Η πανθομολογουμένως δύσκολη συνάντηση της τέχνης με την αρχιτεκτονική πολύ συχνά δεν βρίσκει μέρος για να πραγματοποιηθεί. Οταν μάλιστα πρόκειται για τη σύγχρονη τέχνη και τη σύγχρονη αρχιτεκτονική η συνάντηση αυτή, στην πατρίδα μας τουλάχιστον, καθίσταται σχεδόν αδύνατη.
Η ανωτέρω συνθήκη, υποδαυλιζόμενη από τη γνωστή ελληνική «αποτελεσματικότητα» στη λήψη σημαντικών αποφάσεων που απαιτούν συντονισμό μεταξύ δημόσιων φορέων, έχει οδηγήσει στην ανυπαρξία ουσιαστικών χώρων που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ιδανικά ένα τόσο μεγάλης σημασίας γεγονός.
Είναι επίσης γνωστό το «ενδιαφέρον» των εκάστοτε αρμοδίων (εκ μέρους του δημόσιου, αποκλειστικώς κρατικού, παράγοντα) για τη σύγχρονη τέχνη για την αρχιτεκτονική δεν το συζητούμε καν. Προσωπικές εμπλοκές και εμπάθειες, (μικρο)πολιτικές φιλοδοξίες και ανταγωνισμοί, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και άλλα, ων ουκ έστιν αριθμός, έχουν συνεισφέρει άμεσα στη διαμόρφωση αυτής της γνωστής και απαράδεκτης κατάστασης.
Γνωρίζετε μήπως πόσα μουσεία για τη σύγχρονη ή μοντέρνα τέχνη διέθετε η Ελλάδα κατά την πρώτη μεταπολίτευση; Η απάντηση είναι απλή και απογοητευτική: κανένα!
Οι έχοντες (την ευθύνη) και κατέχοντες (τα πόστα) πίστεψαν ότι μια Πινακοθήκη και ένα σημαντικό πλην αναρμόδιο δίκτυο αιθουσών τέχνης θα μπορούσαν να καλύψουν και να ικανοποιήσουν τη μεγάλη ανάγκη ενός ειδικευμένου μουσείου. Ακόμη και τώρα, στην ανατολή του εκσυγχρονισμού και της δεύτερης μεταπολίτευσης, η πολιτεία έχει σηκώσει και τα δυο της χέρια ψηλά, περί άλλα τυρβάζουσα.
Σε ποιον λοιπόν πέφτει το βάρος της ανάληψης πρωτοβουλιών για την υπέρβαση αυτής της κατάστασης, αν όχι στην «καταραμένη», «ξορκισμένη» και «δακτυλοδεικτούμενη» ιδιωτική πρωτοβουλία;
* Μια φιλότεχνη παρέα
Αψηφώντας τα ειρωνικά μειδιάματα, τα κακόβουλα σχόλια και την υπόγεια αποδοκιμασία στα γνωστά σαλόνια του κρατισμού, μια ομάδα ανθρώπων της Θεσσαλονίκης, μια κεφάτη, φιλότεχνη παρέα πριν από 18 συναπτά έτη ανέλαβε πρωτοβουλία και προχώρησε στην ίδρυση ενός Κέντρου που θα αποτελούσε τον πυρήνα για τη μελλοντική δημιουργία ενός σημαντικότερου θεσμού, ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης.
Οντας λοιπόν οι πεφωτισμένοι αυτοί άνθρωποι στη Μακεδονία ονόμασαν το δημιούργημά τους Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, το οποίο σήμερα μετεξελίχθηκε, μετά από ευδόκιμη, συνεχή και σημαντική παρουσία στην πρώτη γραμμή των πολιτιστικών δρωμένων του βορειοελλαδίτικου χώρου, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το πασίγνωστο πλέον «Μου Μου Σου Του»!
Η γένεση του Μουσείου οφείλεται στη δωρεά της συλλογής Α. Ιόλα το 1979, καθώς και στη χορηγία του Γ. Φιλίππου που παρεχώρησε κάποιους χώρους της εταιρείας Φιλκεράμ-Τζόνσον, ειδικά διαμορφωμένους για τις νέες ανάγκες, κοντά στο αεροδρόμιο της Μίκρας σήμερα Μακεδονίας. Η κακή σύνδεση με την πόλη και η δυσκολία άνετης πρόσβασης εμπόδισαν το πλατύ κοινό να έλθει σε επαφή και να γνωρίσει άμεσα το Κέντρο και ασφαλώς δεν το βοήθησαν στην εκ προοιμίου δύσκολη προσπάθειά του. Το πρώτο όμως αποφασιστικό βήμα είχε γίνει.
Ο βασικός πυρήνας από τα 40 έργα ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών που δώρησε ο Ιόλας, με το πέρασμα του χρόνου εμπλουτίστηκε σημαντικά περιλαμβάνοντας τη δωρεά του Franz Geierhaas αποτελούμενη από 220 χαρακτικά, καθώς και δωρεές καλλιτεχνών όπως οι Κ. Βαρώτσος, Δ. Κοκκινίδης, Ι. Μολφέσης, Γ. Μόραλης κ.ά.
Εκτός της συλλογής, το Κέντρο/Μουσείο οργάνωσε πολλές και σημαντικές εκθέσεις που παρουσίασε, ως το 1991 και λόγω έλλειψης χώρου, σε πολλές αίθουσες της Θεσσαλονίκης. Και όχι μόνον: προχώρησε στον δανεισμό έργων του για σημαντικές εκθέσεις που οργανώθηκαν στη βιεννέζικη Kunsthalle, στο παρισινό Jeu de Paume, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της ισπανικής Valencia και της γαλλικής Nimes.
Οπως χαρακτηριστικά μας λέει η αρχιτέκτων κυρία Ξανθίππη Σκαρπιά – Χόιπελ, καθηγήτρια στο ΑΠΘ και πρόεδρος του ΔΣ του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, «το φαινόμενο της μετακίνησης των περιοδικών εκθέσεων ενός μουσείου μέσα στην πόλη λόγω έλλειψης δικών του χώρων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί θετικό στοιχείο για έναν αναπτυσσόμενο οργανισμό. Γιατί η απόσταση της εκθεσιακής δραστηριότητας από τον κύριο κορμό της συλλογής μπορεί να ανακόπτει τη δημιουργική πορεία του Μουσείου, να υπονομεύει το κύρος του, να δυσκολεύει την παιδευτική επικοινωνία του με το κοινό. (…) Ετσι το ΜΜΣΤ έζησε ως το 1991 τη σύνθεση της δικής του οδύσσειας».
* Η μετάλλαξη του Κέντρου
Το 1991 λοιπόν αποτελεί σταθμό στην ιστορία του Μουσείου. Οντως μετά από προσπάθειες δύο-τριών χρόνων η Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης παραχωρεί το πρώην Περίπτερο της ΔΕΗ για να χρησιμοποιηθεί ως χώρος περιοδικών εκθέσεων, αφού βεβαίως διαμορφωθεί καταλλήλως. Ετσι λύνεται το πρώτο πρόβλημα της ανεύρεσης κατάλληλου χώρου για τις εκθέσεις, παραμένει ωστόσο το άλλο, κατά τη γνώμη μου σημαντικότερο, της απόκτησης μόνιμης στέγης μέσα στην πόλη για τη συλλογή, που συνεχίζει να αυξάνει τον όγκο της.
Στην προσπάθεια αυτή, όπως τονίζει το μέλος του ΔΣ κ. Ι. Μπουτάρης, «σημαντικό ρόλο αρωγού έπαιξαν το προσωπικό ενδιαφέρον του προέδρου της ΔΕΘ-Helexpo κ. Α. Κούρτη και η θαρραλέα απόφαση του ΔΣ να διαθέσει τον χώρο δίπλα στο υφιστάμενο κτίριο της ΔΕΗ για την ανέγερση τριών νέων αιθουσών». Η μετάλλαξη του Κέντρου σε Μουσείο ελάμβανε πλέον σάρκα και οστά (η μεταφορά της συλλογής εκεί έχει προγραμματιστεί για το 1998) και ένα άλλο, μικρό πλην σημαντικό δημόσιο (υπό την έννοια του συλλογικού) κτίριο ερχόταν να προστεθεί στο πλέγμα πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του Λευκού Πύργου (Αρχαιολογικό Μουσείο, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Τελλόγλεια Πινακοθήκη του ΑΠΘ, νέος εκθεσιακός χώρος της Πολυτεχνικής).
Την αρχιτεκτονική μελέτη ανέλαβε αφιλοκερδώς, προσφέροντάς την ως χορηγία, το Γραφείο Π. Τζώνος, Γκ. Χόιπελ, Ξ. Χόιπελ και οι νέες αίθουσες εγκαινιάστηκαν τον περασμένο Απρίλιο, ταυτοχρόνως με τη μεγάλης εμβελείας έκθεση Fluxus – Beuys – Fluxismus (περί της οποίας ενημερωθήκατε πριν από μερικές Κυριακές από την κυρία Ματούλα Σκαλτσά). Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το έργο είναι το πρώτο που με πολύ μικρή καθυστέρηση αποπερατούται από την ατέρμονη σειρά κτιρίων των οποίων η υλοποίηση έχει προγραμματιστεί στο πλαίσιο της Πολιτιστικής.
Το έργο υλοποιήθηκε λοιπόν με την αποφασιστική οικονομική ενίσχυση του ΟΠΠΕΘ ’97, την εκτέλεσή του ανέλαβε η εταιρεία Ανδρεάδης-Ζησιάδης, ενώ τη στατική και ηλεκτρομηχανολογική μελέτη προσέφεραν δωρεάν αντιστοίχως τα γραφεία Βάσις/ΣΥΣΜ (Χ. Μυλωνάς) και Λαγός-Σαρόπουλος. Η νέα πτέρυγα του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα: υπόγειο, όπου εκτός του εκθεσιακού βρίσκονται βοηθητικοί και αποθηκευτικοί χώροι, ισόγειο και όροφος. Το βατό δώμα το καλοκαίρι ίσως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως υπαίθριος χώρος εκθέσεων γλυπτικής και ως αναψυκτήριο.
* Ανατομία της σύνθεσης
Κεντρικό στοιχείο της σύνθεσης αποτελεί το κλιμακοστάσιο, με την παρουσία της «μνημειακού» χαρακτήρα κλίμακας, η οποία είναι από ατσάλινους βραχίονες και γυάλινα σκαλοπάτια, τα οποία με τη σειρά τους τής προσδίδουν διαφάνεια και επιτρέπουν την απρόσκοπτη θέαση των εκθεμάτων. Εκτός της προφανούς χρήσης της, ως μέσου μετάβασης στα διαφορετικά επίπεδα, η κατασκευή αυτή αποτελεί από μόνη της ένα αξιόλογο «έκθεμα», ένα είδος κονστρουκτιβιστικού γλυπτού που σχεδόν για χάρη του και μόνο θα άξιζε να επισκεφθεί κανείς το Μουσείο. Το «πλαστικό» αυτό κλιμακοστάσιο δεσπόζει του χώρου χαρακτηρίζοντάς τον, φωτίζεται από μια γυάλινη πυραμιδοειδή στέγη (skylight) που ρίχνει άπλετο και διάχυτο φυσικό φως στα εκθέματα και δεν θα δίσταζα να το αποκαλέσω μια μεγάλης συνθετικής αξίας κατακόρυφη lichthof, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει το «σήμα κατατεθέν» του νέου εκθεσιακού χώρου. Τόσο τα υαλοστάσια όσο και τα πλαϊνά υαλοπετάσματα είναι τριπλής διατομής, αποτελούμενα εσωτερικά από οπλισμένο και εξωτερικά από διπλό θερμομονωτικό, υψηλής ηλιακής απορροφητικότητας γυαλί.
Τα υαλοπετάσματα χαρακτηρίζουν την εξωτερική και την εσωτερική βόρεια και νότια όψη του κτιρίου, συμπληρώνουν τον φυσικό φωτισμό των αιθουσών και διαφοροποιούνται από τις άλλες πλευρές, οι οποίες είναι συμπαγείς και «τυφλές», ιεραρχώντας έτσι την κατασκευή.
Ενα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που πρέπει να αναφέρουμε είναι ότι ο υπόγειος εκθεσιακός χώρος έχει ενσωματώσει το τμήμα της αρχαίας οδού που ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των εκσκαφών (μια σημαντική όπως υποστηρίζουν οι αρχαιολόγοι ανακάλυψη η οποία όμως αποτέλεσε τη βασική αιτία για την καθυστέρηση του έργου), μετατρέποντάς το σε έκθεμα αλλά και εκθεσιακό χώρο (στην προαναφερθείσα έκθεση φιλοξενούσε την εγκατάσταση του Nam June Paik «Βούδας παρατηρώντας ένας κερί» – 1992).
Οι νέες αίθουσες του Μουσείου καλύπτουν επιφάνεια περίπου 800 τ.μ. και μαζί με εκείνη του πρώην περιπτέρου της ΔΕΗ φθάνουν τα 3.000 τ.μ. περίπου. Προφανώς απέχουν παρασάγγας από τις πραγματικές ελάχιστες ανάγκες του και υπάρχει η σκέψη να πραγματοποιηθεί μια καθ’ ύψος επέκταση του «διαδρόμου» που συνδέει το περίπτερο με τις νέες αίθουσες. Ωστόσο και πάλι οι χώροι δεν θα επαρκούσαν για ένα σύγχρονο μουσείο τέχνης, που όπως γνωρίζουν οι περισσότεροι φιλοξενεί ποικίλες «βοηθητικές» πλην σημαντικές λειτουργίες, όπως βιβλιοπωλείο και κατάστημα δώρων, μικρή αίθουσα διαλέξεων/προβολών και καφενείο κ.ά. Ως εκ τούτου η ριζική λύση του προβλήματος, πιστεύω, θα πρέπει να αναζητηθεί στην παραχώρηση κάποιου οικοπέδου στην πόλη και στην εκ νέου οικοδόμηση του κτιρίου που θα φιλοξενήσει το ΜΜΣΤ. Η ως τώρα δραστηριότητα του Μουσείου και η ιστορία της πόλης που το φιλοξενεί, πραγματικά το αξίζουν.



