Ο ρομαντισμός είναι μια λέξη που χρησιμοποιούμε συχνά πυκνά σήμερα, κυρίως στον καθημερινό λόγο: ένας περίπατος, ένα τοπίο, ακόμη και ένα γεύμα μπορεί να είναι ή να μην είναι ρομαντικά. Η λέξη όμως είναι και εννοιολογικό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιούν οι ερευνητές, στην περιοχή κυρίως των ανθρωπιστικών σπουδών, όταν θέλουν να χαρακτηρίσουν την πνευματική παραγωγή μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, που εκτείνεται περίπου από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ως το τέλος σχεδόν του 19ου. Τέλος, ο ρομαντισμός μπορεί να θεωρηθεί και μόνιμο γνώρισμα του ανθρώπινου πνεύματος, κάτι σαν σταθερή και αποφασισμένη φιλοσοφική στάση, με την οποία αντιστεκόμαστε στις σκληρές και πρακτικές όψεις της πραγματικότητας. Οι τρεις προηγούμενες κατευθύνσεις προδίδουν ήδη ότι ο ρομαντισμός εμφανίζεται πολυπρόσωπος και ασαφής, καθώς επίσης και γοητευτικός ή απωθητικός, ανάλογα με τις ιδιοσυγκρασίες.


Οι ανακοινώσεις των ομιλητών


Στο δυσπρόσιτο αυτό φαινόμενο αποφάσισε να αφιερώσει τις εργασίες του το Επιστημονικό Συμπόσιο που οργανώθηκε από την Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της Σχολής Μωραΐτη, στις 12 και 13 Νοεμβρίου, με θέμα Ο ρομαντισμός στην Ελλάδα. Ερευνητές από διάφορες γνωστικές περιοχές και με διαφορετικές προοπτικές, ιστορικοί, νεοελληνιστές, θεατρολόγοι, ιστορικοί της φιλοσοφίας και της πολιτικής επιστήμης, ανθρωπολόγοι και ιστορικοί της τέχνης κατέθεσαν τις απόψεις τους με την ελπίδα να διατυπώσουν τις σωστές ερωτήσεις και την επιθυμία να δώσουν μερικές έστω απαντήσεις.


Στην επανάσταση του 1848 και στην προβληματική ελληνική εκδοχή της συγκέντρωσε την προσοχή της η Καίτη Αρώνη-Τσίχλη υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ελληνικό χώρο δεν συνδέονται με εκείνα του ευρωπαϊκού ’48· και τούτο γιατί η ελληνική εκδοχή χαρακτηρίζεται από την απουσία κοινωνικών στόχων, οι οποίοι αποτέλεσαν, αντίθετα, το κύριο γνώρισμα του παρισινού κινήματος.


Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος έθεσε μεθοδολογικά και πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ιστορική έρευνα ως προς το φαινόμενο του ρομαντισμού, συγκεντρώνοντας την προσοχή του στην εθνοκεντρική προέλευση αλλά και στην εθνοκεντρική προοπτική του ρομαντικού κινήματος. Με αφετηρία το λειτουργικό δίπολο διαφωτισμός – ρομαντισμός, ο ιστορικός συνέδεσε τις καταγωγικές ρίζες του ρομαντισμού με τις σημερινές του επιβιώσεις, όπως αυτές διαφαίνονται στην προσπάθεια νεοσύστατων κρατών να αποκτήσουν εθνική οντότητα. Ο Γιώργος Κόκκινος, από την πλευρά του, επιχείρησε να συνδυάσει τον πολιτικό ρομαντισμό με το έργο του Γ. Φιλάρετου.


Με την ανακοίνωσή της η Λουκία Δρούλια έστρεψε την προσοχή στις ενδυματολογικές ανακατατάξεις στα χρόνια της εθνικής διαμόρφωσης του νέου Ελληνισμού, οι οποίες οδήγησαν στη σταδιακή επικράτηση της ευρωπαϊκής ενδυμασίας εις βάρος της παραδοσιακής. Η Λουκία Δρούλια έδειξε πώς, μέσα στο ρομαντικό κλίμα της εποχής, η φουστανέλα προβλήθηκε ως πολιτισμικό πρότυπο, ως ένδυμα της Αυλής, εξελίχθηκε ως αναγνωρισμένη αστική ενδυμασία, για να καθιερωθεί ως εθνική ενδυμασία, η οποία αποτελεί ακόμη και σήμερα τη στολή της εθνικής φρουράς.


Κλείνοντας τις παρεμβάσεις των ιστορικών, ο Βασίλης Κρεμμυδάς αξιοποίησε τις επιστολές του Κωλέττη στους φίλους του, όσο ο τελευταίος ήταν πρεσβευτής στο Παρίσι, για να δείξει ότι το πολιτικό σύστημα του Κωλέττη ήταν αρθρωμένο με άξονα τον θεσμό της βασιλείας. Αν ο Κωλέττης τοποθετεί υπεράνω όλων το συμφέρον του έθνους, αυτό συνδυάζεται, σύμφωνα με τον ιστορικό, με το γεγονός ότι ο βασιλιάς είναι ο σωστός υπηρέτης του εθνικού συμφέροντος, δεδομένου ότι για τον Κωλέττη βασιλιάς και έθνος ταυτίζονται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό.


Στο θέατρο και στη λογοτεχνία


Στην προοπτική της θεατρολογίας ο ρομαντισμός εξετάστηκε από τη σκοπιά της ιστορίας του θεάτρου και της θεατρικής κριτικής. Ως προς την πρώτη, ο Βάλτερ Πούχνερ ανέλυσε τον «Μεσσία ή τα Πάθη Ιησού Χριστού» του Παναγιώτη Σούτσου, έργο στο οποίο αναγνώρισε κλασικιστικό ύφος με αρκετά ρομαντικά στοιχεία. Ο μεικτός αυτός χαρακτήρας, εξάλλου, χαρακτηρίζει, σύμφωνα με τον Βάλτερ Πούχνερ, στο σύνολό του τον ρομαντισμό της Αθηναϊκής Σχολής. Ο ρομαντικός χαρακτήρας του έργου του Σούτσου αναδεικνύεται στο γεγονός ότι το τελευταίο αποτελεί λιγότερο θρησκευτικό και περισσότερο πολιτικό δράμα, με το δημοκρατικό μήνυμα ισονομίας και ελευθερίας που περιέχει. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στάθηκε κυρίως στη δραματολογία των έργων της εποχής και έδειξε τα αδιέξοδα του ρομαντικού θεάτρου στην Ελλάδα, κάνοντας λόγο για δραματουργική αμηχανία. Ο κριτικός αναφέρθηκε στα ρομαντικά έργα από την τετραπλή σκοπιά του κειμένου, των ηθοποιών, της τεχνικής και του κοινού και έδειξε ότι τα ρομαντικά θεατρικά έργα γράφτηκαν περισσότερο, αν όχι αποκλειστικά, για να διαβαστούν παρά για να παιχτούν.


Είναι φυσικό ο ρομαντισμός να αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος στην προοπτική των ιστορικών της λογοτεχνίας. Η Αφροδίτη Αθανασοπούλου ασχολήθηκε με τον απόηχο της Κρητικής Επανάστασης του 1866-68 στην ποίηση των ελλήνων ρομαντικών, για να υποστηρίξει ότι η επανάσταση αυτή υπήρξε καθοριστικό βίωμα και σημαντική πηγή έμπνευσης για τους τελευταίους εκπροσώπους του ρομαντικού κινήματος στην Ελλάδα. Η Αφροδίτη Αθανασοπούλου επέμεινε στο αίσθημα της «πτώσης του ιδανικού» που χαρακτήρισε την ποίηση των αθηναίων ρομαντικών μετά το άδοξο τέλος της Κρητικής Επανάστασης.


Η Σοφία Ντενίση συγκέντρωσε την προσοχή της στην έννοια του διηγήματος, το οποίο, σύμφωνα με την κριτική, γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, καλλιεργήθηκε μερικώς στα χρόνια του ρομαντισμού και κορυφώθηκε μετά το 1880. Τα συμπεράσματα όμως της νεότερης έρευνας δεν συμφωνούν με τις προηγούμενες γενικές προτάσεις· διότι τα αφηγήματα που υπάρχουν από το τέλος του 18ου αιώνα ως και το τέλος του 19ου, πολύ περισσότερα από όσα πιστεύαμε, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ακριβώς διηγήματα, πράγμα που οδήγησε τη Σοφία Ντενίση να σημειώσει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του όρου «διήγημα».


Ο Αλέξης Πολίτης μίλησε για τα ζητήματα ιδεολογίας που προκύπτουν από την ανάγνωση του έργου του Α. Ρ. Ραγκαβή. Η πρόσφατη αναβάθμιση της πεζογραφίας του ρομαντισμού έστρεψε την προσοχή στα πεζά κείμενα του συγγραφέα, υποβαθμίζοντας την ποιητική και θεατρική του παραγωγή, την οποία ο ίδιος ο Ραγκαβής θεωρούσε σημαντικότερη. Ο Αλέξης Πολίτης υποστήριξε την προτεραιότητα της ποιητικής παραγωγής του Ραγκαβή, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα που είναι απούσα από το πεζογραφικό έργο του συγγραφέα είναι συντριπτικά παρούσα στο ποιητικό, προοπτική που ανατρέπει, σύμφωνα με τον ιστορικό, την εικόνα που θέλει τον Ραγκαβή έξω από το ελληνοκεντρικό ιδεώδες.


Η Αθηνά Γεωργαντά στάθηκε σε ζητήματα ποιητικής, εξετάζοντας τη λειτουργία του ανέμου στις Ωδές του Ανδρέα Κάλβου. Εδειξε ότι ο άνεμος που φυσάει στις Ωδές είναι ρομαντικός και συνέδεσε την ποιητική παραγωγή του Κάλβου με τις μεγάλες κατηγορίες της ρομαντικής αισθητικής. Υποστήριξε ειδικότερα ότι ο Κάλβος, όπως όλοι οι ρομαντικοί, αναζητά ένα μήνυμα στα στοιχεία της φύσης και στο φυσικό τοπίο, στα οποία βλέπει έναν κόσμο πέρα από τον κόσμο της ορατής φύσης. Ακριβώς την πρόσβαση σε τούτο ‘δώ τον κόσμο, αλλά και την επικοινωνία με αυτόν, εξασφαλίζει πρωτίστως ο άνεμος, που γίνεται έτσι συντακτικό στοιχείο της αισθητικής του ποιητή.


Από τη λαογραφία ως την πολιτική


Με τη μετάβαση από το μηχανιστικό στο οργανικό πρότυπο της φύσης που απασχόλησε την Αθηνά Γεωργαντά ασχολήθηκα και ο ίδιος, στην προσπάθειά μου να υποδείξω τον μεταφορικό λόγο που υποστηρίζει τον ρομαντισμό στο σύνολό του.


Ο ρομαντισμός στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους. Από τη σκοπιά αυτή, η Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου έδειξε ότι η ελληνική λαογραφία όχι μόνο είναι συνυφασμένη με την πορεία του ρομαντισμού στην Ελλάδα αλλά κατέχει και ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του: η λαογραφία είναι τυπικό γέννημα και θρέμμα του ρομαντισμού. Η σχέση μεταξύ τους, όπως το υποστήριξε η Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου, είναι αμφοτερόπλευρα διαμορφωτική, καθώς ο ρομαντισμός οδηγεί σε μια λαογραφία που το έργο της είναι να αποκαταστήσει τη συνέχεια μέσα στα λείψανα της συνέχειας, ενώ η λαογραφία αναπαράγει τον ρομαντισμό ως ζητούμενο, προσδίδοντάς του το ιδεολογικό περίβλημα που θέλει το παρελθόν ως συνέχεια.


Ο Αντώνης Κωτίδης εξέτασε το πρόβλημα των σχέσεων του ρομαντισμού με τη ζωγραφική. Υποστήριξε ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ρομαντικό ρεύμα στην ελληνική ζωγραφική· ό,τι υπήρξε, σχετικά ομόχρονο με την ευρωπαϊκή ρομαντική πρωτοπορία, φανερώθηκε σποραδικά και μόνο στα Επτάνησα, επειδή εκεί η δυτική πολιτική κυριαρχία είχε δημιουργήσει μια μακροχρόνια συνέχεια δυτικών επιρροών στην τέχνη. Ακόμη και όταν το νεαρό κράτος ταύτισε την επίσημη τέχνη του με τη δυτική, τη στοίχισε με την ακαδημαϊκή ζωγραφική των Σχολών Καλών Τεχνών για τις οποίες η ρομαντική τεχνοτροπία αποτελούσε ανάθεμα.


Ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης, τέλος, μίλησε για τον πολιτικό ρομαντισμό και παρουσίασε κριτικά τα βασικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών ρομαντικών κινημάτων στην περίοδο που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση. Με αφετηρία τον Ρουσό, στον οποίο υποστήριξε ότι συνυπάρχουν τόσο η ορθολογική – διαφωτιστική όσο και η ρομαντική παράδοση, ο Ψυχοπαίδης ανέλυσε τις κεντρικές θέσεις του Φίχτε και του Σέλινγκ που θέλουν την πολιτεία καλλιτέχνημα και οργανική ολότητα.


Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.