Η αυξανόμενη στις μέρες μας, κατά κύριο λόγο, ξενόφερτη επιθετικότητα, η οποία μεταφράζεται σε κλοπές, ληστείες και εγκλήματα, προβληματίζει ειδικούς και μη. Αναλύσεις, μέτρα, δηλώσεις και ειδήσεις γεμίζουν κάθε μέρα τις εφημερίδες και τις οθόνες των τηλεοράσεων. Φόβος και τρόμος διαπερνά ανυπεράσπιστους πολίτες, μερικοί από τους οποίους παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους και δημιουργείται μια ανεξέλεγκτη πια κατάσταση, η οποία μπορεί να πάρει απρόβλεπτες διαστάσεις.
Φταίνε, λένε, οι αλβανοί μαφιόζοι που οργανώνουν τις επιχειρήσεις, ενοχοποιούνται οι δραπέτες των φυλακών της Αλβανίας, οι αλβανοί τσιγγάνοι, γενικώς οι Αλβανοί. Μια ξενοφοβία βασισμένη σε ένα στερεότυπο, αυτό του αλβανού κακοποιού. Ο ρατσισμός στη θεωρία και στην πράξη. Και η χώρα μας, κατ’ εξοχήν αντιρατσιστική αλλά και θύμα ρατσισμού ως πρόσφατα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ρατσιστική χώρα, ασπαζόμενη το λεγόμενο νεορατσιστικό ρεύμα. Μια νέα ιδεολογία, η οποία μετατοπίζει τη βιολογίζουσα άποψη του ρατσισμού από τη φυλή στην κουλτούρα, από την ανισότητα στη διαφορά, από τον διακηρυγμένο ρατσισμό στον συμβολικό ρατσισμό, στο δικαίωμα στη διαφορά, στο δικαίωμα στη διάκριση, μια άποψη περισσότερο επικίνδυνη, καθώς περνά πιο εύκολα στον επιρρεπή παθόντα πολίτη μέσα από παρακινδυνευμένες και ατεκμηρίωτες γενικεύσεις.
Και ενώ η βιολογική αλλά και η κοινωνιολογική άποψη του ρατσισμού έχει απορριφθεί, όπως έχουμε αναλύσει και σε άλλη επικοινωνία μας («Το Βήμα», 30.11.1997, «Ο μίτος του ρατσισμού»), παραμένουν ορισμένα επίκαιρα σχετικά ερωτήματα αναπάντητα. Π.χ. σχετίζεται η επιθετικότητα ή η εγκληματικότητα γενικότερα με τον γενετικό οπλισμό του δράση; Μπορεί το δικαστήριο να βασιστεί σε γενετικά τεκμήρια για να αποφασίσει και να διαλευκάνει περιπτώσεις εγκλημάτων; Μπορεί τέτοιες περιπτώσεις να στηρίξουν τη ρατσιστική ιδεολογία;
Είναι αλήθεια ότι τέτοια ερωτήματα απασχολούν πολλές δεκαετίες τώρα τους επαΐοντες και το θολό σκηνικό φωτίζεται όλο και περισσότερο. Π.χ., μια παλιά μελέτη έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ορισμένες χρωμοσωματικές ανωμαλίες σχετίζονται με ορισμένες αντικοινωνικές δραστηριότητες. Σε μια καταγραφή τροφίμων ψυχιατρικών φυλακών με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης (IQ~77) η συχνότητα των ΧΧΥ ατόμων (ΧΧ ή ΧΥ είναι φυσιολογικά άτομα) βρέθηκε είκοσι φορές υψηλότερη από του μέσου πληθυσμού, που ήταν 0,14%. Ανάμεσα σε εκείνους τους τροφίμους βρέθηκαν και πολλοί με άλλες χρωμοσωματικές ανωμαλίες, όπως ΧΧΥΥ, ΧΧΥ/ΧΧ κ.ά. Σε μιαν άλλη ανάλογη μελέτη βρέθηκε ότι ΧΥΥ τρόφιμοι είχαν εμπλακεί σε εγκληματικές ενέργειες σε ποσοστό 88%, ενώ το ποσοστό αυτό για ΧΥ άνδρες ήταν 63%.
Πρέπει να τονιστεί ότι τέτοιες χρωμοσωματικές αποκλίσεις φαίνεται να εμπλέκονται και σε άλλες ανώμαλες συμπεριφορές, όπως η καταθλιπτική μανία, η επιληψία, η σχιζοφρένεια, η πνευματική καθυστέρηση κ.ά. Τέτοιες ανωμαλίες χρησιμοποιούνται στα δικαστήρια από τους δικηγόρους υπεράσπισης, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει ευθεία συσχέτιση. Γιατί η εγκληματικότητα επηρεάζεται και από πολλούς περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως λ.χ. η καταθλιπτική ζωή, η φτώχεια, η άγνοια, η πνευματική ανωμαλία, η απουσία γονιών, οι κοινωνικές διαμάχες κ.ά. Ετσι, η γενετική συνεισφορά στην έκφραση του χαρακτήρα αυτού, της εγκληματικότητας, δεν είναι μονοσήμαντη.
Παρ’ όλα αυτά, και ενώ δεν γνωρίζουμε ακόμη συγκεκριμένα γονίδια που αυξάνουν την επιθετικότητα και την εγκληματικότητα, μπορούμε τώρα με μεγάλη προσέγγιση, χρησιμοποιώντας γενετικά τεκμήρια, να ενοχοποιήσουμε ή να αθωώσουμε κάποιον ύποπτο εγκληματία. Η πρώτη παρέμβαση της Γενετικής στο σημείο αυτό έγινε στις 3.9.1996 στις ΗΠΑ, όταν χρησιμοποιήθηκε μιτοχονδριακό DNA από το σάλιο ενός εικοσιεπτάχρονου υπόπτου για τον φόνο ενός τετράχρονου κοριτσιού. Το DNA αυτό ταίριαζε με το αντίστοιχο που βρέθηκε σε ξένη τρίχα πάνω στο θύμα και η οποία, με τη γενετική ανάλυση, αποκαλύφθηκε ότι ανήκε στον ύποπτο, ο οποίος καταδικάστηκε από το δικαστήριο. Τέτοιες αναλύσεις είναι πια ρουτίνα για αντίστοιχα τμήματα δίωξης του εγκλήματος ή για περιπτώσεις ταυτοποίησης των νεκρών, όπως έγινε με τον Τσάρο Νικόλα ΙΙ ή έναν αγνοούμενο κυπριοαμερικανό νεκρό που πρόσφατα μάθαμε την ταυτότητά του.
Μπορεί λοιπόν η γενετική ανάλυση να ενοχοποιήσει έναν εγκληματία. Αλλά από αυτό το σημείο ως τη γενίκευση ότι ο εγκληματίας αυτός έχει γενετική προδιάθεση και ότι αυτός ανήκει σε μια «κατώτερη ράτσα», η απόσταση είναι απροσπέλαστη. Η συλλήβδην λοιπόν ενοχοποίηση μιας εθνότητας δεν έχει επιστημονική βάση. Γιατί, στην περίπτωση των λαθρομεταναστών Αλβανών λ.χ., μπορεί να υπάρχει αυξημένος μέσος όρος κακοποιών αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αντιπροσωπεύουν το έθνος τους· άλλωστε αρκετοί από αυτούς είναι δραπέτες φυλακών. Γι’ αυτό η καλλιέργεια της ρατσιστικής ή νεορατσιστικής έννοιας ή ιδεολογίας είναι ανεδαφική. Εκείνο που πρέπει να καλλιεργηθεί είναι η πρόληψη, την ευθύνη της οποίας έχει η πολιτεία και όχι ο ευερέθιστος και ανυπεράσπιστος πολίτης, που εύκολα μεταθέτει το πρόβλημά του σε εύπεπτες θεωρίες αλλά και επικίνδυνες πρακτικές ατομικού ή εθνικού επιπέδου.
Ο κ. Σταμάτης Ν. Αλαχιώτης είναι καθηγητής Γενετικής, πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών.



