Διάβαζα προ καιρού για μια επικοινωνιακή και διαφημιστική εκστρατεία που ξεκίνησε η κυβέρνηση, με τη σύσταση μάλιστα και αρμόδιου επιστημονικού συμβουλίου, σε μια προσπάθεια να βελτιώσει την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας στο εξωτερικό και αναρωτήθηκα για το τι στοιχειοθετεί και καθορίζει την εικόνα της χώρας έξω από τα σύνορά της. Είναι δυνατόν με μια απλή αλλαγή στρατηγικής ή με την επιστράτευση επικοινωνιολόγων ή άλλων ειδικών να ανασχηματισθεί εύκολα και ριζικά; Η εικόνα μιας χώρας είναι εν τέλει τόσο εύθραυστη όσο και ανθεκτική και τούτο γιατί δεν πρόκειται για ένα συμπαγές σχήμα αλλά για μια σειρά από αλληλένδετες εικόνες.
Αν επιχειρούσαμε μια κατάταξή τους με βάση τη μεταβλητότητά τους, νομίζω ότι η πιο ευμετάβλητη εικόνα μιας χώρας είναι η πολιτική. Μπορούν κάποια γεγονότα να μεταβάλουν άρδην αυτή την εικόνα, όπως η σύλληψη του Πινοσέτ ανέτρεψε για αρκετούς Χιλιανούς την εικόνα που είχαν για τη Βρετανία ή η υπόθεση Οτσαλάν την υπόληψη της Ιταλίας στην Τουρκία και της Ελλάδας μεταξύ των Κούρδων, αλλά και διεθνώς. Ενίοτε αυτή η πολιτική εικόνα καθίσταται τόσο εδραιωμένη, ώστε να είναι αδύνατο να αλλάξει, εκτός αν υπάρξει κάποια θεαματική ανατροπή. Τι θα μπορούσε, λόγου χάρη, να αλλάξει την εικόνα της Σερβίας ή του Ιράκ σήμερα;
Αν αφήσουμε κατά μέρος την πολιτική εικόνα μιας χώρας και εξετάσουμε τις άλλες, ίσως τις πιο ανθεκτικές, θα μπορούσαμε κατ’ αρχήν να διακρίνουμε τρεις βασικές εθνικές εικόνες: την οικονομική, την πολιτισμική και την τουριστική. Πόσο αλληλοεξαρτώμενες είναι αυτές οι εικόνες ή ποια υπερισχύει των άλλων; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, αλλά αν πάρουμε ως παράδειγμα την Ελλάδα, θα διαπιστώσουμε ότι η οικονομική εικόνα της χώρας επηρεάζει την πολιτισμική. Ως πρόσφατα οι οικονομικοί δείκτες συνιστούσαν το αιτιολογικό ή το πρόσχημα με βάση το οποίο η Ελλάδα ανήκε στην περιφέρεια και όχι στην καρδιά της Ευρώπης. Αλλά το πιο σημαντικό σε αυτή την περίπτωση είναι ότι η οικονομική δυσπραγία της χώρας και η συνακόλουθη εικόνα της δεν εχρησιμοποιείτο μόνο ως πρόσχημα για τη μη επιστροφή των Ελγίνειων μαρμάρων αλλά και για τη διαμόρφωση της πολιτιστικής εικόνας της ως βυζαντινίζουσας και όχι αρχαιοελληνικής, ως βαλκανικής και όχι μεσογειακής.
Αναφέρω δύο ενδεικτικές και σχετικά πρόσφατες αγγλικές γνωμοδοτήσεις. Η πρώτη: «Η δεκαετία του 1990 για την Ελλάδα θα σημάνει, κατά πάσα πιθανότητα, την εκ νέου ανακάλυψη της ταυτότητάς της ως βαλκανικής χώρας και τη διαδικασία τής μεγαλύτερης αποστασιοποίησης από τη Βόρεια Ευρώπη» (James Pettifer, The Greeks: The Land and People since War, 1993). Και η δεύτερη: «Το Βυζάντιο και όχι η Αθήνα του Περικλή είναι ο πολιτισμικός, πολιτικός και διοικητικός πρόδρομος της σύγχρονης Ελλάδας» (The Times, 25 Νοεμβρίου 1998).
Χρησιμοποιώντας την ως πρόσφατα οικονομική εικόνα της χώρας, αλλά και την προβολή της Ορθοδοξίας, ως άλλοθι, τέτοιες γνώμες προσπαθούν να θεμελιώσουν την πολιτισμική εικόνα της Ελλάδας ως βαλκανικής χώρας με εντονότερο το βυζαντινό παρά το αρχαιοελληνικό παρελθόν. Κατά πόσον το Βυζάντιο μπορεί να συνδεθεί αποκλειστικά με τα Βαλκάνια είναι ένα ζήτημα που σηκώνει αρκετή συζήτηση, αλλά δεν είναι της στιγμής. Το παράδοξο σε αυτή την περίπτωση είναι ότι από τη μία ο οικονομικός παράγοντας χρησιμοποιείται έμμεσα για να αναιρέσει την ευρωπαϊκή εικόνα της χώρας και από την άλλη επιστρατεύεται για να χρίσει παρηγορητικά την Ελλάδα ως οικονομική υπερδύναμη στη Βαλκανική χερσόνησο.
Πόσο όμως η πολιτισμική εικόνα της Ελλάδας ως βαλκανικής και βυζαντινής συντονίζεται με την τουριστική ή ακόμη και τη λογοτεχνική εικόνα της; Πόσο το μελαγχολικό και ομιχλώδες βαλκανικό τοπίο (γνώριμο στους ξένους από τις διεθνείς ταινίες του Αγγελόπουλου) συνάδει με τις γαλάζιες και πρόσχαρες εικόνες του Αιγαίου που προβάλλονται κατά κόρον από τα τουριστικά πρακτορεία, περιοδικά, αλλά και ποιητικά κείμενα; Ως ποιο βαθμό η γκρίζα βαλκανοποίηση και ο μυστικιστικός βυζαντινισμός (όροι με αρνητικές συνδηλώσεις διεθνώς) μπορούν να ανατρέψουν την εδραιωμένη εικόνα μιας μεσογειακής, κλασικής και παγανιστικής Ελλάδας με φως, κίονες και ανοιχτούς θαλασσινούς ορίζοντες;
Ηδη ο Ζακ Λακαριέρ στη συνέντευξή του, την οποία αναδημοσίευσε «Το Βήμα» (6 Δεκεμβρίου 1998), το επιχείρησε διαχωρίζοντας την ευρωπαϊκή (αρχαιοελληνική) συνείδηση του Ελληνα από το βαλκανικό, ορθόδοξο και βυζαντινό υποσυνείδητό του, μετασχηματίζοντας το παλαιό δίπολο που τοποθετούσε ερωτηματικά την Ελλάδα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, Διόνυσου και Απόλλωνα, σε ένα πιο απτό και ιστορικά νωπό σχήμα μεταξύ Ευρώπης και Βαλκανίων, μεσογειακού κλασικισμού και βυζαντινίζουσας Ορθοδοξίας. Ο Λακαριέρ αποφαίνεται ότι η Ελλάδα με την Ορθοδοξία έγινε μια χώρα βαθιά βαλκανική τονίζοντας: «Βρίσκεται γεωγραφικά στη Μεσόγειο, αλλά ιστορικά, οικονομικά και πνευματικά βρίσκεται στα Βαλκάνια και στον ορθόδοξο κόσμο, δίπλα στη Ρωσία και στη Σερβία». Ας προσέξουμε εδώ ότι η Ελλάδα τοποθετείται όχι μόνο πνευματικά αλλά και οικονομικά στα Βαλκάνια.
Αυτή όμως η πολιτιστική εικόνα ή τοποθέτηση της Ελλάδας εξαρτάται από δύο άλλες εικόνες που λειτουργούν ως ισχυρά παραπληρώματα: την οικονομική και την τουριστική. Αν η οικονομική εικόνα της Ελλάδας βελτιωθεί με την ένταξή της στην ΟΝΕ, αυτό θα σημάνει ότι η βαλκανική και βυζαντινή πολιτισμική εικόνα της, η οποία τώρα προωθείται, θα είναι δύσκολο να στηριχθεί. Αν πάλι η τουριστική εικόνα της χώρας αντικαταστήσει τα ασβεστωμένα νησιώτικα σπίτια με πετρόκτιστα αρχοντικά ή ρημοκλήσια σε βουνοκορφές και τους αμφορείς ή τα μάρμαρα με βυζαντινές εικόνες, τότε πιθανώς η πλάστιγγα της πολιτισμικής εικόνας να γείρει ανάλογα. Είναι ενδεικτικό εν προκειμένω το παράδειγμα της Τουρκίας, που κοσμεί συστηματικά την τουριστική εικόνα της με κλασικές αρχαιότητες για να υπογραμμίσει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της και να αντισταθμίσει την ισλαμική ταυτότητά της.
Βέβαια την τουριστική εικόνα μιας χώρας δεν τη διαμορφώνουν μόνο οι κρατικοί οργανισμοί ούτε οι τουριστικοί, αλλά και η λογοτεχνία. Αν την οικονομική εικόνα της την αντικατοπτρίζουν τα χρηματιστήρια, την τουριστική της την εκφράζει το λογοτεχνικό χρηματιστήριο. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα υπέθετα ότι τον καλύτερο επικοινωνιολόγο που θα μπορούσε να προσλάβει η ελληνική κυβέρνηση για την εικόνα της χώρας θα ήταν ο Λουί ντε Μπερνιέ, το βιβλίο του οποίου Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα μόνο στη Βρετανία και αποτελεί την καλύτερη διαφήμιση, καίτοι δεν αποφεύγει τα πολιτισμικά στερεότυπα, όχι μόνο για την Κεφαλλονιά, όπου διαδραματίζεται, αλλά και για ολόκληρη τη χώρα.
Ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη φαίνεται να βρήκε έναν ισάξιο σύμμαχο, αν όχι αντικαταστάτη, που θα διαφημίζει τον ελληνικό διονυσιασμό και θα διαιωνίζει τη μυθοπλασία των ελληνικών νησιών, έστω και χωρίς έναν σύγχρονο Ζορμπά, που, ας μη μας διαφεύγει, ήταν ένας ακατέργαστος Βαλκάνιος και θάφτηκε στα Σκόπια και όχι ένας εκλεπτυσμένος νησιώτης. Τελικά οι εικόνες μιας χώρας δεν χτίζονται δύσκολα ή γκρεμίζονται εύκολα, αλλά διαπλέκονται και αλληλοκαθορίζονται εμφανώς και αφανώς, αφού στα δυτικοανατολικά σταυροδρόμια προστίθενται τώρα τα βαλκανικά και τα ορθόδοξα. Μπορεί όμως μια βαλκανική και ορθόδοξη εικονολογία να στηριχθεί χωρίς μια ανάλογη οικονομική και τουριστική;
Αν το βαλκανικό, καλώς ή κακώς, έχει ταυτιστεί με την πολιτική αστάθεια, τη μυστικοπάθεια και την τραχύτητα της ενδοχώρας (ας μην ξεχνούμε άλλωστε την αναστάτωση που προκάλεσε η λέξη Βούλγαρος), πώς μπορεί να συμβιβαστεί με την ηλιόχαρη, ανέμελη και ιλαρή θαλασσινή εικόνα της Ελλάδας, που αναδύεται από κείμενα και ταινίες, από τη «Shirley Valentine» ως το «Mediterraneo»; Τα βαλκανικά ανοίγματα που επιχειρεί η Ελλάδα, είτε με τις συναντήσεις συγγραφέων είτε με το κλείσιμο παραρτημάτων του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στο Λονδίνο και στο Παρίσι και το άνοιγμα αντίστοιχων σε βαλκανικές χώρες είτε με την εξαγορά επιχειρήσεων, δείχνουν ότι αν τη δεκαετία του 1980 προσπαθούσε να πείσει για την ευρωπαϊκή της ένταξη, τώρα, στα τέλη αυτής της δεκαετίας και του αιώνα, αντιμετωπίζει τη διλημματική επιλογή εικόνας: βαλκανική ή μεσογειακή; Ενα ερώτημα που, όσο και αν ενσωματώνει, χωρίς να τις υπερβαίνει, παλαιότερες διχοστασίες και όσο πλαστό και αν ηχεί, εν τούτοις δεν θα πάψει από εδώ και πέρα να καθορίζει τη διεθνή εικόνα της χώρας.
Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.



