Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι είναι εκείνοι που χρόνια τώρα φέρουν το κύριο βάρος του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και ακόμη εκείνοι που πληρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των έμμεσων φόρων και γενικότερα το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού φορολογικού βάρους, με συνέπεια αυτοί να χρηματοδοτούν ποσοστό πάνω από 60% των δημοσίων δαπανών.


Ενώ κάθε χρόνο η αγοραστική τους δύναμη μένει στάσιμη ή και μειώνεται, αφού η μέση αύξηση των ονομαστικών μισθών ίσα που καλύπτει τις μεταβολές του κόστους ζωής, ο πληθωρισμός δημιουργεί εικονική αύξηση της φοροδοτικής τους ικανότητας με αποτέλεσμα την αύξηση της φορολογικής τους επιβάρυνσης.


Η κατάσταση αυτή για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους έχει γίνει πιο δύσκολη μετά την κατάργηση της ρήτρας που προέβλεπε η φορολογική νομοθεσία για την κατ’ έτος τιμαριθμοποίηση της κλίμακας φόρου και των αφορολόγητων ποσών που ίσχυαν. Η κλίμακα φόρου που ισχύει θεσπίστηκε το 1992 με τον ν. 2065 χωρίς έκτοτε να τιμαριθμοποιηθεί, παρά το γεγονός ότι κατά την περίοδο αυτή, με εξαίρεση το 1996, ο πληθωρισμός έτρεχε με ρυθμό πάνω από 10%. Ολα αυτά τα χρόνια η φορολογική αφαίμαξη υπήρξε μεγάλη. Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι πλήρωσαν επιπλέον φόρους χωρίς να υπάρξει πραγματική αύξηση των εισοδημάτων τους.


Η φορολογική και εισοδηματική πολιτική που θα ασκηθεί εφέτος θα είναι για τρίτη χρονιά συγκρατημένη. Η δέσμευση για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος δεν αφήνει περιθώρια για ελαφρύνσεις. Αντιθέτως κύριος στόχος των μεταβολών που θα γίνουν στη φορολογία θα είναι η αύξηση των εσόδων.


Ετσι δεν θα τιμαριθμοποιηθεί η κλίμακα φόρου και το αφορολόγητο ποσό που χορηγήθηκε στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους με τον ν. 2214. Εκτός από τις απαλλαγές θα καταργηθούν ή θα περιορισθούν και ορισμένες εκπτώσεις δαπανών, οι οποίες ελάφρυναν κυρίως το φορολογικό βάρος των μισθωτών και των συνταξιούχων. Θα αυξηθούν τα τεκμήρια. Ολα αυτά σε συνδυασμό με την ονομαστική αύξηση των μισθών και των συντάξεων θα έχουν ως συνέπεια να υπαχθούν σε φόρο υψηλότερα εισοδήματα τα οποία θα προκύψουν από εικονικές αυξήσεις και ακόμη τα εισοδήματα αυτά θα υπαχθούν σε φόρο με υψηλότερους συντελεστές.


Ας δούμε ποιες θα είναι οι εκπτώσεις της νέας κατάστασης που θα διαμορφωθεί φέτος στη φορολογία και πόσο θα επιβαρυνθούν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι από τη μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας φόρου και τις άλλες μεταβολές που θα γίνουν.


Εστω μισθωτός του Δημοσίου με σύζυγο χωρίς εισόδημα και ένα ανήλικο παιδί. Εστω ακόμη ότι ο μισθωτός αυτός είχε το 1995 συνολικό καθαρό εισόδημα από μισθούς 2.400.000 δρχ. για το οποίο πλήρωσε φόρο 35.000 δρχ.


Ο μισθωτός αυτός πήρε φέτος μέση ονομαστική αύξηση των αποδοχών μαζί με την ωρίμανση και το διορθωτικό ποσό 7,5%, οπότε οι ετήσιες καθαρές αποδοχές του διαμορφώθηκαν φέτος σε 2.580.000 δρχ., για τις οποίες θα πληρώσει φόρο 52.000 δρχ., δηλαδή θα έχει αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης κατά ποσοστό 48,5% χωρίς να έχει πραγματική αύξηση του εισοδήματός του αφού η αύξηση των αποδοχών του θα υπολείπεται της αύξησης του τιμαρίθμου τουλάχιστον κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.


Την ίδια φορολογική μεταχείριση θα έχουν φέτος και οι συνταξιούχοι του Δημοσίου. Ετσι αν υποτεθεί πως συνταξιούχος του Δημοσίου εισέπραξε το 1995 συνολικό καθαρό ποσό από τη σύνταξή του 2.380.000 δρχ., για το εισόδημα αυτό πλήρωσε φόρο 47.000 δρχ. Ο συνταξιούχος αυτός, επειδή η σύνταξή του είναι πάνω από 130.000 δρχ., πήρε φέτος την αύξηση που δόθηκε στους δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή 2,5% από 1.1.96 και 2,5% από 1.7.96 και διορθωτικό ποσό 2,1%, δηλαδή η μέση ποσοστιαία αύξηση της σύνταξής του ανήλθε σε 6% περίπου.


Με την αύξηση αυτή το φορολογητέο εισόδημα του συνταξιούχου θα ανέλθει σε 2.522.800 δρχ., για το οποίο θα πληρώσει φόρο 66.800 δρχ., δηλαδή θα έχει μια αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης κατά 42%, παρά το γεγονός ότι η αύξηση του εισοδήματός του θα υπολείπεται της αύξησης του πληθωρισμού κατά δύο τουλάχιστον ποσοστιαίες μονάδες.


Τα τεκμήρια αποτελούν τη βασική μεθοδολογία για τον εξαναγκασμό των φορολογούμενων να δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα. Εχει αποδειχθεί όμως πως ελάχιστα συμβάλλουν στα φορολογικά έσοδα.


Παρά ταύτα η κυβέρνηση σχεδιάζει παρέμβαση στο σύστημα των τεκμηρίων, ώστε να γίνουν πιο αποδοτικά. Ετσι, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του «Βήματος», σχεδιάζονται η αναπροσαρμογή της τεκμαρτής δαπάνης όλων των τεκμηρίων διαβίωσης, η κατάργηση ορισμένων απαλλαγών και εξαιρέσεων και ακόμη η διεύρυνση του «πόθεν έσχες» με νέα στοιχεία ώστε να επεκταθεί η φορολογική βάση σε εισοδήματα που έμεναν έξω από την τσιμπίδα τους.


Η τεκμαρτή δαπάνη όλων των τεκμηρίων διαβίωσης, αυτοκινήτων, μοτοσικλετών, σκαφών αναψυχής, θα αναπροσαρμοστεί κατά ποσοστό που κυμάνθηκε από 15% ως 30%, ενώ θα περιοριστεί και η μείωση που ισχύει σήμερα με βάση τα έτη παλαιότητας. Ακόμη σχεδιάζεται η κατάργηση της εξαίρεσης από το πόθεν έσχες αυτών που αγοράζουν ομόλογα του Δημοσίου ή μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο.


Ολες οι πιο πάνω μεταβολές θα έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που θα αποκτηθούν εφέτος, με συνέπεια να γίνει πιο δύσκολη η δυνατότητα διαφυγής από το πόθεν έσχες και ακόμη να μετατεθεί σε υψηλότερα επίπεδα το τεκμαρτό εισόδημα για όσους θα υπαχθούν στα τεκμήρια.


Αν υπολογιστεί ότι στην Ελλάδα κυκλοφορούν σήμερα δύο εκατομμύρια ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα, σημαίνει ότι ποσοστό 50% και πάνω των φορολογουμένων θα υπαχθούν εφέτος στο τεκμήριο του αυτοκινήτου με πολύ υψηλότερη τεκμαρτή δαπάνη.


Με το τεκμήριο όμως του αυτοκινήτου, είτε αυτό λειτουργεί ως τεκμήριο δαπάνης διαβίωσης είτε ως τεκμήριο κτήσεως, πιάνονται κυρίως τα μικρά και τα μεσαία εισοδήματα, μισθωτοί και συνταξιούχοι οι οποίοι με οικονομίες ετών αγόρασαν κάποιο αυτοκίνητο και βλέπουν πως η κατοχή του αποτελεί για το κράτος αμάχητο τεκμήριο υψηλού εισοδήματος. Και αυτό γιατί η αναπροσαρμογή της τεκμαρτής δαπάνης που γίνεται κάθε δύο χρόνια περίπου είναι συνήθως σε ποσοστό υψηλότερη από την ονομαστική αύξηση των μισθών και των συντάξεων, με συνέπεια να πιάνει το τεκμήριο των αυτοκινήτων κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αυτοί να έχουν κάποια κρυφή πηγή εισοδήματος.


Ετσι αναπροσαρμογή της τεκμαρτής δαπάνης όλων των τεκμηρίων είχαμε το 1990 με τον Ν. 1882, το 1992 με τον Ν. 2065, το 1994 με τον Ν. 2214, αναπροσαρμογή θα έχουμε και εφέτος. Ολες οι αναπροσαρμογές που έγιναν ήταν σε ποσοστό υψηλότερο της μέσης ονομαστικής αύξησης των μισθών και των συντάξεων, με συνέπεια να θιγούν κυρίως τα μικρά εισοδήματα τα οποία δεν αναπροσαρμόστηκαν με τα ίδια ποσοστά.


Αν υποτεθεί πως εφέτος θα έχουμε αναπροσαρμογή των τεκμηρίων κατά ποσοστό 20%, για να δικαιολογηθεί η κατοχή αυτοκινήτου 10 ίππων θα πρέπει να δηλωθεί εισόδημα 2.500.000, 11 ίππων εισόδημα 3.000.000, 12 ίππων 3.500.000 κ.ο.κ. Αυτό σημαίνει ότι μισθωτός με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 200.000 δεν μπορεί να έχει αυτοκίνητο πάνω από 11 φορολογήσιμους ίππους, διότι θα πληρώσει φόρο για εισόδημα που δεν απέκτησε. Πώς θα φορολογηθεί η υπεραξία από την αναπροσαρμογή των παγίων στοιχείων


Περισσότερο φόρο θα πληρώσουν εφέτος και οι μεγάλες επιχειρήσεις. Οχι βέβαια για τα κέρδη τους, αφού αυτά φορολογούνται με αναλογικό συντελεστή και όχι με προοδευτική κλίμακα, αλλά για την υπεραξία που θα προκύψει από την αναπροσαρμογή των παγίων στοιχείων, η οποία θα γίνει ως 31.12.96.


Με διάταξη που έχει περιληφθεί στο νομοσχέδιο για την τροποποίηση του τελωνειακού κώδικα, το οποίο θα κατατεθεί πρώτο στη Βουλή, αυξάνεται ο συντελεστής φορολογίας από 1% σε 5% για τα γήπεδα και 8% για τα κτίρια. Στο ίδιο νομοσχέδιο θα περιληφθεί και η διάταξη για την αύξηση των τελών κυκλοφορίας.


Με τις νέες ρυθμίσεις γίνονται ακόμη οι ακόλουθες μεταβολές στη νομοθεσία που ισχύει για την αναπροσαρμογή των παγίων:


* Ο φόρος που θα προκύψει από την αναπροσαρμογή δεν θα καταβληθεί εφάπαξ όπως ισχύει, αλλά σε τέσσερις εξαμηνιαίες δόσεις.


* Η δήλωση αναπροσαρμογής θα υποβληθεί ως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από τον χρόνο όπου έγινε η αναπροσαρμογή.


* Οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης θα κάνουν αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου όχι με αύξηση της ονομαστικής αξίας των μεριδίων, αλλά με έκδοση νέων μεριδίων τα οποία θα διανείμουν δωρεάν στους παλαιούς εταίρους κατά αναλογία των μεριδίων τους.


* Σε περίπτωση όπου λόγω της αναπροσαρμογής τα κεφάλαια ανώνυμης εταιρείας, στα οποία περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως αποθεματικά που έχει σχηματίσει, είναι επενδυμένα σε αστικά ακίνητα κατά ποσοστό 60% και άνω, οι διατάξεις για την ονομαστικοποίηση των μετοχών δεν θα έχουν εφαρμογή για τη χρήση όπου έγινε η αναπροσαρμογή.


* Η έκπτωση των αποσβέσεων στο ποσό της υπεραξίας αρχίζει να γίνεται από τα ακαθάριστα έσοδα της επόμενης διαχειριστικής περιόδου μέσα στην οποία πραγματοποιήθηκε η αναπροσαρμογή και όχι της διαχειριστικής περιόδου όπου έγινε η αναπροσαρμογή.