Η νίκη του συνδικαλιστικού κινήματος στην πρώτη «μετωπική» αντιπαράθεση με την κυβέρνηση για τις αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα καθιστά πιο δύσκολους τους χειρισμούς της οικονομικής πολιτικής στα μεγάλα «ανοιχτά» θέματα, όπου ενδεχομένως τα συνδικάτα έχουν ισχυρό λόγο: Η ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής, η διατήρηση της δημοσιονομικής πολιτικής στο προκαθορισμένο πλαίσιο (οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για τις αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις αφορούν στην προσεχή διετία), οι αποφάσεις για την απελευθέρωση των «κλειστών επαγγελμάτων» που θίγουν πολυάριθμες επαγγελματικές ομάδες ­ από επιστήμονες (δικηγόρους, πολιτικούς μηχανικούς) ως απλούς επαγγελματίες οδηγούς, ιδιοκτήτες ταξί κ.ά. Τον απολογισμό τής (πρώτης από την εποχή της ιδιωτικοποίησης της Ιονικής Τράπεζας) «μάχης» που είχε η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς εταίρους κάνει σήμερα το οικονομικό επιτελείο το οποίο αναδιπλώνεται, επιρρίπτει το μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών στον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ. Αν. Γιαννίτση και προετοιμάζει να υποβάλει στον πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη ένα νέο σχέδιο για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση.



«Αυτό που προέχει τώρα είναι να χαράξουμε και να ακολουθήσουμε μια πολιτική μικρών βημάτων παρά να επιδιώξουμε άλματα που θα δημιουργήσουν νέες εντάσεις και θα επιβαρύνουν κι άλλο το κλίμα στην οικονομία» δηλώνει στο «Βήμα» ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Ι. Παπαντωνίου που πάντως θεωρεί ότι είναι αναγκαίες οι αλλαγές στο ασφαλιστικό και πρέπει να προχωρήσουν εντός του 2001 για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.


Αυτή τη φορά θέτει ο ίδιος πολιτικές προϋποθέσεις:


1. Να υπάρξουν χρονικά περιθώρια ώστε να επανέλθει η ηρεμία ­ να αποκατασταθεί το ήρεμο κοινωνικό κλίμα.


2. Να προχωρήσει η μεταρρύθμιση σε συναινετική βάση, χωρίς ακραίες λύσεις.


«Πρέπει να προχωρήσουμε σε συμφωνημένη λύση με τα συνδικάτα» δηλώνει ο κ. Παπαντωνίου λέγοντας ότι «είναι σημαντικό να μη μεταφερθεί το πρόβλημα της διατάραξης του κλίματος της εργασιακής ειρήνης στην οικονομία ­ να μείνει έξω η φορολογία».


Για τις δυσάρεστες για την κυβέρνηση εξελίξεις κορυφαίοι παράγοντες του οικονομικού επιτελείου μιλούν για «πολιτική ήττα του κ. Γιαννίτση», ο οποίος όπως ισχυρίζονται κράτησε κλειστά τα χαρτιά του για τις σχεδιαζόμενες προτάσεις ως την τελευταία στιγμή και δεν άφησε κανένα περιθώριο στην κυβέρνηση να διαπραγματευθεί ή να κάνει έναν τακτικό ελιγμό.


Μάλιστα μιλούν για τη «ζημιά» που έχει γίνει στο κλίμα και εκφράζουν την ανησυχία ότι όταν έρθει η ώρα για την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής ­ στις 14 Μαΐου εκπνέει η προθεσμία για την υποβολή δεσμευτικών προσφορών από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματικούς ομίλους ­ η κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε ένα πιο ισχυρό «μέτωπο» αντιδράσεων. Ακόμη εκτιμούν ότι στις συλλογικές διαπραγματεύσεις για την εισοδηματική πολιτική τής προσεχούς διετίας τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα τα δεδομένα έχουν αλλάξει καθώς το συνδικαλιστικό κίνημα ξεκινά από ισχυρότερη θέση.


Υπό αυτές τις συνθήκες το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας επεξεργάζεται ένα νέο σχέδιο που όπως υποστηρίζουν μπορεί να αποτελέσει τη βάση του διαλόγου, όποτε και αν αυτός ξεκινήσει. Το σχέδιο στηρίζεται σε τέσσερις αρχές που ενδεχομένως να ικανοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό τα συνδικάτα, καθώς είναι γενικές αρχές και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εκληφθούν ως αδιαπραγμάτευτοι «όροι».


Οι τέσσερις αρχές είναι:


1. Να παραμείνει ο δημόσιος χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης.


2. Να διατηρηθούν οι γενικές αρχές του συστήματος που είναι το 65ο έτος ηλικίας συνταξιοδότησης για τον ιδιωτικό τομέα και η τριμερής χρηματοδότηση.


3. Να γενικευτούν οι αρχές του ΙΚΑ σε όλους τους ασφαλισμένους με εξαιρέσεις για τις μητέρες και τους εργαζομένους στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.


4. Τα μέτρα που θα συμφωνηθούν να ισχύσουν σε μια μακρά μεταβατική περίοδο, που επίσης θα συμφωνηθεί με τους εργαζομένους.


Το πλαίσιο αυτό δημιουργεί ­ κατά τον κ. Παπαντωνίου ­ μια ισχυρή θέση. Οπωσδήποτε όμως στο τραπέζι του διαλόγου, όπως έχει δηλώσει ανοιχτά η ΓΣΕΕ, τα θέματα που θα κυριαρχήσουν είναι η ενίσχυση της κρατικής συμμετοχής και η οικονομική στήριξη του συστήματος. Η κυβέρνηση πάντως δεσμευμένη και από τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη όχι μόνο δεν είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε αυξήσεις στη φορολογία, αλλά κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.


Για το θέμα αυτό ο κ. Παπαντωνίου προβάλλει τα εξής επιχειρήματα:


1. Η κρατική χρηματοδότηση προς το ασφαλιστικό σύστημα θα υπερβεί εφέτος τα 2 τρισ. δρχ. (αναλυτικά στοιχεία φαίνονται στον πίνακα που παραθέτουμε).


2. Το έλλειμμα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης αυξάνεται μετά το 2010, ίσως και το 2012. Αρα στην τρέχουσα περίοδο δεν υπάρχει πρόβλημα.


Στην επιχειρηματολογία του ο υπουργός βρήκε σύμμαχο τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Λ. Παπαδήμο ο οποίος στην ετήσια έκθεσή του για την οικονομία είπε ότι αυτό που απαιτείται είναι μείωση της φορολογίας με στόχο την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και όχι αύξηση της επιβάρυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.


Σε πολιτικό επίπεδο ο κ. Παπαντωνίου σημειώνει ότι «δεν είναι δυνατόν η σημερινή κυβέρνηση να αποφασίσει την επιβολή φόρων που ίσως χρειαστούν για να στηρίξουν το σύστημα μετά από πέντε ή δέκα χρόνια. Οι όποιες αλλαγές στη φορολογία, μειώσεις ή αυξήσεις φόρων, θα τεθούν στις εκλογές του 2004 όταν το κάθε κόμμα θα προβάλει τις θέσεις του και το πρόγραμμά του».


ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ Ξαναβλέπουν τα στοιχεία των Βρετανών


ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ γραφείο του Πρωθυπουργού έχει διαπιστώσει από τη μελέτη των συμπερασμάτων των βρετανών αναλογιστών ότι πολλά στοιχεία και συμπεράσματα απέχουν από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι πρώτες εκτιμήσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η έκθεση των Βρετανών σκιαγραφεί δυσμενέστερη εικόνα του ασφαλιστικού συστήματος από την πραγματική. Κατά τις ίδιες πληροφορίες την επόμενη εβδομάδα θα είναι έτοιμη μια πιο βελτιωμένη πρόταση για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που θα τεθεί στο τραπέζι του διαλόγου.