H πρόταση της υπουργού Παιδείας να αυξηθούν οι ώρες διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών (εφεξής AE) έφερε για άλλη μια φορά στην επικαιρότητα τους προβληματισμούς και τις διαμάχες γύρω από τους εκπαιδευτικούς στόχους και την εν γένει σκοπιμότητα αυτού του μαθήματος. Αλλά ενώ πολλά έχουν γραφεί (και εφαρμοστεί, ως έναν βαθμό) και για το τι πρέπει να διδάσκεται ως AE (συνεχείς αλλαγές συγγραφέων/έργων, μεταφρασμένα κείμενα κτλ.) και για το πώς (γλωσσικές ασκήσεις, ευαγγελικές περικοπές κτλ.), κανέναν δεν φαίνεται να απασχολεί και το ποιος διδάσκει αυτό το μάθημα.


Τυπικά, εντεταλμένοι για τη διδασκαλία των AE στα Γυμνάσια και στα Λύκεια είναι οι απόφοιτοι των Φιλοσοφικών Σχολών· οι οποίοι απόφοιτοι, ωστόσο, μετά την τριχοτόμηση των παλαιών Φιλοσοφικών στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε τμήματα Φιλολογικά, Ιστορικά – Αρχαιολογικά και Φιλοσοφικά – Ψυχολογικά – Παιδαγωγικά, δεν είναι όλοι φιλόλογοι. Και ακόμη λιγότερο φιλόλογοι είναι οι απόφοιτοι των τμημάτων Ιστορίας και Εθνολογίας του Παν/μίου Θράκης και Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παν/μίου Θεσσαλίας, οι οποίοι προσφάτως απέκτησαν επίσης το δικαίωμα να διορίζονται ως φιλόλογοι. Παρ’ όλα αυτά, ο πτυχιούχος φιλόλογος της Πάτρας, με κατεύθυνση στο πτυχίο του τα Νέα Ελληνικά ή τη Γλωσσολογία, ο οποίος παρακολούθησε 5 μόνο μαθήματα AE στη διάρκεια των σπουδών του, έχει τα ίδια ακριβώς δικαιώματα και θα κληθεί διοριζόμενος να διδάξει AE.


Και αυτός μεν παρακολούθησε έστω 5 μαθήματα AE. Ο απόφοιτος όμως του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας με κατεύθυνση τη Νεότερη Ιστορία του Παν/μίου Κρήτης ή ο απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι, σύμφωνα με το πρόγραμμα των σπουδών τους, έχουν τη δυνατότητα να μην παρακολουθήσουν ούτε ένα μάθημα AE (ενδεχομένως ούτε NE), πώς θα διδάξουν στο σχολείο; Και το ίδιο ερώτημα ισχύει φυσικά για όλους τους μη φιλολόγους πτυχιούχους των Φιλοσοφικών Σχολών με τα ελάχιστα μαθήματα AE που παρακολουθούν.


Ιδού λοιπόν πού οφείλεται πρωτίστως, κατά τη γνώμη μου, η κακοδαιμονία του μαθήματος των AE στα σχολεία και η αδυναμία της πλειονότητας των μαθητών να τα μάθουν ως έναν βαθμό, αλλά κυρίως να συγκινηθούν από αυτά. Ο ανεπαρκής δάσκαλος ούτε να μεταδώσει γνώσεις που δεν έχει μπορεί ούτε – πολλώ μάλλον – να εμπνεύσει. Αν συνυπολογίσουμε την έλλειψη σοβαρής παιδαγωγικής κατάρτισης των λειτουργών της Μέσης εν γένει, αλλά και την απουσία σε πολλούς πραγματικού ενδιαφέροντος και πίστης στη δουλειά που κάνουν, η ομόλογη έλλειψη μαθητικού ενδιαφέροντος για το μάθημα των AE και η συνακόλουθη αποτυχία στις εξετάσεις είναι μάλλον ευεξήγητες.


Ο αντίλογος είναι γνωστός: Αν δίδασκαν μόνον οι κλασικοί φιλόλογοι AE, τι θα έκαναν οι απόφοιτοι των άλλων τομέων και τμημάτων (ιστορικοί, φιλόσοφοι, γλωσσολόγοι, εθνολόγοι κτλ.) που δεν θα μπορούσαν να συμπληρώσουν το απαιτούμενο ωράριο μόνο με το μάθημα της ειδικότητάς τους; H ένσταση μοιάζει εύλογη, αλλά δεν είναι, γιατί προσεγγίζει ένα ζήτημα καθαρά εκπαιδευτικό – δηλ. ποιος έχει τα απαραίτητα επιστημονικά εφόδια για να διδάξει ένα συγκεκριμένο μάθημα – με κριτήρια συνδικαλιστικά ή έστω κοινωνικά. Αλλά με αυτή τη λογική, οι επιστημονικές ειδικεύσεις στους καθηγητές της Μέσης περιορίζονται ανεπίτρεπτα και κινδυνεύουν να καταργηθούν. Ηδη, ενώ οι συνάδελφοί τους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναβαθμίζονται συνεχώς – και καλά κάνουν – απαιτώντας και επιβάλλοντας ειδικεύσεις στον κλάδο τους, οι φιλόλογοι της δευτεροβάθμιας τείνουν να γίνουν οι παλιοί δάσκαλοι που δίδασκαν τα πάντα. Και γιατί, αίφνης, με την ίδια πάντα λογική, να μην επιτραπεί στο μέλλον να διδάσκουν AE και οι θεολόγοι, οι δάσκαλοι, ακόμη και οι δικηγόροι; Στην εξέλιξη αυτή οδηγεί βεβαίως η αλλοπρόσαλλη εκπαιδευτική πολιτική του υπουργείου Παιδείας τα τελευταία 20 χρόνια, το οποίο από τη μια ιδρύει απερίσκεπτα Ιστορικά και Φιλοσοφικά τμήματα, και από την άλλη, επιχειρώντας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα απορρόφησης και ανεργίας που το ίδιο δημιουργεί, βαφτίζει τους ιστορικούς, τους φιλοσόφους, τους εθνολόγους κτλ. φιλολόγους και τους στέλνει να διδάξουν AE. Και όπως πληροφορούμαι, οι απόφοιτοι των τμημάτων Θεατρικών Σπουδών, αλλά και εκείνοι των Παρευξείνιων φιλολογιών πιέζουν εδώ και καιρό για να αποκτήσουν και αυτοί το δικαίωμα να διορίζονται ως φιλόλογοι.


H αύξηση των ωρών διδασκαλίας των AE είναι βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά το βήμα αυτό από μόνο του δεν πρόκειται, φοβούμαι, να βελτιώσει αισθητά τα πράγματα. Αν θέλουμε να αναβαθμίσουμε πραγματικά το μάθημα των AE, ο φαύλος κύκλος της ημιμάθειας που έχει εγκατασταθεί στα σχολεία μας με τη σφραγίδα της πολιτείας πρέπει επιτέλους να σπάσει.


Ο κ. Αναστάσιος Νικολαΐδης είναι πρόεδρος του Τμήματος Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.