ΜΕ ΔΥΟ ταχύτητες, ως προς τα έσοδά του, κινείται ο ελληνικός αθλητισμός. Τα κατ’ εξοχήν επαγγελματικά αθλήματα, το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, εφαρμόζουν την αμερικανική λογική: το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων τους καλύπτεται από τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Τα υπόλοιπα αθλήματα, αλλά και οι αθλητικοί φορείς, ζουν και συντηρούνται με τα χρήματα του Προ-Πο. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, που το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό, και με το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’90, όταν το μπάσκετ πορεύθηκε στην ίδια κατεύθυνση, τα δύο αθλήματα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των τηλεοπτικών σταθμών και των χορηγών. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας ιδιότυπος ανταγωνισμός ο οποίος ανέδειξε νικητή, και με διαφορά μάλιστα, το άθλημα της καλαθοσφαίρισης. Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία της τελευταίας επταετίας, το μπάσκετ δεκαπλασίασε τα έσοδά του από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, όταν το ποδόσφαιρο μόλις και μετά βίας πέτυχε να τα διπλασιάσει. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο αθλήματα είναι ότι το μπάσκετ βρήκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρθένο έδαφος. Προχώρησε σε έξυπνες κινήσεις, επενέδυσε τα χρήματα που πήρε από την τηλεόραση σε τίτλους και διακρίσεις, μπαίνοντας έτσι όχι μόνο στα σπίτια αλλά και στις καρδιές των Ελλήνων. Για λόγους που δεν έχουν να κάνουν μόνο με την ποιότητα του προσφερόμενου θεάματος, το ποδόσφαιρο δεν προχώρησε σε ανάλογες κινήσεις. Ως το 1987 όλοι οι δείκτες ήταν υπέρ του αθλήματος. Ας όψεται όμως η επιτυχία της Εθνικής ομάδας μπάσκετ ανδρών στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Αθήνας. Οι παράγοντες του μπάσκετ χειρίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο την πείνα των τηλεοπτικών καναλιών για αθλητικό πρόγραμμα εγχώριας παραγωγής και εκτόξευσαν τα έσοδα των ομάδων της Α1 κατηγορίας από 537 εκατ. δρχ. σε 5,8 δισ. δρχ., τα οποία προσέφερε το συνδρομητικό κανάλι το καλοκαίρι προκειμένου να βγάλει εκτός συναγωνισμού την τηλεόραση του Antenna. Την περασμένη Τρίτη και μετά από πρόταση του κ. Σ. Κόκκαλη, οι ΠΑΕ αποφάσισαν να διεκδικήσουν από το συνδρομητικό εννεαπλάσιο ποσόν (18 δισ. δρχ.) από αυτό που έχει συμφωνηθεί με την πενταετή σύμβαση. Τη λύση θα κληθούν να δώσουν τα διαιτητικά δικαστήρια. Το αρνητικό για τα δύο επαγγελματικά αθλήματα είναι ότι δεν επενέδυσαν δραχμή από τα τηλεοπτικά δικαιώματα για να προσελκύσουν φιλάθλους στα γήπεδα. Ο αριθμός των εισιτηρίων μειώνεται σταθερά και μαζί το σύνολο των εσόδων. Από την περίοδο 1992-93 ως και το καλοκαίρι του 1998, τα έσοδα από τα εισιτήρια ήταν 8,9 δισ. δρχ. για το ποδόσφαιρο και 4,5 δισ. δρχ. για το μπάσκετ. Το ίδιο διάστημα τα έσοδα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα εκτοξεύθηκαν στον εντυπωσιακό αριθμό των 18,6 δισ. δρχ. για το ποδόσφαιρο και των 16,7 δισ. δρχ. για το μπάσκετ. Παράλληλα οι Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες της Α’ Εθνικής κατηγορίας εισέπραξαν από το Προ-Πο 8 δισ. δρχ., ενώ οι 14 ομάδες της Α1 κατηγορίας του μπάσκετ επιχορηγήθηκαν από το κράτος με το διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν των 3,3 δισ. δρχ. Κάνοντας τον γενικό λογαριασμό, τα δύο αθλήματα από κοινού έβαλαν στο ταμείο τους μόλις 13,5 δισ. δρχ. από τα εισιτήρια και 46,5 δισ. δρχ. από τα τηλεοπτικά δικαιώματα και τις επιχορηγήσεις. Η αναλογία είναι 1: 3 και κάθε άλλο παρά υγιής μπορεί να χαρακτηρισθεί. Το αρνητικό για την ΕΠΑΕ και τον ΕΣΑΚΕ αναφορικά με τα εσωτερικά πρωταθλήματα είναι ότι άφησαν εκτός παιχνιδιού μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια πανελλαδικής εμβελείας. Δεν ισχύει το ίδιο για τις ομάδες που διακρίνονται στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Στον τομέα αυτόν, χρόνια τώρα το μπάσκετ μαζεύει όλο… τον παρά, έστω κι αν τα τελευταία δύο χρόνια τα ποσά που πληρώνουν τα τηλεοπτικά κανάλια, οι διαφημιστές και οι χορηγοί ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Στο ποδόσφαιρο έχουν εξασφαλισμένα έσοδα της τάξεως του 1 δισ. δρχ. και άνω μόνο οι ομάδες (δύο το πολύ) που συμμετέχουν στο Τσάμπιονς Λιγκ. Για τις υπόλοιπες, είτε παίζουν μπάσκετ είτε ποδόσφαιρο, ισχύει το «όπου φτωχός κι η μοίρα του».



ΟΛΟ και πιο συχνά ακούγεται το τελευταίο διάστημα στους διαδρόμους των γραφείων της Ενωσης Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών (ΕΠΑΕ) η άποψη ότι τα στελέχη της δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης στην περίπτωση που εφαρμοσθεί η κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης για ελεύθερες διαπραγματεύσεις των ομάδων με τα τηλεοπτικά κανάλια. Μόνο που δεν λένε ολόκληρη την αλήθεια. Ούτε σπίτι τους θα πάνε και φυσικά δεν θα εγκαταλείψουν τις ομάδες τους. Το πιθανότερο είναι ότι θα παίρνουν τις αποφάσεις από τα δικά τους γραφεία ή ότι θα συνωστίζονται στους διαδρόμους των τηλεοπτικών καναλιών.


Αν εξετάσει κανείς ιστορικά το θέμα, θα δει ότι σε πολλές χώρες η τηλεόραση εξελίχθηκε σε σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης του επαγγελματικού αθλητισμού. Στις ημέρες μας οι τηλεοπτικοί σταθμοί επενδύουν τεράστια ποσά για την αγορά δικαιωμάτων αθλητικού θεάματος. Την ίδια στιγμή για την τηλεόραση ο αθλητισμός είναι ένας από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της. Επί της ουσίας των πραγμάτων, αθλητισμός και τηλεόραση μετατράπηκαν σε συγκοινωνούντα δοχεία. Ο ένας βοηθάει τον άλλο να επιβιώσει και τανάπαλιν. Σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες το κονδύλι που επιστρέφει στον αθλητισμό ξεπερνάει το 10% των συνολικών εσόδων της τηλεόρασης. Ο αθλητισμός ανεβάζει την τηλεθέαση και οι τηλεθεατές με τη σειρά τους φέρνουν διαφήμιση και έσοδα.


Οι αλλαγές που σημειώθηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες στον ρόλο και στην επίδραση που ασκεί ο αθλητισμός στην κοινωνία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν επαναστατικές. Οι αθλητικές αξίες πέρασαν σε δεύτερο πλάνο και η σημαντικότητα του αθλητικού γεγονότος πάνω από όλα καθορίζεται από τη θεαματικότητα και τις εμπορικές δυνατότητες του ενός ή του άλλου αθλήματος. Η τηλεόραση ασκεί πλέον σημαντική επίδραση στην πολιτική όχι μόνο των ομάδων αλλά και των εθνικών αθλητικών ομοσπονδιών. Από τον κανόνα δεν εξαιρέθηκε ούτε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, καθώς, όπως λέει και ο λαός, «αυτός που πληρώνει παραγγέλνει και τον χορό».


* Στην Αμερική



Στις ΗΠΑ όπου κυριαρχεί η αλληλεξάρτηση αθλητισμού και τηλεόρασης οι αθλητικές μεταδόσεις είναι από τα πιο δημοφιλή προγράμματα. Από τις 50 εκπομπές με τη μεγαλύτερη θεαματικότητα οι μισές είναι αθλητικού περιεχομένου.


Οι Αμερικανοί, όπως και οι Ελληνες, αγαπούν να βλέπουν αθλητικούς αγώνες. Η διαφορά είναι ότι αυτοί δεν απολαμβάνουν τα παιχνίδια από την πολυθρόνα τους. Γεμίζουν τα γήπεδα. Στις διάφορες αθλητικές συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα στις ΗΠΑ ­ με πληθυσμό περίπου 250 εκατομμυρίων ­ κόβονται σε ετήσια βάση περισσότερα από 400 εκατομμύρια εισιτήρια. Τη μερίδα του λέοντος μοιράζονται το μπέιζμπολ και ο ιππόδρομος, με 80 εκατομμύρια εισιτήρια. Ακολουθούν οι αγώνες αυτοκινήτων με 55 εκατομμύρια και λίγο πιο κάτω το μπάσκετ και το χόκεϊ επί πάγου με 20 εκατομμύρια. Για την αγορά των εισιτηρίων οι Αμερικανοί ξοδεύουν τον χρόνο 6-7 δισ. δολάρια, ποσό που αγγίζει το 1/3 του ελληνικού προϋπολογισμού.


Η αγάπη του πληθυσμού των ΗΠΑ για τον αθλητισμό υποχρεώνει τα τηλεοπτικά κανάλια να εκπέμπουν σε ετήσια βάση πάνω από 20.000 ώρες αθλητικό πρόγραμμα. Παράλληλα από το 1980 αυξάνεται σημαντικά ο αριθμός των καλωδιακών και συνδρομητικών καναλιών που έχουν κύριο αντικείμενο τον αθλητισμό.


Στις ΗΠΑ η τηλεόραση χαράζει τις κατευθυντήριες γραμμές του επαγγελματικού αθλητισμού. Ο προϋπολογισμός των ομάδων αλλά και πολλών αθλητικών οργανώσεων εξαρτάται άμεσα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Οι «καναλάρχες» εξέφρασαν μάλιστα δημοσίως την άποψη ότι το αθλητικό οικοδόμημα θα καταρρεύσει εν μια νυκτί, αν αυτοί σταματήσουν να υπογράφουν συμβόλαια. Και αυτά δεν είναι κούφια λόγια. Ετησίως πληρώνουν για τηλεοπτικά δικαιώματα πάνω από 3 δισ. δολάρια. «Χωρίς αυτά τα χρήματα, οι μισές ομάδες του φούτμπολ, του μπέιζμπολ και του μπάσκετ θα σταματούσαν τη λειτουργία τους» υποστηρίζουν και δεν έχουν άδικο. Τα έσοδα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα αποτελούν το 70% του προϋπολογισμού του φούτμπολ, το 50% του μπέιζμπολ και το 40% του μπάσκετ.


Χωρίς την υποστήριξη της τηλεόρασης κανένας παράγοντας, όσο πλούσιος και να είναι, δεν θα ρίσκαρε να αγοράσει οποιαδήποτε επαγγελματική ομάδα. Ισως αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ιδιοκτήτες τηλεοπτικών καναλιών αγοράζουν επαγγελματικές ομάδες. Ο συνδυασμός τους κοστίζει φθηνότερα ή, αν προτιμάτε, αποδίδει περισσότερα.


Από το επαγγελματικό πλαίσιο χρηματοδότησης δεν ξέφυγε ούτε η Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή των ΗΠΑ. Εκτός από τις συμφωνίες που η ίδια υπογράφει με την τηλεόραση, εισπράττει το 10% από τα συμβόλαια των αμερικανικών καναλιών για τη μετάδοση των εκάστοτε Ολυμπιακών Αγώνων. Από τα 715 εκατ. δολάρια που θα καταβάλει το NBC για τη μετάδοση των Ολυμπιακών Αγώνων του Σίδνεϊ το 2000 και τα 545 εκατ. δολάρια για τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Σολτ Λέικ Σίτι το 2002, στον λογαριασμό της Εθνικής Ολυμπιακής Επιτροπής θα μπουν 136 εκατ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 25% του προϋπολογισμού της για την τετραετία 1999-2002.


Ανάλογη είναι η εξάρτηση τηλεόρασης και φοιτητικού αθλητισμού. Ο προϋπολογισμός του κολεγιακού πρωταθλήματος μπάσκετ, για παράδειγμα, καλύπτεται κατά 70% από τα τηλεοπτικά έσοδα, όταν τις αρχές της δεκαετίας του ’80 το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 10%-20%.


* Στην Ευρώπη


Διαφορετική εικόνα επικρατεί στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Παρά το γεγονός ότι και στη Γηραιά Ηπειρο από τη δεκαετία του ’80 κυριαρχεί το εμπορικό στοιχείο, η ανάπτυξη του αθλητισμού υποκύπτει σε διαφορετικούς κανόνες. Το 50%-60% του προϋπολογισμού των αθλητικών οργανώσεων καλύπτεται από κρατικές επιχορηγήσεις, έστω και αν τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης με κύρια πηγή την τηλεόραση και τους σπόνσορες. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το 1993 οι σπόνσορες συνέβαλαν στον προϋπολογισμό των Ολυμπιακών Επιτροπών και των ομοσπονδιών, της Φινλανδίας σε ποσοστό 15% και 30% αντίστοιχα, της Γερμανίας 70% και 23%, της Ελβετίας 30% και 40% και της Βρετανίας 50% και 70%.


Η συνεισφορά της τηλεόρασης ποικίλλει από χώρα σε χώρα και από άθλημα σε άθλημα. Το μεγαλύτερο κομμάτι από τα τηλεοπτικά δικαιώματα πηγαίνει φυσικά στο ποδόσφαιρο. Αν εξαιρέσουμε όμως τις κορυφαίες ομάδες που συμμετέχουν στο Τσάμπιονς Λιγκ, η τηλεόραση καλύπτει τα έσοδα των άλλων συλλόγων το πολύ σε ποσοστό 10%-20%. Την τελευταία δεκαετία η εμφάνιση στην Ευρώπη καλωδιακών και συνδρομητικών καναλιών άλλαξε ριζικά τα δεδομένα και εκτόξευσε στα ουράνια τα έσοδα αλλά και τα έξοδα του ποδοσφαίρου. Μόνο για το Τσάμπιονς Λιγκ της νέας περιόδου τα έσοδα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα θα ξεπεράσουν τα 800 εκατ. ελβετικά φράγκα (περίπου 170 δισ. δρχ.). Ηδη έχουν υπογραφεί συμβάσεις με τηλεοπτικά κανάλια από την Ισπανία, την Ιταλία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ολλανδία, οι οποίες θα καλύψουν το 85% του αρχικού ποσού που υπολόγιζε η UEFA να βάλει στο ταμείο της. Κάτω από αυτές τις συνθήκες αυξάνονται καθημερινά οι πληροφορίες που θέλουν κάποιες ομάδες να ιδρύουν ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, όπως έχει ήδη κάνει η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ενώ δεν λείπουν και οι παροτρύνσεις προς τη ΔΟΕ να προχωρήσει στην ίδρυση τηλεοπτικού οργανισμού ο οποίος θα εκμεταλλεύεται τα δικαιώματα των Ολυμπιακών Αγώνων. Ετσι κι αλλιώς ο 21ος αιώνας αναμένεται να μεγαλώσει την αλληλεξάρτηση αθλητισμού και τηλεόρασης.