος καθώς τους έβαζε να γονατίσουν. Και οι δύο αναφώνησαν: «Για τον βασιλιά» και άφησαν την τελευταία τους πνοή, φορώντας την κόκκινη στολή του πατροκτόνου.
Ο Limo lan δεν συνελήφθη ποτέ. Κατάφερε να δραπετεύσει παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τον κατεδίωκε για πάντα η ανάμνηση της μικρούλας Πενσέλ. Το 1816 έγινε μοναχός, κλείστηκε σε μοναστήρι. Σεβόταν πάντοτε τον νόμο της σιωπής, επιδιώκοντας τη λήθη. Εξαίρεση η 24η Δεκεμβρίου, επέτειος της σφαγής. Κάθε τέτοια ημέρα πήγαινε στον βωμό να κλάψει, στο σκοτάδι, για τον βρόντο του Παρισιού και τα μάτια της Πενσέλ. Για ολόκληρη τη νύχτα, περιμένοντας τα Χριστούγεννα…



