Στο πλαίσιο των εκπληκτικών εξελίξεων του αιώνα μας, σημαντική είναι η πρόοδος που έχει συντελεσθεί σε όλους σχεδόν τους τομείς της εθνικής μας ζωής, κατά τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας μας. Δυσάρεστη εξαίρεση φοβάμαι ότι αποτελεί η πολιτική μας ζωή. Δεν ανήκω ούτε στους αιρετικούς ούτε στους παραδοξολόγους. Η πραγματικότητα, όμως, δυστυχώς επιβεβαιώνει αυτή την επισήμανση, μαρτυρώντας ότι, κατά το μακρό διάστημα των 170 περίπου ετών ελεύθερου βίου μας, η πολιτική μας ζωή ­ με ελάχιστες βραχυχρόνιες αναλαμπές ­ δεν έχει σημειώσει πρόοδο, για να μην πω ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, έχει μάλλον οπισθοδρομήσει.


Εντελώς ενδεικτικά, θα αναφερθώ σε τρεις μόνο εκφάνσεις του θέματος, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, αποδεικνύουν «του λόγου το αληθές». Πρόκειται για: α) τις εκλογικές δαπάνες κομμάτων και υποψηφίων, β) τη μικροπολιτική και τη ρουσφετολογία και γ) την ψευδολόγο προεκλογική παροχολογία.


Οταν, το 1950, ήμουν για πρώτη φορά υποψήφιος βουλευτής, θυμάμαι ότι το σύνολο των προεκλογικών εξόδων μου δεν είχε υπερβεί τις 35 χρυσές λίρες, δηλαδή τα 10.000.000 περίπου πληθωριστικές δραχμές. Ανάλογη ήταν η δαπάνη και των άλλων υποψηφίων όλων των πολιτικών κομμάτων της εποχής εκείνης. Φυσικά, δεν υπήρχε καμία επιχορήγηση των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ήταν ανύπαρκτα και οι υποψήφιοι, προκειμένου να επικοινωνήσουν με τους ψηφοφόρους, ήταν υποχρεωμένοι να τους επισκεφθούν επιτοπίως, ταξιδεύοντας με προσωπικά τους έξοδα. Αλλά και αργότερα, πριν από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, οι προεκλογικές δαπάνες των κομμάτων και των υποψηφίων ήταν εξαιρετικά περιορισμένες. Σήμερα, παρά τα καθοριζόμενα από τον νόμο ανώτατα όρια εκλογικών δαπανών, κόμματα και υποψήφιοι δαπανούν τεράστια ποσά για ενοικιάσεις γραφείων, διαφημιστικές «καμπάνιες» και άλλες συναφείς δραστηριότητες για την καλύτερη δαπάνη προβολή τους στην κοινή γνώμη. Και βέβαια, για να παραβούν χωρίς κίνδυνο την απαγόρευση υπερβάσεως του ανωτάτου ορίου, δεν πρόκειται να δηλώσουν το σύνολο της δαπάνης, όπως ασφαλώς ένας υποψήφιος δεν θα δηλώσει το ποσόν που προσέφερε σε τηλεοπτικό σταθμό για να μην προβάλλεται από αυτόν κάποιος συνυποψήφιος του ιδίου συνδυασμού.


Κατά την εταιρεία Νίλσεν, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1993, η Νέα Δημοκρατία δαπάνησε για τη διαφήμισή της από την τηλεόραση 1 δισεκατομμύριο δραχμές, το ΠαΣοΚ 950 εκατομμύρια και η Πολιτική Ανοιξη, μολονότι έλαβε μόλις το 5% των ψήφων, ξόδεψε για τον ίδιο σκοπό 113 εκατομμύρια δρχ. Αν στις δαπάνες αυτές προστεθούν και εκείνες για τις ραδιοφωνικές διαφημίσεις, για τις διαφημίσεις στον ημερήσιο και τον περιοδικό Τύπο, καθώς και τα έξοδα για τις μεγάλες υπαίθριες συγκεντρώσεις και τη μετακίνηση των ψηφοφόρων στους τόπους όπου ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα, προκύπτει σύνολο δαπανών που ασφαλώς υπερβαίνει κατά πολύ τα 10 δισεκατομμύρια δραχμές.


Είναι βέβαιο ότι οι αντίστοιχες δαπάνες για τις φετινές εκλογές θα είναι οπωσδήποτε υψηλότερες. Πρόκειται, δηλαδή, για χορό δισεκατομμυρίων, σε μια περίοδο που τα δημόσια οικονομικά της χώρας βρίσκονται σε κακή κατάσταση, η συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού δύσκολα «τα βγάζει πέρα» και η οικονομία μας μαστίζεται από δεινή κρίση, αφού κατορθώνει να επιβιώνει μόνον επειδή δεν έχει ακόμη χάσει τη δανειοληπτική της δυνατότητα.


Οσο για τη μικροπολιτική και ρουσφετολογία, πρέπει να σημειώσω ότι στο παρελθόν ­ πριν από τη δικτατορία και παλαιότερα ­ οι πληγές αυτές της πολιτικής μας ζωής της τελευταίας εικοσαετίας δεν είχαν «κακοφορμίσει» στον σημερινό βαθμό. Με τις αποδοκιμαζόμενες πάντοτε εξαιρέσεις, ο γενικός κανόνας ήταν να μη γίνονται χαριστικές εξυπηρετήσεις, τα λεγόμενα «ρουσφέτια», με τη σημερινή έννοια και στη σημερινή βάση, και να μην εξαγγέλλονται προεκλογικά παροχές εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτές είναι χωρίς αντίκρισμα. Διευκολύνσεις, βέβαια, των ψηφοφόρων από τους βουλευτές γίνονταν και στο παρελθόν, αλλά πρώτα πρώτα δεν προσλάμβαναν τη μορφή της επιδημίας και έπειτα τις καθιστούσαν αναγκαίες ­ και μερικές φορές ίσως και αναπόφευκτες ­ οι συνθήκες της ζωής, ιδιαίτερα των παλαιότερων εποχών. Αυτά, όμως, που γίνονται την τελευταία δεκαπενταετία και συνεχίζονται, δυστυχώς, και σήμερα δεν νομίζω ότι έχουν προηγούμενο στην πολιτική μας ζωή. Χιλιάδες είναι οι διορισμοί υπαλλήλων στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, με καθαρά πελατειακή – κομματική νοοτροπία. Πρόκειται για τις στρατιές των αχρήστων, οι οποίοι κατακλύζουν τη δημόσια διοίκηση και όχι μόνο δεν προσφέρουν έργο αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, απασχολούν και εκείνους τους λίγους που είναι απαραίτητοι και εργάζονται ευσυνείδητα. Και, φυσικά, επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό με σημαντικότατη δαπάνη, σε μια εποχή που, όπως προανέφερα, τα οικονομικά του κράτους και η οικονομία μας παραπαίουν επικίνδυνα. Ολοι, βέβαια, μιλούν για την κρίση αυτή, για την ανάγκη αυστηρής περιστολής των δαπανών, για αναστολή των διορισμών, αλλά κανείς δεν αποφασίζει, επιτέλους, να εφαρμόσει δραστικά μέτρα. Αποκαλυπτικά, εν προκειμένω, είναι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε ειδική μελέτη του Γ. Βάμβουκα, μέλους του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η οποία δημοσιεύθηκε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 21ης Μαρτίου 1991. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, οι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, ενώ το 1981 ήταν 487.285, το 1989 είχαν φτάσει στις 693.215. Αυξήθηκαν δηλαδή στην οκταετία αυτή κατά 205.930. Δυστυχώς, μετά το 1989 και ως σήμερα συνεχίστηκαν οι αδικαιολόγητες προσλήψεις, με αποτέλεσμα ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων να υπερβαίνει σήμερα τις 720.000.


Ως προς την ψευδολόγο παροχολογία και τις δεσμευτικές υποσχέσεις ­ που τείνουν να προσλάβουν πλειοδοτική μορφή ­ εν γνώσει του αδυνάτου της εκπληρώσεώς τους, πολλά παραδείγματα, εξοργιστικά ακόμη και στην παραδοξότητά τους, θα μπορούσε κανείς να υπενθυμίσει.


Αναφέρω μια χαρακτηριστική περίπτωση, που ανάγεται στις εκλογές του 1981, πριν από τις οποίες το ΠαΣοΚ είχε δημόσια δεσμευθεί ότι θα καταργούσε αμέσως τον θεσμό των Πανελληνίων Εξετάσεων και οι απόφοιτοι του Λυκείου θα μπορούσαν να εγγράφονται στα ΑΕΙ χωρίς εξετάσεις. Αμέσως μετά την εκλογική νίκη του ΠαΣοΚ, στις 18 Οκτωβρίου 1981, η σύζυγος του προέδρου κάποιας Νομαρχιακής Επιτροπής της ΝΔ ρωτούσε εναγωνίως τον νομάρχη ­ που δεν τον είχε αντικαταστήσει το ΠαΣοΚ ­ πότε θα ερχόταν η απόφαση για την εγγραφή του παιδιού της στο Πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις. Οταν πήρε την απάντηση ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν να γίνει, εκείνη οργισμένη αποκάλυψε ότι είχε ψηφίσει το ΠαΣοΚ παρασυρθείσα από τη σχετική ψηφοθηρική εξαγγελία του κόμματος αυτού. Η ζημιά που γίνεται με τη συνειδητά παραπλανητική αυτή τακτική είναι προφανής. Δεν διαφθείρεται μόνο η ιδεολογική και η ηθική συνείδηση του λαού αλλά κλονίζεται σοβαρά ­ πολλές φορές μέχρις αφανισμού της ­ και η αξιοπιστία των πολιτικών κομμάτων και των πολιτευομένων και έτσι η πολιτική ζωή δεν αναβαθμίζεται, δεν προοδεύει.


Μια άλλη, εξίσου απαράδεκτη, μέθοδος ασκήσεως προεκλογικής προπαγάνδας είναι η διαστρέβλωση της αλήθειας των πραγμάτων και του νοήματος ορισμένων ενεργειών των αντιπάλων, μέθοδος η οποία μαρτυρεί επίσης την οπισθοδρόμηση της πολιτικής ζωής. Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας για την ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ, στις 29 Μαΐου του 1979, το ΠαΣοΚ και το ΚΚΕ, μολονότι γνώριζαν πολύ καλά το μέγα και πολλαπλό όφελος που θα προέκυπτε από το σπουδαίο αυτό επίτευγμα, εν τούτοις κατασυκοφάντησαν τη συμφωνία και μιλούσαν για καταστροφή του αγροτικού κόσμου, για «φωλεές λεόντων, που πίνουν το αίμα των λαών» κλπ. Σε κάποιες από τις προεκλογικές περιοδείες μου ως πρωθυπουργού, θέλοντας να αποδείξω στην πράξη τα ευεργετικά υπέρ των ελλήνων αγροτών αποτελέσματα από την ένταξή μας στην ΕΟΚ, έδωσα μαζί με τον τότε υπουργό Γεωργίας μακαρίτη Αθ. Κανελλόπουλο τις πρώτες επιδοτήσεις της Κοινότητας σε επιταγές, ώστε οι αγρότες μας να καταλάβουν την αλήθεια και να μην πείθονται με τα ψέματα. Το νόημα της απόλυτα δικαιολογημένης ενέργειάς μας εκείνης στηλιτεύτηκε σε υψηλούς τόνους από την αντιπολίτευση, που με κατηγόρησε για ψηφοθηρία. Μολονότι από τότε έχουν περάσει 15 χρόνια και ο αγροτικός κόσμος έμαθε πλέον την αλήθεια, κατά καιρούς ­ ακόμη και πολύ πρόσφατα ­ ορισμένα δημοσιεύματα, καθώς και μερικοί τηλεοπτικοί ομιλητές, εξακολουθούν να αναφέρονται επικριτικά στις πρώτες εκείνες επιδοτήσεις, προσθέτοντας μάλιστα κακεντρεχώς ότι δεν έσωσαν τότε τη Νέα Δημοκρατία από την ήττα. Ερωτώ: Αυτό αποτελεί εκσυγχρονισμό και πρόοδο της πολιτικής μας ζωής; Η μόνη «εκσυγχρονιστική» ­ ευχάριστη και παρήγορη ­ νότα σ’ αυτές τις εκλογές είναι η άμβλυνση της οξύτητας στην κομματική αντιπαράθεση, η έλλειψη ηχορύπανσης και η ­ ως τώρα τουλάχιστον ­ αποφυγή μεγάλων υπαίθριων συγκεντρώσεων. Χωρίς να θέλω να μειώσω τη σημασία των καλών αυτών «σημαδιών», πιστεύω ότι τα κόμματα καθώς αντιλήφθηκαν, επιτέλους, ότι ο κόσμος έχει βαρεθεί και αντιδρά αρνητικά ­ περιφρονητικά ­ σε όλα αυτά, έκαμαν αυτή την επιλογή «την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενα».


Το περίεργο και αντιφατικό είναι ότι γίνεται κατά κόρον λόγος για εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση της πολιτικής ζωής, την ώρα ακριβώς που οι εμφανιζόμενοι ως κοπτόμενοι γι’ αυτόν τον εκσυγχρονισμό δεν έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο των μεθόδων και της τακτικής του αποσκορακιστέου παρελθόντος. Προφανώς, έχουν αντιληφθεί ότι αυτή η μέθοδος ευνοείται από τις διαθέσεις μεγάλης μερίδας των πολιτών οι οποίοι αρέσκονται να ακούουν πάντοτε εκείνα που επιθυμούν και τους είναι ευχάριστα, έστω και αν αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και την αλήθεια. Ασφαλώς, πρόκειται για νοσηρό φαινόμενο, το οποίο αρκετές φορές και με μεγάλο τίμημα έχει πληρώσει αυτός ο τόπος και ο λαός μας. Φαίνεται δε ότι δεν είναι νέο. Ηδη, από το 5ο π.Χ. αιώνα, τραγικοί, ιστορικοί και ρήτορες κατέκριναν τους πολιτικούς που προσπαθούσαν να γίνουν αρεστοί στους πολίτες κολακεύοντάς τους. Διαπίστωναν ακόμη ότι αποτελεί κίνδυνο για τη Δημοκρατία η τάση του λαού να παρασύρεται από ψευδείς υποσχέσεις και κολακείες. Για να αρκεστώ μόνο σε ένα παράδειγμα, σημειώνω ότι τον 4ο αιώνα ο Δημοσθένης προειδοποιούσε τους Αθηναίους ότι ύψιστοι κίνδυνοι απειλούν την πολιτεία, της οποίας οι πολίτες θέλουν να ακούουν μόνο ευχάριστους λόγους και αποστρέφονται τους πολιτικούς που τους λένε δυσάρεστες αλήθειες.


Στη νεότερη πολιτική μας ιστορία έχουμε αρκετές ­ παλαιότερες, αλλά και πρόσφατες ­ περιπτώσεις κατά τις οποίες ο λαός μας, παραπειθόμενος από λαοπλάνους δημαγωγούς, ακολούθησε τους πολιτικούς που ερέθιζαν το συναίσθημά του και του καλλιεργούσαν φρούδες ελπίδες για την ικανοποίηση των επιθυμιών του, ενώ «απέστρεψε» το πρόσωπό του από τους πολιτικούς που απευθύνονταν στη λογική του και του έλεγαν με παρρησία την καθαρή αλήθεια. Οι εξελίξεις έδειξαν το λάθος, επέφεραν τις βλαπτικές συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς και, δυστυχώς, δικαίωσαν τη φωνή της αλήθειας, της σωφροσύνης και της ευθύνης. Το κρίσιμο, όμως, ζήτημα για το μέλλον του τόπου δεν είναι η διαπίστωση του λάθους και των συνεπειών του. Είναι το πόσο ο πολιτικός κόσμος αλλά και ο λαός διδάχθηκαν από τις κατά καιρούς δυσάρεστες έως ολέθριες εξελίξεις, ώστε να μην επαναλαμβάνουν τα ίδια. Οι κρίσεις και τα συμπεράσματα ανήκουν στους αναγνώστες.


Ο κ. Γεώργιος Ι. Ράλλης είναι πρώην πρωθυπουργός.