Η σύγχυση των δεών που επικρατεί στη μετεπαναστατική Ελλάδα και οι αντιφάσεις που αναφύονται σε σχέση με το εθνικό ζήτημα, και ειδικότερα την εξωτερική πολιτική του βασιλείου, αντικατοπτρίζονται πιστότατα στον ελληνικό Τύπο. Η προχειρότητα άλλωστε και η ποικιλία των απόψεων της εφημεριδογραφικής έκφρασης είναι συχνά πολυτιμότερες από τις επεξεργασμένες απόψεις των αυτοτελών βιβλίων και οδηγούν ασφαλέστερα στην κατανόηση του κλίματος της εποχής.


Η γελοιογραφία λοιπόν, που εμφανίζεται στον ελλαδικό Τύπο στα τέλη της δεκαετίας του 1840 ­ ενώ έχει ήδη εμφανιστεί στα Επτάνησα λίγα χρόνια νωρίτερα ­, επιβεβαιώνει και ενισχύει αυτήν ακριβώς την εικόνα. Στην Ευρώπη μεσουρανεί ήδη από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα αφού, από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, έχει γίνει το «όπλο της εθνικής συνείδησης» των λαών. Το σατιρικό περιοδικό «Punch» στην Αγγλία και το «Charivari» στη Γαλλία γνωρίζουν μεταξύ των ετών 1830 και 1850 μεγάλη επιτυχία και μετά τον Η. Daumier η γελοιογραφία αρχίζει πλέον να θεωρείται το πιο σίγουρο χρονικό της εποχής της.


Τα πρώτα ­ κακότεχνα ­ σατιρικά φύλλα που εκδόθηκαν στην Ελλάδα ήταν ένα είδος λαϊκών ευθυμογραφημάτων, που σε γενικές γραμμές θυμίζουν το ύφος του Καραγκιόζη. Οι πολιτικοί απεικονίζονται ως κλέφτες του δημοσίου χρήματος, καιροσκόποι, δημαγωγοί, καταχραστές της εξουσίας. Ανάλογα φυσικά είναι και τα γελοιογραφικά σκίτσα. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι οι ζωομορφικές ταυτίσεις και η έλλειψη κινητικότητας και εκφραστικότητας. Ο σατιρικός ποιητής ή χαράκτης γελοιογράφος αυτής της περιόδου δεν έχει συγκεκριμένες θέσεις. Είναι όμως πατριώτης, αδιάφθορος, αδέσμευτος και φυσικά ανώνυμος.


Η «Τρακατρούκα», η «Βόμβα» και ο «Δημόκριτος», τα τρία γνωστότερα σατιρικά φύλλα της οθωνικής περιόδου, που εκδόθηκαν από το 1848 ως το 1852, δεν φαίνεται να ασχολούνται ιδιαίτερα με την πορεία του Ανατολικού ζητήματος και τους τρόπους επέκτασης του βασιλείου, όσο με τις αντιπαραθέσεις του «αγγλικού», του «γαλλικού» και του «ρωσικού» κόμματος. Κατά συνέπειαν η κριτική στις ξένες δυνάμεις γίνεται μέσω των αντιπροσώπων τους.


Η αλλαγή του 1862 ευνόησε τον σατιρικό Τύπο. Η έντεχνη σάτιρα καθιερώνεται σταδιακά και σημαντικοί αρθρογράφοι και ποιητές κάνουν την εμφάνισή τους στον ελληνικό Τύπο. Μέσα σε αυτό το νέο πνεύμα της αστικής σάτιρας θα γεννηθεί και η αστική γελοιογραφία.


Καυστικότατη σάτιρα


«Η ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας αρχίζει με τον Θέμον Αννινον» παρατηρεί ο Π. Νιρβάνας. Η δημιουργία της σατιρικής εφημερίδας «Ασμοδαίος» το 1875 αποτελεί δικαιολογημένα σημαντική τομή στην ιστορία του σατιρικού Τύπου. Σε αυτή τη φάση η λαϊκή πολιτική γελοιογραφία περνάει σε δεύτερη μοίρα. Αλλωστε οι τεχνικές δυνατότητες του «Ασμοδαίου» και στη συνέχεια του «Αστεως» σε συνδυασμό με το σκιτσογραφικό ταλέντο του ­ σπουδασμένου στο Παρίσι ­ Θ. Αννινου και τα εξαιρετικά κείμενα των Εμμανουήλ Ροΐδη και Μπάμπη Αννινου κάνουν άνισο τον ανταγωνισμό. Η ομάδα αυτή επίσης θα αποτελέσει αρχικά και τον βασικό υποστηρικτή της τρικουπικής πολιτικής.


Η αστική σάτιρα και τα εκλεπτυσμένα σκίτσα του Αννινου ωστόσο δεν κατόρθωσαν να παραγκωνίσουν τη λαϊκή πολιτική γελοιογραφία. Ο «Αριστοφάνης», που ιδρύθηκε από τον δημοσιογράφο Πηγαδιώτη δύο μόλις χρόνια νωρίτερα από τον «Ασμοδαίο», είχε καυστικότατη σάτιρα, ακαλαίσθητα σκίτσα, στήριζε τον Κουμουνδούρο και ασκούσε δριμεία κριτική στον Βούλγαρη και στον Τρικούπη. Ο ανταγωνισμός των σατιρικών εντύπων θα αγγίξει αρκετές φορές τα όρια δριμείας αντιπαράθεσης.


Παράλληλα το Ανατολικό ζήτημα περνάει σε νέα φάση. Ο σλαβικός παράγοντας εμφανίζεται ως μια σημαντική απειλή για την ισορροπία των Βαλκανίων. Η καινοφανής αυτή απειλή ανατρέπει τις ως τώρα προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Αθήνα αντιμετωπίζει έντονα το δίλημμα αν η Ελλάδα πρέπει να συμπράξει με τους Σλάβους για τη δημιουργία βαλκανικού μετώπου που θα οδηγούσε στην κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στη Χερσόνησο του Αίμου ή να συμμαχήσει με την Οθωμανική Αυτοκρατορία με σκοπό να παρεμποδίσει το σλαβικό στοιχείο να επεκταθεί στην περιοχή.


Ενδεικτική αυτού του κλίματος είναι η γελοιογραφία του Θ. Αννινου στον «Ασμοδαίο» της 2ας Μαΐου 1876, όπου η Ελλάδα παρακαλεί τον Σουλτάνο να της παραχωρήσει κάποια εδάφη υπενθυμίζοντάς του παράλληλα την ουδετερότητά της στην Ανατολική κρίση που έχει μόλις ξεσπάσει στην περιοχή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Είναι η εποχή που οι κυβερνήσεις Δεληγιώργη και Κουμουνδούρου πιέζονται αφενός από την κοινή γνώμη για συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο και αφετέρου από τις Δυνάμεις για διατήρηση της ουδετερότητας. Δεν είναι ωστόσο σαφές ότι η γελοιογραφία αποδοκιμάζει την ελληνική ουδετερότητα, με την οποία άλλωστε δεν ήταν εντελώς αντίθετος ούτε ο Χ. Τρικούπης.


Φιλέλληνες και ανθέλληνες



Οι αλλαγές άλλωστε που συντελούνται, την ίδια περίπου εποχή, στην ευρωπαϊκή διπλωματία απέναντι στα Βαλκάνια, λόγω κυρίως του ενδιαφέροντος που δείχνουν η Γερμανία και η Αυστρία για την περιοχή, επέτειναν τη σύγχυση και την ασάφεια που επικρατούσε στην Ελλάδα για την ενδεδειγμένη εξωτερική πολιτική που θα οδηγούσε στην εθνική ολοκλήρωση. Ετσι ο φιλικός ή εχθρικός ρόλος του Τούρκου και του Σλάβου, της φιλελληνικής ή ανθελληνικής ευρωπαϊκής διπλωματίας, της εχθρής ή φίλης Γερμανίας, Αγγλίας, Ρωσίας κλπ. εναλλασσόταν με μεγάλη άνεση στην ελληνική γελοιογραφία και σάτιρα της τελευταίας εικοσαετίας του 19ου αιώνα.


Οι διαπραγματεύσεις για την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, από το 1878 ως το 1881, αποτέλεσαν πεδίο ισχυρών αντιπαραθέσεων μεταξύ των εκάστοτε κυβερνήσεων και της αντιπολίτευσης. Ο Κουμουνδούρος χρεώθηκε προσωπικά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και τη συνακόλουθη μερική προσάρτηση της Ηπείρου. Αυτή η κατάληξη θεωρήθηκε από την κοινή γνώμη ­ και κυρίως την τρικουπική μερίδα ­ εθνική ταπείνωση και προδοσία της Μεγάλης Ιδέας.


Μέσα σε αυτό το πνεύμα η φιλοκουμουνδουρική σατιρική εφημερίδα «Αριστοφάνης» προσπαθούσε με τα κείμενα και τις γελοιογραφίες της να δείξει τον άνισο και σκληρό διπλωματικό αγώνα του Κουμουνδούρου απέναντι στην ευρωπαϊκή διπλωματία και στην αδιάλλακτη Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Ανάμεσα στις πολλές γελοιογραφίες που αναφέρονται στην προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Αρτας ενδεικτική είναι αυτή του «Αριστοφάνη» της 1ης Απριλίου 1881, όπου ο Κουμουνδούρος δείχνει στη γερασμένη και άσχημη ευρωπαϊκή διπλωματία την ελληνική απάντηση στις πιέσεις της ­ ή Ηπειρος και Θεσσαλία ή πόλεμος ­ και αυτή απειλεί ότι θα τον εγκαταλείψει αν δεν συμμορφωθεί με τις επιταγές της. Είναι σαφής η διάθεση προβολής των πιέσεων που υπέστη ο πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αλλά και της απόλυτης εξάρτησης της Ελλάδας από αυτές.


Οι εθνικοί τόνοι όμως σιγά σιγά ανεβαίνουν. Το ζήτημα της Ανατολικής Ρωμυλίας και τα προβλήματα της Κρήτης και της Μακεδονίας αποτέλεσαν μόνιμη αιτία εθνικής έξαρσης. Τα σατιρικά φύλλα με επικεφαλής τον «Ρωμηό», που εκδόθηκε από τον Γ. Σουρή το 1883, αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν την εθνική αποστολή του βασιλείου. Οι κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος και οι διπλωματικοί χειρισμοί του υπουργείου Εξωτερικών γίνονται υπόθεση όλων και κυρίως του Φασουλή και του Περικλέτου.


Οι χειρισμοί στο «εθνικό ζήτημα»


Οι λεονταρισμοί του Δηλιγιάννη κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885-1886, με τις απειλές κήρυξης πολέμου και την «ένοπλον επαιτείαν» για την απόσπαση εδαφικών ανταλλαγμάτων, προκάλεσαν την εύλογη αγανάκτηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων αλλά και των γελοιογράφων. Ο Θ. Αννινος με τα εκλεπτυσμένα σκίτσα του στο «Αστυ» κατέκρινε τη διφορούμενη στάση του Δηλιγιάννη. Ο Φασουλής και ο Περικλέτος όμως ανυπομονούν για τον πόλεμο και δυσανασχετούν με την ατολμία του Δηλιγιάννη: ο Φασουλής υποβάλλοντας σχέδια πολέμου στον πρωθυπουργό τού προτείνει να αποβιβάσει «κρυφά δυο τάγματα ευζώνων υπό την αρχηγίαν (του) στην γην των Μακεδόνων». Και στη συνέχεια να αποβιβάσει «στρατόν κατά τον άνω τρόπον και εις την δούλην Ηπειρον χωρίς κανένα κόπον».


Λίγο πριν από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα ο «Νέος Αριστοφάνης», που αντικατέστησε τον «Αριστοφάνη» μετά τη διακοπή της κυκλοφορίας του το 1883, για να ανταγωνισθεί τις υψηλές κυκλοφορίες των άλλων εντύπων, εισήγαγε την έγχρωμη δισέλιδη γελοιογραφία σε κάθε σχεδόν τεύχος του. Δεν θα σταθούμε στο αν αυτές οι γελοιογραφίες αποτελούν «βαναύσους χρωματογραφίας εκτελουμένας εν Ιταλία υπό χυδαίων καλλιτεχνών» σύμφωνα με τον Δ. Κακλαμάνο ή αν θυμίζουν, σύμφωνα με τους νεότερους ερευνητές, «τις λιθογραφίες της γαλλικής μπελ επόκ και την κυκλική κίνηση της αρ νουβό». Αντικατοπτρίζουν όμως και αυτές, όπως οι περισσότερες άλλωστε, τις αντιφατικές απόψεις που επικρατούσαν γύρω από την εξωτερική πολιτική και τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Μόνο που τώρα η κοινή γνώμη έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για τους χειρισμούς του «εθνικού ζητήματος».


Η γελοιογραφία που δημοσιεύθηκε στον «Νέο Αριστοφάνη» στις 24 Ιουνίου του 1890 είναι αντιπροσωπευτική των απόψεων που επικρατούσαν στην κοινή γνώμη για την υπόθεση της Κρήτης: η πώλησή της στον Αμπντούλ Χαμίτ υπονοεί τη μετριοπαθή στάση του Τρικούπη απέναντι στην κρητική επανάσταση του 1889. Η μετριοπάθειά του, σύμφωνα με τον σκιτσογράφο, οφείλεται στην ευθυγράμμισή του με την πολιτική της Βρετανίας στο Ανατολικό ζήτημα. Η εικόνα της Ευρώπης και ειδικότερα της διπλωματίας φαίνεται να ανατρέπεται στη γελοιογραφία της 21ης Ιουλίου 1891 του «Νέου Αριστοφάνη» που αφορά το Μακεδονικό. Η ευρωπαϊκή διπλωματία εμφανίζεται να μη συμφωνεί καθόλου, να αηδιάζει, με τις επιδιώξεις του πρωθυπουργού της Βουλγαρίας Σταμπούλοφ για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.


Η ανακούφιση των λαών της Ευρώπης, και κυρίως των βαλκανικών, για τη διάλυση της Τριπλής Συμμαχίας απεικονίζεται με επιτυχία στη γελοιογραφία που δημοσιεύθηκε στον «Νέο Αριστοφάνη» την 1η Σεπτεμβρίου 1891. Επικρατούσε η αντίληψη ότι η συμμαχία της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ιταλίας βρισκόταν πίσω από τη στασιμότητα των ελληνικών διεκδικήσεων. Εξάλλου η έξοδος της φιλελεύθερης Γαλλίας από την απομόνωση που της είχε επιβάλει ο πρωτεργάτης της Τριπλής Συμμαχίας Βίσμαρκ και η προσέγγισή της με τη Ρωσία και την Αγγλία έδωσαν ελπίδες στους λαούς των Βαλκανίων για ανακατατάξεις στην περιοχή.


Δημιουργία πολεμικού κλίματος


Μετά τα γεγονότα στην Κρήτη το 1889, ο σατιρικός Τύπος συμμετείχε με τον τρόπο του στην «εξαλλοσύνη» που οδήγησε στον πόλεμο του 1897. Ο Φασουλής προτρέπει και πιέζει τον Δηλιγιάννη και τα Ανάκτορα για την κήρυξη του πολέμου. «Σε γνωρίζω Κωνσταντίνε, και το λάβαρον αυτό σύμβολον της νίκης είναι που με κάνει και πετώ» αναφωνεί ο Φασουλής κρατώντας το λάβαρο του πολέμου.


Μετά την ήττα, ούτε ο «Ρωμηός» ούτε ο «Νέος Αριστοφάνης» θα ξεφύγουν από τον κανόνα: η αιτία της καταστροφής ήταν η «ατιμία» και η «προδοσία». Αντιπροσωπευτική και πάλι η παράσταση του «Νέου Αριστοφάνη» για τον «προδότη» Δηλιγιάννη (12 Σεπτεμβρίου 1897).


Ο τρόπος απεικόνισης λοιπόν της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη γελοιογραφία έχει ­ και δεν μπορούσε παρά να έχει ­ κοινά γνωρίσματα με τη σάτιρα άλλων θεμάτων, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών: επιβεβαιώνει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα λαϊκά έντυπα και στο κοινό τους· η γελοιογραφία και η σάτιρα προσαρμόστηκαν στις ανάγκες της πλειοψηφίας, η οποία ως ένα σημείο χειραγωγήθηκε από αυτήν.


Οι εκλεπτυσμένες προσεγγίσεις, οι απλουστεύσεις, οι δημαγωγικές εξάρσεις και βεβαίως οι πολιτικές σκοπιμότητες αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά της τον 19ο αιώνα. Ετσι δεν είναι τυχαίο ότι η λαϊκή γελοιογραφία και σάτιρα και ιδιαίτερα ο «Ρωμηός» συνετέλεσαν στη δημιουργία πολεμικού κλίματος για την κήρυξη του πολέμου του 1897, όταν μάλιστα είναι γνωστό ότι ο Σουρής αποτελούσε και μέλος της Εθνικής Εταιρίας.


Ωστόσο, καλαίσθητη ή χοντροκομμένη, απλουστευτική ή αντιφατική, η γελοιογραφία του 19ου αιώνα, σκιτσογραφική έκφραση ενός «κλαυσίγελου διά γεγονότα φαιδρά και θλιβερά», αντιστοιχεί ακριβώς στα χαρακτηριστικά της ίδιας της πολιτικής της Ελλάδας, εσωτερικής ή εξωτερικής.


Η κυρία Λίνα Λούβη είναι λέκτωρ Νεότερης Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.