Στις 4 Μαρτίου οι Ελβετοί καλούνται να αποφασίσουν με δημοψήφισμα για την ένταξη ή μη της χώρας τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ύστερα από πρωτοβουλία του Νέου Ευρωπαϊκού Κινήματος της Ελβετίας «Nomes», καθώς συγκεντρώθηκε ο απαιτούμενος αριθμός των 100.000 υπογραφών για την προκήρυξή του. Ετσι, παρά την επίσημη αντίθεση της ελβετικής κυβέρνησης, που έχει επιλέξει την πολιτική της «βαθμιαίας προσέγγισης» με τις Βρυξέλλες, όπως τόνισε πρόσφατα και ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Φραντς φον Ντένικεν, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε εκδήλωση του Κέντρου Διεθνών Μελετών και Ερευνών στο Παρίσι, οι Ελβετοί θα πρέπει τώρα για να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ενωση να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά στο επίπεδο και των 26 καντονιών από τα οποία αποτελείται η χώρα, σύμφωνα με το ισχύον ομοσπονδιακό σύνταγμα.


Ηδη δε, σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, υπέρ της ένταξης τάσσεται το 40% των ψηφοφόρων, ενώ ο αριθμός τους όσο πλησιάζει η ημερομηνία της 4ης Μαρτίου συνεχώς αυξάνεται. Επιπλέον, σε πολιτικό επίπεδο υπέρ της ένταξης έχουν ταχθεί τα δύο μεγάλα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, οι χριστιανοδημοκράτες και οι σοσιαλιστές, καθώς και το αντιπολιτευόμενο κόμμα των Πρασίνων. Γι’ αυτό και ο κ. Φρανσουά Σερί από τη φιλοευρωπαϊκή οργάνωση «Nomes» εκφράζει πλέον ευθέως την άποψη ότι «οι Ελβετοί είναι έτοιμοι για άμεση ένταξη», γεγονός που θα πρέπει όμως να επαληθευθεί και στις κάλπες.


Γιατί με δεδομένη τη «διπλή πλειοψηφία», που απαιτεί το ελβετικό σύνταγμα, έκπληξη δεν αποτελεί η επιλογή της «βαθμιαίας προσέγγισης» του κ. Φον Ντένικεν, αλλά, οπωσδήποτε, θα αποτελέσει έκπληξη τυχόν θετικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο στις 4 Μαρτίου.


Γι’ αυτό καθίσταται προφανές και γιατί η ελβετική κυβέρνηση έχει επιλέξει τη στρατηγική της διαπραγμάτευσης κατά στάδια με τις Βρυξέλλες, με στόχο οι επίσημες διαπραγματεύσεις να μην ξεκινήσουν πριν από το 2003. Κατά την άποψη δε του κ. Φον Ντένικεν το προκηρυχθέν δημοψήφισμα της 4ης Μαρτίου θέτει σε κίνδυνο «τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική που έχει χαραχθεί και στο χρονοδιάγραμμα που τη συνοδεύει». Επιπλέον, ο ελβετός υφυπουργός απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις των υπέρμαχων της ένταξης για αναβλητικότητα στην κυβερνητική πολιτική. Εξάλλου ο ίδιος υποστηρίζει ότι «δεν υπάρχει αναβλητικότητα στις σχέσεις της Ελβετίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση» αφού «τον Ιούνιο του 1999 οι δύο πλευρές υπέγραψαν επτά διμερείς συμφωνίες μεταξύ των οποίων οι σημαντικότατες συμφωνίες για την ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων και τις χερσαίες μεταφορές».


Αν όμως στις 4 Μαρτίου πραγματοποιηθεί η έκπληξη και οι Ελβετοί πουν το «ναι», τότε θα δημιουργηθεί αυτόματα μια νέα πραγματικότητα με διεθνείς επιπτώσεις, καθώς στη συνέχεια θεωρείται από τους διεθνείς αναλυτές δεδομένη η ένταξη του ελβετικού φράγκου στη ζώνη του ευρώ και η συνακόλουθη αύξηση των επιτοκίων, που σήμερα κυμαίνονται στα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα του 1,5%. Επίσης ο ΦΠΑ θα αυξηθεί από 7,6% σε 15%, ενώ το κοινοτικό δίκαιο θα κατισχύσει του εθνικού δικαίου. Οι Ελβετοί δε από τον τελευταίο ως τον πρώτο πολίτη της χώρας, τον ομοσπονδιακό πρόεδρο κ. Μόριτς Λόιενμπέργκερ, έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία στα δικαιώματα που εγγυάται το σύνταγμά τους. Σε αυτή την περίπτωση όμως ορισμένες λαϊκές πρωτοβουλίες θα κηρυχθούν άκυρες εφόσον συγκρούονται με το κοινοτικό δίκαιο. Τέλος, τυχόν ένταξη της Ελβετίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση αναμένεται ότι θα επηρεάσει και την παραδοσιακή στάση ουδετερότητας της χώρας, έστω και αν στη φάση αυτή η ουδετερότητα ως έννοια είναι συμβατή με την ένταξη στην Κοινότητα, καθώς και άλλα κράτη-μέλη, όπως η Σουηδία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Φινλανδία που εξακολουθούν σήμερα να τηρούν ουδέτερη στάση διεθνώς.