Το ερώτημα του στρατηγού Ντε Γκωλ για τη Γαλλία «πώς μπορεί να κυβερνήσει κανείς μια χώρα με 325 είδη τυριών;» ήταν απολύτως ρητορικό. Διαβάζοντας κανείς τα «Αντι-απομνημονεύματα» του Αντρέ Μαλρό διαπιστώνει ότι το ζήτημα είχε λυθεί προτού διατυπωθεί: μπορεί κάθε Γάλλος να έτρωγε το τυρί που προτιμούσε, αλλά από την ώρα που έδωσε πλειοψηφία στο κόμμα του στρατηγού το «κρατικό τυρί», η άσκηση δηλαδή της εξουσίας, υπήρξε μια κατ’ εξοχήν προσωπική επιλογή του Ντε Γκωλ. Ακόμη και οι στενότεροι συνεργάτες του, υπουργοί – θηρία ισχύος και κύρους, όπως ο ίδιος ο Μαλρό ή ο Πιερ Μεσμέρ, θεωρούσαν προνόμιο όχι το δικαίωμα να διαφωνούν, αλλά τη δυνατότητα να διαλέγονται μαζί του προτού ο πρόεδρος λάβει την απόφασή του.
Το αντίστοιχο ερώτημα του κ. Σημίτη εμφανίζεται πολύ διαφορετικό: «Πώς μπορεί να κυβερνήσει κανείς μια χώρα στην οποία οι ισχυρότερες συγκρούσεις και οι εντονότερες διαφορές παρουσιάζονται μέσα στο ίδιο το κυβερνών κόμμα;». Εννέα βουλευτές του ΠαΣοΚ ονειδίζουν την κυβερνητική εκστρατεία για την προβολή των κυβερνητικών θέσεων. Ο στενά προσκείμενος στον κ. Σημίτη υφυπουργός κ. Μπαλτάς τους χαρακτηρίζει «πέμπτη φάλαγγα» και η πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας κυρία Διαμαντοπούλου δεν αποκλείει ότι όλα αυτά μπορεί να σημαίνουν αδυναμία πολιτικής συστέγασης των διαμετρικά αντίθετων θέσεων και λογικών. Τριάντα βουλευτές του στενού εκσυγχρονιστικού πυρήνα ετοιμάζουν διάβημα στον Πρωθυπουργό με το μήνυμα ότι δεν πρέπει να θεωρούνται «δεδομένοι» αν η κυβερνητική πολιτική δεν αποκτήσει σαφέστερα εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά. Αλλά και άλλοι 30 βουλευτές του ΠαΣοΚ, που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του κ. Γιάννη Χαραλαμπόπουλου προ διμήνου, το ίδιο μήνυμα έστειλαν στον Πρωθυπουργό προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση.
Ο κ. Δ. Ρέππας διαβεβαιώνει ότι όλα αυτά υπάγονται στο δικαίωμα των στελεχών να «εκφράζουν την άποψή τους». Ωστόσο στον κυβερνητικό εκπρόσωπο προφανώς δεν διαφεύγει η μικρή λεπτομέρεια ότι η ψήφος προς το ΠαΣοΚ δεν εδόθη για την κατοχύρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των στελεχών, που άλλωστε δεν απειλούνται από κανέναν, αλλά για την άσκηση μιας ορισμένης πολιτικής. Και αρχίζει να γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διακρίνει κανείς το ακριβές νήμα της κυβερνητικής πολιτικής πίσω από τον κουρνιαχτό των δηλώσεων και αντιδηλώσεων, όσο και τη νέα και πρωτοφανή μορφή συμπολίτευσης, τη στήριξη της κυβερνητικής πολιτικής «α λα καρτ» από τους ίδιους τους υπουργούς.
Τα κυβερνητικά προβλήματα πηγάζουν από τον τρόπο που επέλεξε ο κ. Σημίτης να απαντήσει στο ερώτημα του στρατηγού Ντε Γκωλ. Ο κ. Σημίτης επιδίωξε να εγκαθιδρύσει ένα μοντέλο διακυβέρνησης στηριγμένο στην αρχή της «νέας συλλογικότητας». Η απάντηση στον Ντε Γκωλ στα καθ’ ημάς ήταν ότι κατάλληλο τυρί είναι εκείνο που προσδιορίζουν οι συλλογικές διαδικασίες συζήτησης και απόφασης στα κυβερνητικά και κομματικά όργανα. Αλλά de gustibus non disputandum est. Δεν μπορεί δηλαδή να υπάρξει έλλογη επιχειρηματολογία στηριγμένη στο γούστο, στην ατομική προαίρεση, στα κίνητρα, στις πολυποίκιλες προσωπικές αφετηρίες, στοχεύσεις και αγωγές της πλειάδας των στελεχών που συναπαρτίζουν ένα συλλογικό σώμα. Διότι πέρα από τις επίσημες θέσεις και πλατφόρμες των ρευμάτων και τάσεων και των ομαδοποιημένων αντιδράσεων, νομιμοποιούνται προσθέτως οι «προσωπικές αποχρώσεις και παραλλαγές», που ακυρώνουν στην καθημερινή πρακτική την ενιαία, συμπαγή και αποτελεσματική άσκηση, προβολή και υποστήριξη της κυβερνητικής πολιτικής.
Οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση θα είχε πιθανόν καταρρεύσει υπό το βάρος παρόμοιων εσωτερικών αντινομιών. Αλλά η κυβέρνηση Σημίτη διασώζει και συνεχίζει να υπηρετεί τους πολιτικούς της στόχους, διότι κατά πλήρη αντίθεση στον χαλαρό τύπο διακυβέρνησης που έχει επιλέξει η «ατζέντα» των κυβερνητικών επιλογών είναι απολύτως καθαρή και διαυγής. Οση ρευστότητα έχει επιτρέψει ο Πρωθυπουργός στο κόμμα, στην κυβέρνηση και στις συμπεριφορές στελεχών, τόσο συμπαγής, μεθοδικός, ακριβής, αταλάντευτος και διάφανος είναι στους πολιτικούς στόχους που έχει θέσει.
Κανένας δεν μπορεί πειστικά να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει «πού το πάει ο Σημίτης». Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους η πλειοψηφία των αντιπολιτευομένων στελεχών αναγνωρίζει στον Πρωθυπουργό αυτή τη σαφήνεια και καθαρότητα επιλογών για την ΟΝΕ, αλλά θα εκφράσει διαφωνία στους χειρισμούς. Και δεν χρειαζόταν να διαγραφούν οι κκ. Μάνος, Σουφλιάς και Κοντογιαννόπουλος για να γίνει δημόσια ορατό ότι σοβαρές δυνάμεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης συμμερίζονται την ίδια κατεύθυνση στόχων.
Οπως ούτε ο κ. Παπαγιαννάκης ή η κυρία Δαμανάκη είναι οι μόνοι στον Συνασπισμό που συμφωνούν στη λογική της «πολιτικής ατζέντας Σημίτη». Και, τέλος, όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή επιλογή αποτελεί σταθερή πλειοψηφική αξίωση της ελληνικής κοινωνίας και ο κ. Σημίτης παραμένει αξιόπιστος εκφραστής της.
Το ερώτημα για την κυβέρνηση δεν είναι «τι κάνουμε», αλλά «πώς». Ολες οι πληροφορίες βεβαιώνουν ότι ο Πρωθυπουργός δεν μεταβάλλει κατ’ ελάχιστον ούτε καν επιτρέπει σχετική συζήτηση την απόφασή του για εκλογές το 2000. Ωστόσο τρεις, τουλάχιστον, βασικοί υπουργοί, οι οποίοι έθεσαν θέμα ανασχηματισμού το τελευταίο διάστημα, δεν διεκόπησαν προτού καν αρχίσουν να επιχειρηματολογούν, όπως στο παρελθόν. Οπωσδήποτε πάντως διέγνωσαν ότι ο Πρωθυπουργός μελετά συστηματικά και προσεκτικά τη φύση των πολιτικών πρωτοβουλιών που θα κατοχυρώσουν την επιτυχία των στόχων της κυβερνητικής πολιτικής για την επόμενη διετία
Ετσι ώστε, αν εκδηλωθεί αυτή η πολιτική πρωτοβουλία, να αποδειχθεί ότι όσοι συγκροτούν στρατηγικές στηριγμένες στο προσωπικό τους γούστο να ξεχνούν πως ορισμένες φορές το «τυρί» μπορεί απλώς να κρύβει τη «φάκα».



