Οταν πριν από 27 αιώνες, στις όχθες του Πακτωλού ποταμού, οι Ελληνες της Μικράς Ασίας μαζί με τους Λυδούς επινοούσαν το νόμισμα στη μορφή που το γνωρίζει και το χρησιμοποιεί ως σήμερα όλος ο πολιτισμένος κόσμος, ίσως δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι προσέφεραν ταυτόχρονα στην ανθρωπότητα έναν νέο θεό. Εναν θεό που έφερε όλες τις λατρευτικές συνέπειες: αγαπήθηκε πολύ, δοξάστηκε και ντύθηκε όλα τα στολίδια της τέχνης· έγιναν πόλεμοι στο όνομά του· κυριάρχησε στη ζωή των ανθρώπων· ρύθμισε και ρυθμίζει διακρατικές σχέσεις και ήταν το μέσο για να εξαγοραστούν ιδέες, συνειδήσεις, ακόμη και… αμαρτήματα.
Το πρώτο «κλίρινγκ» της αρχαιότητας, το οποίο γινόταν με την ανταλλαγή εμπορευμάτων, το διαδέχθηκε η χρήση του οβελού ως μέσου ανταλλαγής. Ωστόσο οι δυσκολίες από τη μεταφορά των βαριών σιδερένιων οβελών οδήγησαν στην αναζήτηση πιο εύχρηστων και πρακτικών λύσεων, για να φθάσουμε στην εφεύρεση του νομίσματος σε μορφή κέρματος.
Απαρχή των προσπαθειών για ένα ισχυρό νόμισμα μπορούν να θεωρηθούν οι νομισματοκοπίες τριών σημαντικών ελληνικών πόλεων-κρατών: της Αίγινας, των Αθηνών και της Κορίνθου. Αργότερα ο Φίλιππος Β´ της Μακεδονίας καθιέρωσε μια ισχυρή νομισματοκοπία που διαδόθηκε κυρίως στον χώρο της Χερσονήσου του Αίμου, ενώ ο Μέγας Αλέξανδρος, δημιουργώντας ένα αχανές κράτος, επέβαλε ταυτοχρόνως ένα πανομοιότυπο νομισματικό σύστημα από τα Καρπάθια όρη ως τον Ινδό ποταμό.
Τη σκυτάλη παρέλαβαν οι Ρωμαίοι, ενώ ο χρυσός σόλιδος του Μεγάλου Κωνσταντίνου επικράτησε στη διεθνή οικονομικοπολιτική σκηνή για περισσότερα από 700 χρόνια.
Κατά τους νεότερους χρόνους στο πολύχρωμο μωσαϊκό των οικονομικοπολιτικών φαινομένων έλαμψαν ιδιαίτερα περιπτώσεις νομισμάτων εύρωστων ή ανερχόμενων κρατών που διεθνοποιήθηκαν χρησιμοποιούμενα κυρίως σε παγκόσμιας εμβέλειας εμπορικές συναλλαγές, για να φθάσουμε στις ημέρες μας όπου η μετάβαση στην τρίτη χιλιετία μ.Χ. σημαδεύεται από τη γέννηση του ευρώ.
Είναι σήμερα γενικά αποδεκτό ότι τα παλιότερα νομίσματα με τη μορφή του κέρματος εμφανίστηκαν γύρω στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. στις δυτικές ακτές της Μ. Ασίας. Δεν συμφωνούν όμως οι ειδικοί για τους λόγους που προκάλεσαν την επινόηση του νομίσματος, όπως και για τον πρώτο ευρετή του. Πριν από την εμφάνισή του οι άνθρωποι αντάλλασσαν μεταξύ τους τα διάφορα προϊόντα που τους περίσσευαν και έτσι αποκτούσαν τα αναγκαία προς το ζην. Είχαμε δηλαδή μια πρώτη μορφή εμπορίου με ανταλλαγή προϊόντων, ένα είδος «κλίρινγκ». Ωστόσο οι συναλλασσόμενοι δεν μπορούσαν να έχουν ανά πάσα στιγμή περισσευούμενα εμπορεύματα για ανταλλαγή, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα εμπορεύματα αυτά ήταν εξαιρετικά δύσχρηστα ή ευπαθή. Ακόμη, το γεγονός ότι τα ανταλλάξιμα προϊόντα ήταν ανομοιογενή δημιουργούσε στις συναλλαγές πρόσθετες δυσκολίες, αφού δεν ήταν εύκολο να προσδιοριστεί η αναμεταξύ τους αξία.
Αναζήτησαν λοιπόν ένα είδος εμπορεύματος που μπορούσαν να το έχουν στη διάθεσή τους ανά πάσα στιγμή και μάλιστα όσο γίνεται αναλλοίωτο και χρήσιμο σε όλους, με σταθερή τιμή γενικά αποδεκτή. Και ως τέτοιο επέλεξαν ζωντανά, κυρίως αιγοπρόβατα και βοοειδή. Ο γεωργός που παρήγε δημητριακά, αφού κρατούσε την ποσότητα που χρειαζόταν για τη διατροφή της οικογένειάς του, διέθετε το περίσσευμα για ανταλλαγή και αυτό, ανάλογα με την ποσότητά του, μεταφραζόταν σε αριθμό αρνιών ή βοδιών. Στον Τρωικό Πόλεμο τα χρυσά όπλα του Γλαύκου, εγγονού του Βελλεροφόντη, είχαν αξία εκατό βοδιών, ενώ στον Ομηρο και τον Ησίοδο οι λέξεις πολυβούτης (= ο έχων πολλά βόδια) και αβούτης (= αυτός που δεν έχει βόδια) σήμαιναν τον πλούσιο και τον φτωχό αντίστοιχα. Η καταμέτρηση λοιπόν της περιουσίας ενός ανθρώπου γινόταν με βάση τον αριθμό των βοσκημάτων του, με βάση δηλαδή τον αριθμό των κεφαλιών που διέθετε. [Ετσι λοιπόν και οι πολύ γνωστοί όροι capital (= περιουσία, κεφάλαιο) και καπιταλισμός προέρχονται από τη λατινική λέξη capita = κεφάλι!] Ομοιες μορφές ανταλλαγών δεν είναι άγνωστες και σε νεότερες εποχές. Στην Ισλανδία π.χ. η αποτίμηση της αξίας των εμπορευμάτων γινόταν τον 15ο αι. σε παστά ψάρια. Ενα ζεύγος υποδημάτων κόστιζε 20 παστά ψάρια και ένα δοχείο βουτύρου 120.
Η χρήση του οβελού
Με την εξάπλωση του εμπορίου και γενικότερα με την πρόοδο του πολιτισμού και ο παραπάνω τρόπος συναλλαγών αποδείχθηκε ανεπαρκής. Η μετακίνηση π.χ. των βοσκημάτων και μάλιστα σε μακρινές αποστάσεις δεν ήταν εύκολη, ενώ διάφορες ασθένειες ή κακές καιρικές συνθήκες συχνά τα αποδεκάτιζαν. Ετσι οι άνθρωποι στράφηκαν στην αναζήτηση άλλου μέσου για τις συναλλαγές τους, που ενώ θα παρέμενε αναλλοίωτο στον χρόνο και θα είχε σταθερή αξία αποδεκτή από όλους, θα ήταν συγχρόνως και εύχρηστο. Τα ανθεκτικά και συνήθως αμετάβλητα μέταλλα εξυπηρετούσαν κατά τον καλύτερο τρόπο το σκοπό αυτόν. Ορισμένα μάλιστα από αυτά, όπως ο χρυσός και ο άργυρος, είναι και σπάνια, επομένως έχουν και από μόνα τους πραγματική αξία και καταλαμβάνουν περιορισμένο χώρο. Στην αρχή τα μέταλλα είναι πιθανόν ότι χρησιμοποιούνταν στις συναλλαγές χωρίς να έχουν συγκεκριμένη μορφή. Στη συνέχεια όμως άρχισαν να παίρνουν διάφορα σχήματα, όπως του πέλεκυ ή του δέρματος ζώου, αφού χύνονταν σε καλούπια ανάλογης μορφής. Αργότερα πάντως πήραν τη μορφή οβελού, δηλαδή σούβλας. Εγιναν έτσι συγχρόνως και χρηστικά. Η χρήση του οβελού και μάλιστα από σίδηρο ως μέσου ανταλλαγής, δηλαδή ως είδους νομίσματος, εμφανίστηκε πιθανόν στις πρώτες δεκαετίες του 7ου αι. π.Χ. Το πάχος του ήταν τέτοιο ώστε μια παλάμη να μπορεί να κρατήσει έξι τέτοιους οβελούς μαζί. [Σημειώνω ότι από το ρήμα δράσσομαι (= πιάνω σφικτά την ποσότητα που χωρά στην παλάμη) προέρχεται η λέξη δραχμή, που ακόμη και σήμερα αποτελεί την ονομασία της νομισματικής μας μονάδας.]
Η χρήση των οβελών ως μέσων συναλλαγής συνεχίστηκε, σε περιορισμένη βέβαια κλίμακα, και μετά την ανακάλυψη του νομίσματος. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, όταν σκοτώθηκε ο περίφημος θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας το 362 π.Χ., τα μόνα χρήματα που βρέθηκαν στο σπίτι του ήταν ένας «οβελίσκος σιδηρός».
Ωστόσο οι δυσκολίες που προκύπτουν από τη μεταφορά των βαριών σιδερένιων οβελών και η χρονοβόρος διαδικασία του συχνού ζυγίσματός τους, κάθε φορά που γινόταν μια εμπορική πράξη για να εξακριβωθεί το βάρος τους, οδήγησαν στην αναζήτηση πιο εύχρηστων και πρακτικών λύσεων. Ετσι φτάσαμε στην εφεύρεση του νομίσματος σε μορφή κέρματος, που προϋποθέτει συμφωνία των ενδιαφερομένων τόσο για το βάρος του όσο και για την περιεκτικότητα του μετάλλου του. Η πόλη-κράτος που έκοβε νόμισμα εγγυόταν για τα δύο αυτά στοιχεία, ώστε να μη χρειάζεται κάθε φορά ζύγισμα. Η εγγύηση δινόταν μέσω της επίσημης σφραγίδας με την οποία σφράγιζαν το νόμισμα, και η οποία συχνά απεικόνιζε την κύρια θεότητα της πόλης. Με τον τρόπο αυτό το νόμισμα ετίθετο και κάτω από την προστασία του θείου, πράγμα που αποθάρρυνε ίσως και τους τυχόν επίδοξους κιβδηλοποιούς.
Σύμβολο ανεξαρτησίας
Ο Αριστοτέλης με σαφήνεια μας περιγράφει τη χρήση των μετάλλων ως μέσου συναλλαγών και μας δίνει τις απόψεις του για τη γέννηση του νομίσματος: «Επειδή όλο και πλήθαιναν οι ξένες χώρες από τις οποίες εισήγαν τα προϊόντα τους που είχαν ανάγκη και στις οποίες εξήγαν τα προϊόντα που τους περίσσευαν, άρχισε να χρησιμοποιείται αναγκαστικά το νόμισμα. Επειδή τα διάφορα είδη πρώτης ανάγκης δεν ήταν πάντα εύκολο να μεταφερθούν, έγινε μια αμοιβαία συμφωνία για τις εμπορικές ανταλλαγές, που καθόριζε ως ανταλλακτικό μέσο ένα ορισμένο υλικό, το οποίο θα διατηρούσε την αξία του και θα διευκόλυνε, όντας εύχρηστο, την ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών. Πήραν δηλαδή τον σίδηρο, το ασήμι ή οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο μέταλλο, και καθόρισαν αρχικά την αξία του απλώς από το μέγεθος και το βάρος του, αλλά τελικά, για να αποφύγουν τον κόπο να το μετρούν, το σφράγισαν αποτυπώνοντας πάνω του την ποσότητα του μετάλλου» (μτφ. Στ. Πασχάλης).
Τα πρώτα νομίσματα, που κατασκευάστηκαν από ήλεκτρο φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου σε αναλογία περίπου 70 προς 30 , κόπηκαν στη Λυδία και Ιωνία της Μ. Ασίας. Ορισμένοι πιστεύουν ότι η εφεύρεσή τους οφείλεται στους Λυδούς, ενώ άλλοι την αποδίδουν στους Ελληνες της Ιωνίας. Στους πρώτους αιώνες της νομισματοκοπίας το κύριο μέταλλο κατασκευής νομισμάτων ήταν ο άργυρος, ενώ ο χαλκός απαντά αργότερα από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. Και ενώ οι περισσότεροι μελετητές, συμφωνώντας και με τον Αριστοτέλη, θεωρούν ότι η χρήση του νομίσματος-κέρματος έγινε για να διευκολυνθούν οι εμπορικές συναλλαγές, υπάρχουν ορισμένοι άλλοι που υποστηρίζουν ότι τα πρώτα νομίσματα εκδόθηκαν για να πληρωθούν μισθοφορικά στρατεύματα, αφού οι ξένοι, ως γνωστόν, δεν ήταν δυνατόν να πληρωθούν π.χ. με την παροχή σ’ αυτούς τμήματος γης. Αλλοι πιστεύουν ότι το νόμισμα-κέρμα επινοήθηκε για να προσδιοριστούν οι αξίες συγκεκριμένων αγαθών και η εμφάνισή του τη δεδομένη χρονική στιγμή συσχετίζεται με τη σύγχρονη εμφάνιση και ορισμένων άλλων μέτρων, όπως π.χ. η κωδικοποίηση των νόμων.
Αλλωστε και ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι το νόμισμα βοηθά, εκτός των άλλων, και στην εκτίμηση της αξίας των προϊόντων που ανταλλάσσονταν: «Ολα τα πράγματα που ανταλλάσσονται πρέπει να μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Από την ανάγκη αυτή προήλθε το νόμισμα, που γίνεται κατά κάποιο τρόπο το μέσο· διότι το νόμισμα μετρά τα πάντα, επομένως μετρά και την υπεροχή και την έλλειψη, πόσα δηλαδή ακριβώς υποδήματα έχουν αξία ίση με ένα σπίτι ή με μια ποσότητα τροφής» (μτφ. Στ. Πασχάλης). Ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν στην επινόηση του νομίσματος, γεγονός είναι ότι αυτό, πολύ γρήγορα, έγινε και σύμβολο της ανεξαρτησίας της πόλης που το εξέδιδε. Γι’ αυτό το λόγο νομίσματα έκοβαν και πόλεις που δεν είχαν αναπτύξει έντονες εμπορικές δραστηριότητες. *
Εργα υψηλής τέχνης
Τα παλιότερα νομίσματα δεν φέρουν παραστάσεις. Γρήγορα όμως αποκτούν παράσταση στη μια τους όψη, ενώ στην άλλη υπάρχει ένα έγκοιλο τετράγωνο. Ωστόσο, μετά τα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., συναντούμε παραστάσεις και στις δύο όψεις τους. Πάνω στα αρχαία ελληνικά νομίσματα, εκτός από παραστάσεις θεών και ηρώων συχνά ορισμένα από τα παλιότερα νομίσματα εικονίζουν ζώα ή τέρατα σχετιζόμενα επίσης με θεούς , έχουμε μυθολογικές παραστάσεις, παραστάσεις που αναφέρονται σε ιστορικά ή αθλητικά συμβάντα, στις ίδιες τις εκδότριες πόλεις και σε προϊόντα ιδιαίτερα σημαντικά για την οικονομία τους, αργότερα, τέλος, και απεικονίσεις βασιλέων.
Τα νομίσματα, ως προς το βάρος τους, κατασκευάζονταν με βάση ορισμένους σταθμητικούς κανόνες, όπως π.χ. ήταν ο ευβοϊκοαττικός, ο αιγινήτικος, ο θρακομακεδονικός. Η αναγνώρισή τους είναι ιδιαίτερα χρήσιμη αφού, εκτός των άλλων, βοηθά στην εξακρίβωση τυχόν επιρροών που ασκούσαν οι μεγαλύτερες και ισχυρότερες οικονομικά πόλεις πάνω στις ασθενέστερες ή στη γνώση τυχόν εμπορικών συνθηκών που ίσχυαν σε ορισμένες εποχές. Οι πιο συνήθεις νομισματικές υποδιαιρέσεις ήταν ο στατήρας (= 2 δραχμές), η δραχμή (= 6 οβολοί) και ο οβολός. Κλείνοντας το κείμενο αυτό είναι σκόπιμο να σημειώσουμε και κάτι άλλο. Τα αρχαία ελληνικά νομίσματα είναι συχνά και έργα υψηλής τέχνης, πάνω στα οποία, κυρίως κατά τον 5ο αι. π.Χ., ορισμένοι δημιουργοί τους δεν δίσταζαν να αναγράφουν υπερήφανοι και το όνομά τους. Ωστόσο το παλιότερο γνωστό ως σήμερα όνομα το συναντούμε σε νομίσματα της Εφέσου που κόπηκαν γύρω στο 600 π.Χ. και πιθανόν να αναφέρεται σε έναν τραπεζίτη.
* Ο κ. Μιχάλης Α. Τιβέριος είναι καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.



