Ο δημόσιος διάλογος γύρω από τις νόμιμες (αλλά κάποτε και αδικαιολόγητες) παρεμβάσεις πολιτικών στον χώρο της Δικαιοσύνης συνεχίζεται και αυτή την Κυριακή από τις στήλες του «Βήματος».


Σήμερα ο επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Β. Κόκκινος ανταπαντά επιτιθέμενος με δριμύτητα στον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Ευ. Γιαννόπουλο για όσα ο τελευταίος του καταμαρτυρούσε στην επιστολή του της περασμένης Κυριακής. Παραλλήλως ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χρ. Σαρτζετάκης επανέρχεται με διπλή απάντηση: στον κ. Β. Κόκκινο για όσα ο επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου του καταμαρτυρούσε («ότι επεχείρησα δήθεν να “διευκολύνω” επί του θέματος τον Υπουργόν Δικαιοσύνης») και κυρίως στον κ. Ευ. Γιαννόπουλο επί της διαμάχης τους γύρω από την ανάκριση της «υποθέσεως Γρηγορίου Λαμπράκη» το 1963. Δεδομένου ότι οι δύο κατωτέρω δημοσιευόμενες επιστολές παρελήφθησαν από «Το Βήμα» την Παρασκευή δεν εδίδετο στον κ. Ευ. Γιαννόπουλο επαρκής χρόνος για να απαντήσει. Ο υπουργός Δικαιοσύνης σκοπεύει να το πράξει στο επόμενο φύλλο του «Βήματος».


Κύριε Διευθυντά,


«Εξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν»!


Ι. Αρμόζει στον κ. Γιαννόπουλο να κατέρχεται στο επίπεδο που κατήλθε, στην προσπάθειά του να με πλήξει, διότι κατήγγειλα την ωμή επέμβασή του στο Εισαγγελικό Εργο. Μια επέμβαση που αποκορυφώθηκε με την παραγγελία του για πειθαρχική δίωξη των Εισαγγελικών λειτουργών, οι οποίοι ερευνούν τα αρχεία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Η παραγγελία αυτή δημιουργεί μείζον θέμα λειτουργίας του θεσμού της Δικαιοσύνης. Και θα έπρεπε να είχε εξεγείρει το νομικό κόσμο της Χώρας. Αν ο ηθικός ιστός της Ελληνικής Κοινωνίας δεν είχε αποσαθρωθεί, στο βαθμό που αποσαθρώθηκε τα τελευταία χρόνια.


ΙΙ. Δεν θα ακολουθήσω τον κ. Γιαννόπουλο στην ολισθηρή πορεία που επέλεξε και εξήλθε πλέον του διαλόγου, με το τελευταίο κατάπτυστο κείμενό του. Θα θυμίσω μόνο ότι «εκ στόματος κόρακος “κρα” εξελεύσεται» (!). Ο καθένας μιλάει με το «περίσσευμα της καρδιάς του». Και εκφράζεται ανάλογα με την ανατροφή του, την παιδεία του, το πνευματικό επίπεδό του, το ήθος του και την ψυχοσύνθεσή του. Στις ύβρεις και συκοφαντίες καταφεύγουν μόνο όσοι δεν έχουν επιχειρήματα, ούτε πνεύμα. Είναι γνωστό ποιας ψυχοσυνθέσεως τύποι, όταν εξοργιστούν, ομιλούν με γλώσσα υστερικής μαινάδας! Ο θυμόσοφος λαός, που τους χαρακτηρίζει προσηκόντως, λέγει: «Να μην πέσεις στο απύλωτο στόμα τους, κι αν μιλήσεις μαζί τους θα χάσεις, ενώ αυτοί δεν έχουν να χάσουν τίποτα»!


Είναι γνωστό επίσης ποίοι τύποι κατηγορούν με ευκολία τους άλλους και τους αποδίδουν μειονεκτήματα που οι ίδιοι έχουν.


ΙΙΙ. Για να μην κουράσω τους αναγνώστες σας, θα αγνοήσω τα ατέρμονα παραληρήματα του κ. Γιαννόπουλου, τις κομπορρημοσύνες του και τις αλαζονικές εκφράσεις του, που είναι αποτέλεσμα όχι μόνον μιας ψευδαίσθησης αιώνιας παντοδυναμίας, αλλά και παντελούς άγνοιας του μηνύματος των λόγων του Παλαμά:


«Ανθρωπος είσαι και θα πεθάνεις! Και θα σου φτύνει Κι ο τιποτένιος Κι ο πεχλιβάνης την τρανοσύνη»!


Θα ήθελα όμως, για να γίνει κατανοητή στους αναγνώστες σας η σοβαρότητα των παραλογισμών του, να αναφερθώ, ενδεικτικώς, σε δύο χαρακτηριστικές και επαναλαμβανόμενες κάθε φορά αιτιάσεις του:


α) Στον ισχυρισμό του ότι με έκανε προϊστάμενο του Πρωτοδικείου Αθηνών δήθεν η δεξιά το 1977, για να γίνω Πρόεδρος του Αρείου Πάγου το 1990 «ως κομματόσκυλο»!


Θα ήθελα πρωτίστως να στιγματίσω και να παραδώσω στην κοινή κρίση και περιφρόνηση το λεξιλόγιο χαμαιτυπείου, που χρησιμοποιεί δημόσιος άνδρας.


Ως προς την ουσία. Οι προϊστάμενοι του Πρωτοδικείου Αθηνών, την εποχή εκείνη, ετοποθετούντο με απόφαση του 7μελούς Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, που το συγκροτούσαν τότε επιφανείς ανώτατοι δικαστές, οι οποίοι εθεωρούντο ότι ανήκον πολιτικώς στον Κεντρώο χώρο.


Οπως ο τότε Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Γ. Καραμάνος, στο τμήμα του οποίου είχα υπηρετήσει ως Πρωτοδίκης, όταν εκείνος ήταν Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών, ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σόλων Ράγκας, οι τότε αρεοπαγίτες Ι. Παπαδόπουλος και Αριστοτέλης Καλύβας, που διώχθηκε από τη δικτατορία (δικαστικές μορφές που άφησαν εποχή στον κλάδο) κ.ά. Υπουργός Δικαιοσύνης δε ήταν ο ευπατρίδης, άριστος νομικός, πραγματικός αγωνιστής της δημοκρατίας και ευγενέστατος άνθρωπος αείμνηστος Κ. Στεφανάκης. Προσωπικότητα που τιμούσε τον Υπουργικό Θώκο και δεν θα επιχειρούσε ποτέ να προσπαθήσει να επηρεάσει το Αν. Δικ. Συμβούλιο. Ούτε και θα μπορούσε άλλως τε.


Κατά τη λογική λοιπόν του κ. Ε. Γιαννόπουλου, όλοι αυτοί συνέπραξαν να γίνω προϊστάμενος των υπηρεσιών του Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη δικαιοδοτική εξουσία που είχε τότε, ώστε να προαχθώ μετά 13 χρόνια (!) στο βαθμό του Προέδρου του Αρείου Πάγου.


Αλλά δεν είναι μόνο ο παραλογισμός αυτός. Ο κ. Ε. Γιαννόπουλος, μετά από τόσες δεκαετίες δικηγορίας, δεν έμαθε ακόμα ότι η θέση του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου της Αθήνας, της πολυαριθμότερης δικαστικής υπηρεσίας της Χώρας, ή αναδεικνύει υπηρεσιακώς τον Δικαστή ή τον ενταφιάζει. Και φυσικά το πρώτο εξαρτάται μόνο από την επίδοσή του, την απόδοσή του και την προσωπικότητά του. Και από τίποτε άλλο. Από όλους τους προϊσταμένους του Πρωτοδικείου Αθηνών τα τελευταία 60 χρόνια έγιναν Πρόεδροι του Αρείου Πάγου μόνο τρεις. (Οι προηγούμενοι δύο ήσαν οι αείμνηστοι Ι. Αποστολόπουλος και Αθαν. Γεωργίου).


Τόσο «κομματόσκυλο» δε υπήρξα, ώστε το ΠΑΣΟΚ, όταν επανήλθε στην εξουσία το 1993, βρήκε στον Αρειο Πάγο τους Αρεοπαγίτες, που τελευταίως προήγαγε, σε θέσεις Προέδρου Αρείου Πάγου, Εισαγγελέα Αρείου Πάγου και αντιπροέδρων, μεταξύ των οποίων και εκείνους τους οποίους ανέσυρε από την 25η και 15η σειρά της επετηρίδας.


Για να καταδειχτεί το μέγεθος της συκοφαντίας του κ. Γιαννόπουλου, είμαι υποχρεωμένος επίσης να μνημονεύσω και να του υπενθυμίσω ένα περιστατικό, που τον διαψεύδει παταγωδώς. Την εποχή που ήμουν προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Αθηνών έγιναν βουλευτικές εκλογές. Το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την εκλογική νομοθεσία έπρεπε να κάνει τη «διαλογή» των ψήφων και την ανακήρυξη των Βουλευτών. Προϊστάμενο των συνεργείων διαλογής είχα ορίσει έναν ακέραιο δικαστή, τον τότε Πρόεδρο Πρωτοδικών και μετέπειτα Αρεοπαγίτη Ι. Αραχωβίτη. Το Πρωτοδικείο Αθηνών τότε, για διαφορά μερικών δεκάδων ψήφων, ανεκήρυξε βουλευτή του ΠΑΣΟΚ έναν επί πλέον από εκείνους που είχε ανακοινώσει ο Τύπος. Χάρις στην αντικειμενική, έντιμη και ακριβοδίκαιη εκτέλεση του καθήκοντος από τους δικαστές του. Μάλιστα ο Ε. Γιαννόπουλος, μου τηλεφώνησε μετά τα μεσάνυκτα στο σπίτι μου, κατ’ εντολή του Ανδρ. Παπανδρέου, όπως μου είπε, για να ρωτήσει, αν αλήθευε η σχετική πληροφορία τους. Γιατί δεν πίστευαν στα αυτιά τους ότι πήραν μία επιπλέον έδρα.


Τέλος, ας σημειωθεί, για την εκτίμηση των ισχυρισμών του σημερινού Υπουργού Δικαιοσύνης, ότι επί πρωθυπουργίας του Ανδρ. Παπανδρέου και με πράξη του ιδίου είχα συμπεριληφθεί και στην Επιτροπή απονομής παρασήμων.


β) Οτι έγινα Αρεοπαγίτης το 1979, με παράλειψη 15 αρχαιοτέρων μου δικαστών. Το ψεύδος αρχίζει από τον ισχυρισμό ότι οι παραλείψεις αυτές έγιναν για την προαγωγή μου. Ενώ έγιναν για την προαγωγή των 14 άλλων Αρεοπαγιτών, που κρίθηκαν πριν από εμένα. Γεγονός που αποσιωπά ο κ. Γιαννόπουλος και η προπαγάνδα του.


Στην πραγματικότητα παρελείφθησαν για την προαγωγή μου μόνον δύο αρχαιότεροί μου. Αλλως τε οι προαγωγές στο βαθμό του Αρεοπαγίτη γίνονται πάντοτε από το Αν. Δικ. Συμβούλιο. Τούτο είχε τότε ενδεκαμελή σύνθεση, χωρίς τη συμμετοχή εκπροσώπων της πολιτικής εξουσίας. Μέλη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ήσαν εκτός από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Δημ. Σκούμπη και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σολ. Ράγκα, 9 άλλοι αρεοπαγίτες, που είχαν επιλεγεί με κλήρωση, μεταξύ των οποίων οι Ν. Χριστούλας, Ι. Παπαδόπουλος, Ι. Γουρνάς, Σ. Ντάλλας, Ν. Παπανικολάου και άλλοι, που ήσαν όλοι γνωστοί για την ακεραιότητά τους και είχαν διακριθεί στον κλάδο. Με αυτά τα δεδομένα η κατ’ απόλυτη εκλογή προαγωγή ενός εφέτη σε θέση Αρεοπαγίτη, θα πρέπει να τον καθιστά λογικώς άξιο επαίνου. Ομως, από τον Ε. Γιαννόπουλο και τα φερέφωνά του η προαγωγή αυτή θεωρείται ψόγος! Φαίνεται ότι κατά τη λογική του τα μέλη του Α.Δ.Σ. έπρεπε να παίρνουν τη γνώμη του για τις προαγωγές!


Σε όλες τις άλλες γελοίες αιτιάσεις του, το αβάσιμο των οποίων αποδεικνύεται με αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και του Ειδικού Δικαστηρίου, δεν απαντώ. Οχι γιατί «ποιούμαι την νήσσα», όπως διατείνεται. Αλλά για να μην κουράσω τους αναγνώστες σας με θέματα άσχετα και χιλιοειπωμένα, στα οποία σκοπίμως επεκτείνεται ο Υπουργός Δικαιοσύνης, για να παραπλανήσει τους αναγνώστες σας και να απομακρύνει τη συζήτηση από τις παρεμβάσεις του στη δικαιοσύνη, για τις οποίες δεν δίδει καμία απάντηση.


IV. Ποιος είναι «μπουρτζόβλαχος» και σε ποιον «ταιριάζουν γάντι» όσα λέγει ο Ε. Γιαννόπουλος περί Αισχύνη και «ένστασης δοκιμασίας» (αλήθεια, από ποια υποσυνείδητη ανάγκη εμβάθυνε στο θέμα και μάλιστα από χρόνια, όπως λέγει;) οι αναγνώστες σας ευκόλως μπορούν να διακρίνουν. Ας διερωτηθεί όμως ο κ. Γιαννόπουλος μήπως όσα λέγει αρμόζουν στον ίδιο.


Εγώ δεν είμαι γόνος μεγαλοσχήμων. Ούτε ανθρώπων του κατεστημένου. Ούτε ισχυρίσθηκα το αντίθετο. Σεμνύνομαι όμως για την άμεση και απώτερη καταγωγή μου. Και για τους αθόρυβους, επίπονους, επίμονους, σκληρούς, μέχρις αυταπαρνήσεως, και άκαμπτους προσωπικούς αγώνες μου στη ζωή.


Στο σημείο αυτό κι επειδή στην «ανθολογία των ύβρεων» με την οποία φαίνεται πως καταγίνεται ο κ. Γιαννόπουλος δεν υπάρχουν κάποια, κατάλληλα για την περίπτωση, λόγια του Παλαμά, αναγκάζομαι να τα παραθέσω:


«Εμέ δε με βυζάξανε του Ελικώνα οι Μούσες»


(όπως τον κ. Γιαννόπουλο και τους συντρόφους του)


«Εμέ με πικρανάθρεψαν οι φτώχιες κι οι καημοί»!


Κι ακόμα να του επαναλάβω τα λόγια του γνωστού Ρεθυμνιώτη αγωνιστή και «παππού» της Εθνικής Αντίστασης Εμμ. Παπαδογιάννη:


«Εγώ είμαι γέννημα Χωριού. Και του βουνού είμαι θρέμμα. Και να με πάρει δεν μπορεί του ποταμού το ρέμα»!


Ο,τι κι αν πει, ό,τι κι αν κάνει ένας Γιαννόπουλος δεν πρόκειται να με πτοήσει. Ούτε να με κάμψει. Αντίθετα με χαλυβδώνει. Και με εξοπλίζει με αδάμαστη θέληση. Για να «μη κινήσω ποτέ από το χρέος».


Διεκόνησα τη Δικαιοσύνη επί 40 συναπτά έτη. Εκ των οποίων 17 ως Αρεοπαγίτης και Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Εφόσον δε η Πολιτεία με ετίμησε με το ανώτερο αξίωμα του δικαστικού λειτουργήματος, θεωρώ χρέος μου να ενδιαφέρομαι για την απρόσκοπτη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Και να στηλιτεύω κάθε ενέργεια που προσβάλλει το κύρος της και το κύρος των λειτουργών της. Χωρίς να υπολογίζω το σοβαρό σωματικό και ψυχικό κόστος που απαιτείται γι’ αυτό. Αν εφησύχαζα και φρόντιζα μόνο για τη βολή μου, την καλοπέρασή μου και να τα έχω καλά με όλους, θα ήμουν ανάξιος του αξιώματος που είχα.


Το γεγονός ότι ο «κρίμασιν οις οίδε Κύριος» σημερινός Υπουργός Δικαιοσύνης απαντά σε ένα διάλογο για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης επί των ημερών του, με αυτό τον άθλιο τρόπο και με τόση χυδαιότητα, αποκαλύπτει την ψυχική του ποιότητα, την «γκεμπελική» νοοτροπία του και την ακαταλληλότητά του για το αξίωμα που του έχει ανατεθεί. Γι’ αυτό και θεωρεί ως «επίθεση» τη διανθισμένη κριτική των υπηρεσιακών ενεργειών του. Διότι εγώ με αυτές τις ενέργειές του μόνο ασχολήθηκα. Δεν είναι δυνατό, ούτε νοητό, ο Υπουργός Δικαιοσύνης μιας Χώρας, που πρέπει να είναι επόπτης της εφαρμογής των νόμων και υπόδειγμα σεβασμού των, να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, του Προέδρου του Δ.Σ.Α. κ.λπ. Να μιλάει με αυτό τον αγοραίο τρόπο, για έναν επί σειράν ετών Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πατρίδας του, για τον οποίο μάλιστα σε συναδέλφους του και δικαστές έλεγε πριν από λίγο καιρό ότι θα τον προτιμούσε στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου!


Ούτε είναι επιτρεπτό να περιφέρεται στα ακροατήρια των ποινικών δικαστηρίων, κατά τρόπο πρωτοφανή για Υπουργό Δικαιοσύνης ευνομούμενης Χώρας, άλλοτε ως μάρτυς κατηγορίας και άλλοτε ως μάρτυς υπερασπίσεως!


Ούτε είναι δυνατό, τέλος, να παραμένει στη θέση του, όταν είναι ο μοναδικός Υπουργός Δικαιοσύνης σε όλο το κόσμο που έχει υποχρεωθεί από Δικαστήριο της Πατρίδας του σε χρηματική ικανοποίηση 10.000.000 δρχ. για αδίκημα δυσφήμησης του πρώην Προέδρου του Δ.Σ.Α., που διαπράχθηκε ενώ ήταν Υπουργός! Αυτό θα έχει μεγάλο ιστορικό κόστος για τον κ. Σημίτη. Και θα αποτελεί στίγμα της Κυβέρνησής του.


Ο Ανδρέας Παπανδρέου εγνώριζε καλλίτερα τον κ. Γιαννόπουλο ­ ίσως ήξερε κάποια απολογία του στις στρατιωτικές δικαστικές αρχές. Γι’ αυτό και δεν τον έκανε ποτέ Υπουργό Δικαιοσύνης.


Ηλθε η ώρα ο κ. Σημίτης να ασχοληθεί σοβαρά με το φαινόμενο Γιαννόπουλου. και να τον στείλει στο σπίτι του. Για να φροντίσει την υγεία του. Που, φαίνεται, πως έχει παραμελήσει.


V. Ο σημερινός Υπουργός Δικαιοσύνης μού προσάπτει «ιδιοτέλεια» στο ενδιαφέρον μου για τη Δικαιοσύνη, λέγοντας ότι θέλω να είμαι στη δημοσιότητα. Κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια. Γιατί ο ίδιος, χάριν αυτής της δημοσιότητας, έφθασε μέχρι του απίστευτου σημείου να δεχθεί την εναπόθεση επί της κεφαλής του εσώρουχου καλλιτέχνιδας του στριπ-τηζ, με τηλεοπτική κάλυψη! Και ακόμη να προβάλλεται τηλεοπτικώς ο 3ήμερος αυτοκρατορικός εορτασμός της ονομαστικής του εορτής.


VI. Τελειώνοντας την επιστολή μου, και οριστικώς τη συζήτηση με τον βαρύτατα παρεκτρεπόμενο σημερινό Υπουργό Δικαιοσύνης, θα ήθελα να του θυμίσω τους λόγους του Δημοσθένη για τον Αισχίνη. Αφού ανέσυρε και αυτόν από την φαρέτρα του. Λόγους που αρμόζουν απολύτως και στον ίδιο, για όσα λέγει και γράφει:


«Ω Αισχίνη. Ουκ αισχύνει, ότι αισχύνη της πατρίδος γέγονες;»


Με τιμή


Β. Α. Κόκκινος


Επ. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου


Σαρτζετάκης κατά Κόκκινου και Γιαννόπουλου “Επιδεικνύουν χωλαίνουσα λογική ή ανεπίτρεπτη διανοητική ανεντιμότητα”


Κύριε Διευθυντά,


Με την δημοσιευθείσα εις «Το Βήμα» τής 26.7.1998 επιστολή μου δεν ησχολήθην με πρόσωπα, ώστε να ταιριάζη ο τίτλος «κατηγορητήριο Σαρτζετάκη», που της εδώσατε. Απλώς κατέδειξα, χάριν της ιστορικής αληθείας, συγκεκριμένες ανακρίβειες που περιείχοντο σε δημοσιευθέντα αφ’ ενός άρθρον του τέως Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Κόκκινου («Το Βήμα» τής 12.7.1998) και αφ’ ετέρου επιστολήν του σημερινού Υπουργού Δικαιοσύνης Ευαγγέλου Γιαννοπούλου («Το Βήμα» τής 19.7.1998), αμφότερα σχετικά προς την ανάκρισι της υποθέσεως της πολιτικής δολοφονίας, κατά Μάιον 1963 εις Θεσσαλονίκην, του βουλευτού της Αριστεράς Γρηγορίου Λαμπράκη κλπ.


Τα κείμενα αυτά μένουν. Και η αντιπαραβολή των καταδεικνύει τα πράγματι εριστά σημεία, επί των οποίων επομένως και μόνον θα ηννοείτο αντίλογος. Ομως με νέες επιστολές των, δημοσιευθείσες εις «Το Βήμα» της περασμένης Κυριακής 2.8.1998, εις απάντησιν, υποτίθεται, των λεγομένων μου, οι ανωτέρω τέως Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και σημερινός Υπουργός Δικαιοσύνης σε τίποτε, σε κανένα σημείο, δεν ανασκευάζουν τα όσα εξέθεσα. Απλώς προσποιούνται ότι δεν κατανοούν αυτά που διαβάζουν, αφού τα αντιπαρέρχονται εν σιωπή. Και όχι μόνον. Διότι με αυτόφωρη παραποίησί των συνθέτουν τον αντίλογόν των και νομίζουν ότι έτσι απαντούν. Εις την πραγματικότητα επιδεικνύουν χωλαίνουσα λογική ή ανεπίτρεπτη διανοητική ανεντιμότητα. Τρίτη εκδοχή δεν χωρεί. Και, επί πλέον, προσθέτουν νέες ανακρίβειες.


Ανάγκη λοιπόν, χάριν και πάλιν της ιστορικής αληθείας και βεβαίως των αναγνωστών σας, να λεχθούν τα ακόλουθα:


Α) ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΤΕΩΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


1) Με την παρέμβασί μου δεν ισχυρίσθην ότι το άρθρο του περιείχε, ούτε απήντησα εις οιανδήποτε εις βάρος μου μομφήν, ώστε να δικαιολογείται τώρα προβάλλων, διά παραπομπής μάλιστα και εις κρίσεις άλλων (της εφημερίδος ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ), ότι το άρθρον του «δεν ενείχε καμμία μομφή εναντίον» μου. Ούτε εξεδήλωσα εις βάρος του αρθρογράφου σας αυτού οιανδήποτε «επιθετικότητα», όπως ανακριβώς διατείνεται. Απλώς ιστορικήν ανακρίβειαν εις το άρθρον του επεσήμανα, περιορισθείς αποκλειστικώς εις την κατάδειξιν ότι αποτελεί ιστορικόν ψεύδος το υπ’ αυτού υποστηριχθέν, ότι τηλεφώνημα του τότε Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κόλλια προς εμέ τον Ανακριτήν, «με το οποίο συστήθηκε η επιτάχυνση της περαιώσεως της υποθέσεως», ήτο, δήθεν, το γεγονός «που θεωρήθηκε ως ωμή επέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης» κατά την ανάκρισι της υποθέσεως Λαμπράκη. Και επ’ αυτού, του μόνου κρισίμου της παρεμβάσεώς μου σημείου, ο επιστολογράφος σας, πλατυάζων περί ασχέτων, ουδέν αντιλέγει. Δικαιολογείται λοιπόν και εκ τούτου η επισήμανσίς μου, ότι αυτός «αναπαράγει», εν προκειμένω, «τα όσα τότε υπεστήριζε, προς κάλυψι του παρακρατικώς ενεργούντος Κράτους, η πολιτική εμπάθεια ωρισμένων». Η οποία και ωρύετο τότε ότι αδίκως εδιώκετο πειθαρχικώς ο Εισαγγελεύς εκείνος, διότι, δήθεν, δεν είχεν επέμβει κατά την ανάκρισιν, αλλά μόνον απλήν «σύστασιν» εις τον Ανακριτήν είχε κάνει δι’ επίσπευσιν της ανακρίσεως!..


2) Περιορισθείς εις την κατάδειξι του ιστορικού αυτού ψεύδους, δεν ησχολήθην με το ανακύψαν προσφάτως θέμα μεταξύ Εισαγγελικών λειτουργών και Υπουργού Δικαιοσύνης εις το οποίον ανεφέρετο το άρθρον του τέως Προέδρου του Αρείου Πάγου. Επομένως ατόπως διατείνεται ο τελευταίος αυτός ότι με την παρέμβασίν μου επεχείρησα, δήθεν, να «διευκολύνω» επί του θέματος τον Υπουργόν Δικαιοσύνης. Και ακόμη, αντιφατικώς με «εγκαλεί» συγχρόνως διότι «παρέλειψα» να λάβω επί του θέματος θέσιν! Ως εάν ήμουν υποχρεωμένος να το πράξω! Προφανώς παραθεωρεί έτσι αυτό το οποίον όλοι οι Ελληνες γνωρίζουν. Οτι δηλαδή δεν ασχολούμαι με την τρέχουσαν εσωτερικήν πολιτικήν πραγματικότητα και ότι ο πολιτικός μου λόγος περιορίζεται αποκλειστικώς επί των εθνικών μας θεμάτων.


Β) ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


1) Διά τον σημερινόν Υπουργόν Δικαιοσύνης Ευάγγελον Γιαννόπουλον, με την παρέμβασίν μου κατέδειξα ότι είχεν υποπέσει με την επιστολή του σε ωρισμένες ανακρίβειες διά των οποίων παρεποιούντο ουσιώδη περί την ανάκρισι της υποθέσεως Λαμπράκη γεγονότα.


Συγκεκριμένως, ανασκευάζων καταλυτικώς λεγόμενά του, επεσήμανα: α) ότι ουδέποτα υπήρξαν τέσσαρες δικογραφίες που είχαν δήθεν ενωθή σε μία, β) ότι ουδέποτε ηξιώθη από εμέ τον Ανακριτήν υπό του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου να προβώ εις χωρισμόν της μιας αυτής δικογραφίας, πράγμα άλλωστε δικονομικώς αλλοπρόσαλλον, αφού ούτε αρμόδιος για κάτι τέτοιο ήμουν ούτε εδικαιούμην ως Ανακριτής να κάνω πρότασιν περί χωρισμού, γ) ότι, επομένως, ψευδώς εφέρετο ότι συνήνεσα δήθεν εις τοιαύτην προς εμέ υπόδειξιν του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, δ) κατ’ ακολουθίαν, ότι απετέλει καθαρόν μύθευμα, εκτός και των δικονομικών ως Ανακριτού δυνατοτήτων μου, το υποστηριζόμενον υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης ότι, δήθεν, αποδεχθείς κατ’ αρχήν τον χωρισμόν, με απέτρεψεν εν συνεχεία από τοιαύτην περί χωρισμού πρότασιν ο Εισαγγελεύς Παπαντωνίου, επισείων ότι θα διαφωνήση επ’ αυτής!, ε) ότι το προς εμέ τον Ανακριτήν τηλεφώνημα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου δεν αφεώρα εις τον χωρισμόν της δικογραφίας και ήτο μόνον ένα, χωρίς να ακολουθήση «αφόρητη συνέχεια τηλεφωνικών οχλήσεων». Και προς πλήρη απόδειξιν του αυτοφώρου του μυθεύματος επεσήμανα, επί πλέον, ότι χρονικώς περιωρισμένως ησχολήθη με την υπόθεσιν ο Εισαγγελεύς Παπαντωνίου, ότι άλλοι θα ησχολούντο υπηρεσιακώς, όπως και πράγματι ησχολήθησαν, με τας προς το Δικαστικόν Συμβούλιον προτάσεις, και όχι αυτός (για να ημπορούσε να διαφωνήση προς προτάσεις μου!), ότι το Δικαστικόν Συμβούλιον άλλον είχε Πρόεδρον, τον Παρασκευόπουλον, και όχι τον Διαμαντάκον του μυθεύματος, ότι το προς εμέ μοναδικόν τηλεφώνημα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου δεν έγινε «ύστερα από λίγες μέρες», αλλά μετά από αρκετούς μήνες, μετά και τις θερινές δικαστικές διακοπές! Απεδεικνύετο έτσι και το δικονομικώς παράλογον των αντιθέτως, επί των ανωτέρω, υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης ιστορηθέντων…


2) Ωστε με την παρέμβασίν μου περιωρίσθην αποκλειστικώς εις τα κατ’ εμέ και υπεγράμμιζα ότι προς εμέ τον Ανακριτήν επέμβασις του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου δεν έγινε κατά την σύσκεψιν της 11.6.1963 εις το γραφείον του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως ο Υπουργός Δικαιοσύνης αγνοών τα πράγματα ισχυρίζεται, αλλά πολύ αργότερα, ύστερα από αρκετούς μήνες και μόνον άπαξ, με τηλεφώνημα, που δεν αφορούσε εις τον χωρισμόν της δικογραφίας, χωρίς και να εκθέσω το περιεχόμενόν του. Επραξα δε τούτο προς καταλυτικήν ανασκευήν του Υπουργικού μυθεύματος, περί δήθεν συναινέσεώς μου εις υπόδειξιν περί χωρισμού της δικογραφίας και δήθεν υστέρας υπαναχωρήσεώς μου, κατόπιν διατυπωθείσης προθέσεως του Εισαγγελέως Παπαντωνίου να διαφωνήση προς τοιαύτην περί χωρισμού πρότασίν μου. Μυθεύματος και δικονομικώς καταγελάστου, κατά τα ανωτέρω περί της εν προκειμένω αναρμοδιότητος εμού ως Ανακριτού εκτιθέμενα. Δεν ωμίλησα λοιπόν ούτε για το περιεχόμενο της προς εμέ επεμβάσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου (ετόνισα μόνον το, λόγω της αναρμοδιότητός μου, και δικονομικώς αυτονόητο, ότι δεν αφορούσε εις τον χωρισμόν της δικογραφίας), ούτε για τις προς άλλους πιέσεις του, ούτε για τους συγκεκριμένους λόγους της πειθαρχικής του διώξεως. Ούτε για την σύσκεψιν της 11.6.1963 εις το γραφείον του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης ωμίλησα, αφού, ως προεξέθεσα, δεν έγινε κατ’ αυτήν η προς εμέ τον Ανακριτήν επέμβασις του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.


Αλλ’ επί των ανωτέρω σημείων, περί των οποίων και μόνον ωμίλησα, επομένως και των μόνων κρισίμων, ο Υπουργός Δικαιοσύνης ουδέν απαντά. Ασχολείται με άλλα και με άλλους. Και εκτρέπεται, χάριν εμμονής εις το κατασκευασμένον ψεύδος του, εις νέαν κακοποίησιν της αληθείας. Διότι με κραυγαλέα διαστροφή των λεγομένων μου με εμφανίζει κακοβούλως ότι δήθεν υπεστήριξα ότι «δεν ζητήθηκε ποτέ χωρισμός», ότι «δεν συζητήθηκε ποτέ χωρισμός», ότι «δεν απασχολήθηκε ποτέ κανείς με χωρισμό». Ενώ εγώ είπα μόνον κάτι το παντελώς διάφορον, συγκεκριμένως ότι από εμέ δεν αξιώθηκε χωρισμός της δικογραφίας, πράγμα για το οποίον ήμουν και αναρμόδιος! Αυτόφωρος λοιπόν διανοητική πλαστογραφία με την εντός εισαγωγικών επίκληση πραγμάτων που δεν είπα!..


3) Και επιτείνει ο Υπουργός Δικαιοσύνης την ασχημίαν του και με άλλη διαστροφή λεγομένων μου. Συγκεκριμένως ισχυρίζεται ότι προκύπτουν δήθεν και από ιδική μου κατάθεσι της εποχής εκείνης τα του μυθεύματός του, ότι κατά την σύσκεψιν της 11.6.1963 διετυπώθη προς εμέ αξίωσις του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί χωρισμού της δικογραφίας, προς την οποίαν και δήθεν συνήνεσα. Ενώ από τα παρατιθέμενα υπό του ιδίου αποσπάσματα της καταθέσεώς μου εκείνης, τουλάχιστον για όσους εννοούν τα ελληνικά που διαβάζουν, τίποτε από αυτά τα δικονομικώς παράλογα δεν προκύπτει! Διότι άλλο αυτό που αναφέρω εις την εν λόγω κατάθεσίν μου, συγκεκριμένως ότι «κατά την σύσκεψιν ταύτην ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου διετύπωσε την άποψιν ότι δέον όπως η όλη δικογραφία χωρισθή διά την ταχυτέραν των υπαιτίων παραπομπήν εις το ακροατήριον», και άλλο το του μυθεύματος, ότι ζητήθηκε δήθεν από εμέ τον Ανακριτήν ο χωρισμός. Αλλωστε, κατά την σύσκεψιν εκείνην παρίστατο εκτός εμού, του αναρμοδίου διά χωρισμόν δικογραφίας Ανακριτού, και ο προς τούτο αρμόδιος Εισαγγελεύς (Παπαντωνίου), τον οποίον και αποκλειστικώς ως τον μόνον αρμόδιον αφεώρα προφανώς ο περί χωρισμού λόγος, αν υποτεθή ότι συνίστα επιταγήν προς πραγματοποίησίν του.


4) Αδυνατών ούτω να ανασκευάση τα όσα συγκεκριμένα επί των λεγομένων του εξέθεσα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ασχολούμενος εις την απάντησίν του με άλλα και περί άλλων ομιλών, κατέφυγε και εις κάτι που δεν τον αφορούσε. Εις την εκ μέρους μου ανασκευήν, ως ανωτέρω, της ιστορικής, επί της επεμβάσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, ανακριβείας του τέως Προέδρου του Αρείου Πάγου. Το περί αυτής κρίσιμον σημείον ήτο ότι όντως υπήρξεν ωμή επέμβασις του Εισαγγελέως εκείνου, όχι απλή σύστασις προς επίσπευσιν της ανακρίσεως, τούτο δε εθεμελιώθη δι’ επικλήσεως της πειθαρχικής διά τούτο καταδίκης του δι’ αποφάσεως του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης, ακυρωθείσης όμως υστέρως δι’ αντισυνταγματικότητα της διατάξεως, δυνάμει της οποίας είχεν ασκηθή η πειθαρχική εξουσία του Υπουργού. Τα τρία αυτά σημεία (ωμή επέμβασις, καταδίκη, ακύρωσις δι’ αντισυνταγματικότητα) είναι και τα μόνα επί του προκειμένου ουσιώδη. Και όχι βεβαίως το εάν υπήρξαν μία ή δύο Υπουργικαί αποφάσεις ή εάν η αντισυνταγματικότης απηγγέλθη από το Συμβούλιον της Επικρατείας ή τον Αρειον Πάγον. Επομένως, η περί των ασημάντων τούτων αναζήτησις παραδρομής μου από τον Υπουργόν Δικαιοσύνης προβάλλει εν προκειμένω ως κυριολεκτικώς ματαιόσχολος…


5) Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μου καταμαρτυρεί ακόμη, κατά λέξιν, «έμμεση επίθεση εναντίον του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ», «με πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα», «για την δήθεν κάθαρση που επεβάλλετο τάχα να πραγματοποιήσει η Δικαιοσύνη, κλείνοντας τα μάτια» μου «στο ότι η πολιτική αυτή επίθεση εναντίον μας ήταν ολοκάθαρη πολιτική σκευωρία και δυσώδης ποινική σκηνοθεσία…».


Πρόκειται περί καταδήλου ψευδολογίας. Διότι ουδέποτε επετέθην, ούτε αμέσως ούτε εμμέσως, εναντίον του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, όπως άλλωστε ούτε εναντίον οιουδήποτε άλλου κόμματος. Αρχηγού ή πολιτικού ή άλλου προσώπου. Και πρωτοχρονιάτικο μήνυμά μου προς τον Ελληνικόν λαόν με το παραπάνω περιεχόμενο δεν υπάρχει! Ας υπομνήσω σχετικώς ότι για κάθαρσι ωμιλούσε τότε σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, και το ΠΑΣΟΚ, και ο Ανδρέας Παπανδρέου, και ο σημερινός Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Σημίτης. Ενώ εγώ, περιοριζόμενος εις τον συνταγματικώς υπερκομματικόν ρόλον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ήτο ανεπίτρεπτον να κατέλθω εις κρίσεις και αποτιμήσεις περί «πολιτικής σκευωρίας» ή περί «δυσώδους ποινικής σκηνοθεσίας», θετικώς ή αρνητικώς, ή να προκαταλάβω ή αποδοκιμάσω αποφάσεις διά του Συντάγματος κατεστημένων και αρμοδίων πολιτειακών οργάνων (της Βουλής, που αποφασίζει για την ποινική δίωξι, και του Ειδικού Δικαστηρίου, που δικάζει τους Υπουργούς και οριστικώς αποφαίνεται), όπως και οι στοιχειώδεις μόνον γνώσεις Συνταγματικού Δικαίου έχοντες γνωρίζουν.


6) Και ακόμη. Εάν όντως είχα επιτεθή, έστω εμμέσως, εναντίον του Ανδρέα Παπανδρεόυ και του ΠΑΣΟΚ, και μάλιστα με πρωτοχρονιάτικο μήνυμά μου, που το άκουσε ολόκληρος ο Ελληνικός λαός, ασφαλώς αυτό θα το αντελαμβάνετο και ο καθ’ ου η επίθεσις Αρχηγός και ολόκληρο το κόμμα του. Τότε πώς συνέβη ολίγον χρόνον έπειτα, ληγούσης της Προεδρικής μου θητείας, ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου και σύσσωμο το ΠΑΣΟΚ, όλοι οι βουλευταί του, συμπεριλαμβανομένου και του σημερινού Υπουργού Δικαιοσύνης, να με επαναπροτείνουν, το 1990, για την Προεδρία της Δημοκρατίας και να με ψηφίσουν όλοι τους εκ νέου κατά την πρώτην επί της εκλογής εις την Βουλήν ψηφοφορίαν; Εψήφιζαν έναν διώκτην των;


Ας καταλάβη επί τέλους ο Υπουργός Δικαιοσύνης, και όσοι άλλοι τυχόν ομόφρονές του, ότι και τα αυτόφωρα ψεύδη έχουν τα όριά των.


7) Συνηθισμένος σε υβριστικές αερολογίες, ο Υπουργός Δικαιοσύνης γράφει ακόμη για μένα κατά λέξιν: «Δεν συγχωρώ στον ίδιο την ιδιορρυθμία, την υπεροψία και την κομπορρημοσύνη του όταν μιλάει για θέματα του δημοσίου κι εθνικού μας βίου». Υβριστικοί χαρακτηρισμοί παντελώς αόριστοι και αθεμελίωτοι, αφού δεν γίνεται καμμία επίκλησι λόγου ή κειμένου μου προς στήριξί των. Παντελώς ασύστατοι. Πλήττεται όμως και υποφέρει δεινώς με αυτούς η Ελληνική μας γλώσσα, αφού για όσους και στοιχειωδώς την γνωρίζουν, πρώτον, «συγχωρεί» μόνον αδικηθείς τον αδικήσαντα και ο Θεός όλους μας και, δεύτερον, απόψεις και θέσεις «για θέματα του δημοσίου κι εθνικού μας βίου» ημπορεί να είναι ευάρεστες ή δυσάρεστες, σωστές ή εσφαλμένες, αποδεκτές ή απορριπτέες, αλλά ποτέ δεν ημπορεί να εκδηλωθούν με αυτές «ιδιορρυθμία, υπεροψία ή κομπορρημοσύνη». Αυτές είναι ιδιότητες χαρακτήρος, που φανερώνονται, μεταξύ άλλων και, με περιαυτολογίες, κομπασμούς και υβρεολόγια, εις τα οποία πασιδήλως δεν επιδίδομαι.


Με την προσήκουσα τιμή


Χρήστος Α. Σαρτζετάκης