Οι υψηλές τιμές με τις οποίες είναι αναγκασμένη να αγοράζει την ενέργεια η ελληνική βιομηχανία ιδιαίτερα κάποιοι σημαντικοί κλάδοι της, όπως η μεταλλουργία και η χαρτοβιομηχανία έχουν ως συνέπεια τη μείωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της καθώς επίσης και την καθυστέρηση των επενδυτικών προγραμμάτων. Δεν είναι λίγες οι βιομηχανίες που ασφυκτιούν εξαιτίας των υψηλών τιμών του πετρελαίου και του μαζούτ, πράγμα που δεν ισχύει για το κάρβουνο (λιθάνθρακας) λόγω φορολογικής απαλλαγής του τελευταίου. Η υψηλή φορολόγηση των υπόλοιπων καυσίμων κυρίως πετρελαίου και μαζούτ δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας σε πολλές ελληνικές βιομηχανίες, που ανταγωνίζονται τις ομοειδείς ευρωπαϊκές επιχειρήσεις από δυσμενέστερη θέση.
Η υπερφορολόγηση ορισμένων καυσίμων έχει οδηγήσει τη χώρα μας στην πρώτη θέση μεταξύ όλων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου η φορολογία κινείται περίπου στο 50% σε σχέση με την Ελλάδα. Ενδεικτικά είναι τα παρακάτω γεγονότα: Πρώτον, από τις 137,323 δραχμές που κοστίζει το κυβικό μέτρο του ντίζελ οι 77 δραχμές είναι φόροι. Με δυο λόγια, το 56% της τιμής αποτελούν οι φόροι. Δεύτερον, από τις 45.445 δραχμές που στοιχίζει ο τόνος του μαζούτ, οι 13.000 δραχμές είναι οι φόροι, ήτοι το 28,6%.
Εκπρόσωποι της βιομηχανίας που ρωτήθηκαν για το συνολικό κόστος της ενέργειας ανέφεραν ότι «τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και τα οποία έχουν σχέση με τη συμμετοχή της ενέργειας στο συνολικό βιομηχανικό κόστος δεν αποδίδουν σωστά την πραγματικότητα. Και αυτό διότι στον μέσο όρο του κόστους του βιομηχανικού ρεύματος συμψηφίζεται και το κόστος της ενέργειας για κάποιες βιομηχανίες που έχουν υπογράψει ιδιαίτερα ευνοϊκές συμβάσεις με τη ΔΕΗ. Μεταξύ αυτών είναι το Αλουμίνιον της Ελλάδος και η Λάρκο. Αν εξαιρέσει κανείς αυτές τις βιομηχανίες, τότε το κόστος της ενέργειας στη βιομηχανία είναι κατά πολύ υψηλότερο σε ορισμένες περιπτώσεις 21% από άλλες ευρωπαϊκές χώρες».
Πρακτικώς, αν η ενέργεια συμμετέχει κατά περίπου 20% στο συνολικό βιομηχανικό κόστος μιας επιχείρησης, τα προϊόντα της τελευταίας γίνονται μη ανταγωνιστικά σε σχέση με τα αντίστοιχα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. «Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος» έλεγε ο ίδιος παράγοντας για να προσθέσει: «Μια μείωση κατά 2 ως 3 ποσοστιαίες μονάδες του κόστους της ενέργειας θα έχει εξαιρετικά ευεργετικές επιδράσεις στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας μας. Δείτε, για παράδειγμα, τις βιομηχανίες της Πορτογαλίας, που αγοράζουν την ενέργεια πολύ φθηνότερα από εμάς, με τι τιμές βγαίνουν διεθνώς. Αντιθέτως, στην περίπτωση της χώρας μας, οι υψηλές τιμές ενέργειας ενισχύουν τις διαδικασίες αποβιομηχάνισης». Ενδεικτική των διαφορών που ισχύουν στο καθεστώς τιμολόγησης της ενέργειας εδώ και στο εξωτερικό είναι η περίπτωση μεγάλης βιομηχανίας η οποία διαθέτει εργοστάσια τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ΗΠΑ. Σύμφωνα λοιπόν με εκτιμήσεις της διοίκησης της συγκεκριμένης βιομηχανίας, το κόστος ενέργειας στο εργοστάσιο των ΗΠΑ είναι το 70% του κόστους της ενέργειας στην Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα το καθεστώς υψηλής φορολόγησης του πετρελαίου και του μαζούτ έχει και άλλες συνέπειες. Μεταξύ αυτών είναι:
Πρώτον, οι τιμές πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στη βιομηχανία είναι σε υψηλά επίπεδα εξαιτίας του γεγονότος ότι η ΔΕΗ πληρώνει φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο που αγοράζει για να το χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη. Ο φόρος αυτός μεταφέρεται στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Αν η ΔΕΗ, αναφέρουν εκπρόσωποι της βιομηχανίας, δεν πλήρωνε φόρο στο πετρέλαιο θα μπορούσε να επιλέξει σε πολλά ελληνικά νησιά τη λογική της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ντιζελομηχανές αντί της διασύνδεσης με υποβρύχια καλώδια, που εκτός των άλλων έχουν τεράστιο κόστος.
Δεύτερον, το καθεστώς υψηλής φορολόγησης έχει επεκταθεί και στο φυσικό αέριο, όπου οι τιμές είναι απαγορευτικές για τη βιομηχανία.
Τρίτον, η υψηλή τιμή του φυσικού αερίου κάνει απαγορευτική την παρουσία των ιδιωτών στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για ίδιους σκοπούς. Οι τιμές φυσικού αερίου για ιδιοπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που ισχύουν στη Γαλλία είναι περίπου 25% χαμηλότερες από αυτές που ισχύουν στη χώρα μας. Αυτό δεν δίδει στους έλληνες βιομηχάνους τη δυνατότητα να δραστηριοποιηθούν στη συγκεκριμένη αγορά. * Αλλο ρεπορτάζ στη σελίδα Δ4



