Αγουροξυπνημένος και κακόκεφος, κατηφορίζω τη λεωφόρο Μεσογείων με το μικρό και ταπεινό αυτοκινητάκι μου. Καθώς πλησιάζω τη διασταύρωση προς το Χαλάνδρι όπου κυκλοφοριακό χάος επικρατεί πλήρως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του κάθιδρου και κατασκονισμένου τροχονόμου, προσπαθώ να βρω λύση στο καθημερινό πρόβλημα που αντιμετωπίζω τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού. Αν κλείσω τα παράθυρα του αυτοκινήτου, γλιτώνω εν μέρει από τον τρομερό θόρυβο και το αποπνικτικό καυσαέριο, αλλά λιώνω από τη ζέστη. Αν ανοίξω τα παράθυρα γλιτώνω κάπως από τη ζέστη και τον ιδρώτα, αλλά υποφέρω από τα άφθονα καυσαέρια και τον εκκωφαντικό θόρυβο. Αυτές τις στιγμές χωρίς να το θέλω μου έρχεται στον νου η ρήση γνωστού φιλοσόφου, σύμφωνα με την οποία η εξυπνάδα ενός ανθρώπου είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τον θόρυβο που μπορεί να ανεχθεί. Αν ο φιλόσοφος έχει δίκιο, τότε είμαστε μια κοινωνία ηλιθίων.
Η άριστη λύση στην οποία έχω καταλήξει με εμπειρικό τρόπο είναι το περιοδικό άνοιγμα (και φυσικά κλείσιμο) των παραθύρων όταν η δυσφορία από τη μια ή την άλλη κατάσταση υπερβαίνει το όριο της αντοχής μου. Φυσικά, άριστη λύση και δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη καλή λύση. Γι’ αυτό τα πρωινά, σαν αυτό που σας περιγράφω, βρίζω και οικτίρω τον εαυτό μου που δεν μπορεί να εξασφαλίσει το χρηματικό ποσόν που απαιτείται για την άριστη λύση, δηλαδή την εγκατάσταση κλιματισμού, πράγμα που θα αύξανε σημαντικά την ευδαιμονία μου.
Εν τούτοις μαζί με τον ιδρώτα, τον θόρυβο, το καυσαέριο και την, από κάθε άποψη, άθλια λεωφόρο Μεσογείων υπάρχει κάτι καλό. Πρόκειται για το ψηφιακό και πολύ καλής απόδοσης ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μου που μου δίνει την ευκαιρία να περιπλανιέμαι στα ραδιοκύματα του αττικού ουρανού και κάνοντας ραδιοφωνικά ζάπινγκ να ακούω από το Τρίτο Πρόγραμμα ως Τζέρονιμο Γκρούβι. Αν όμως μια μέρα αρχίσει στραβά, συνεχίζει στραβά. Ετσι, εκείνο το πρωινό που προσπαθώ να σας περιγράψω, καθώς αλλάζω σταθμούς, πέφτω από σαχλαμάρες σε σαχλαμάρες και είμαι έτοιμος να παραιτηθώ από τη ραδιοφωνική μου ψυχαγωγία, όταν σε κάποιο σταθμό ακούω μια γυναικεία φωνή να λέει κάτι για ποίηση και για τον ποιητή και ότι θα διάβαζε κάποιο ποίημά του. Πράγματι για ένα περίπου λεπτό, στον χρόνο που απαιτείται για να καλυφθεί η απόσταση μεταξύ δύο κόκκινων φαναριών, η εν λόγω κυρία απαγγέλλει ή μάλλον διαβάζει ή καλύτερα προσπαθεί να διαβάσει το ποίημα. Κλείνω γρήγορα τα παράθυρα για να αποφύγω τον θόρυβο από το μηχανάκι που περνάει ξυστά πλάι μου, αλλά περιέργως δεν μπορώ να αντιληφθώ το περιεχόμενο του ποιήματος. Τα λόγια της κυρίας είναι σχεδόν ακατάληπτα, μερικές λέξεις καταλαβαίνω, μερικές υποθέτω, αλλά νόημα δεν βγάζω. Από τη συζήτηση που ακολουθεί μεταξύ της γυναικείας φωνής και εκείνων που βρίσκονται στην άλλη άκρη της γραμμής (όπως καταλαβαίνετε, επρόκειτο περί εκείνων των πανέξυπνων εκπομπών όπου ο δημοσιογράφος βγάζει το μεροκάματό του απαντώντας τηλέφωνα και ακούγοντας τους διάφορους αργόσχολους να εκφράζουν γνώμη για όλα) αντιλαμβάνομαι ότι η φωνή έχει μανία να μασάει τα σύμφωνα. Αντί του «εσείς τι λέτε» προφέρει «εσείς τι λέ-ε». Μασάει τα οδοντικά, σκέφτομαι. Αντί του «εσείς τι θα κάνατε» προφέρει «εσείς τι θα κά-α-ε». Μασάει και τα ένρινα, σκέφτομαι. Δεν ξέρω τι άλλο μασάει, αλλά στον νου μου έρχεται αυτό που λένε οι κουλουριώτες ναυτικοί σε στιγμές τρόμου «Παναγία μου, σώσε».
Αντιλαμβάνεσθε ότι εκείνο το πρωινό η διαδρομή μου από το σπίτι στη δουλειά άρχισε άσχημα και τελείωσε άσχημα. Υπήρξε όμως και κάποιο συμπέρασμα. Ανακάλυψα τον τρίτο τρόπο με τον οποίο μπορεί να καταστραφεί η όμορφη ελληνική γλώσσα. Στα γραμματικά και συντακτικά λάθη πρέπει να προσθέσουμε την κακοφωνία.
Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει και η πρόταση που κάνω προς τον αξιότιμο υπουργό Εθνικής Παιδείας. Στα προγράμματα σπουδών της δημοτικής ή μέσης παιδείας ας προστεθεί το μάθημα της ορθοφωνίας. Χρειάζεται.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.



