Ο «τυχοδιώκτης» της επιστήμης



Ο εξερευνητής των θαλασσών που μας αποχαιρέτησε αυτή την εβδομάδα ήταν ο πρώτος οικολόγος της εποχής μας


«Το νερό είναι το ύψιστο σύμβολο της αγάπης», είχε πει κάποτε ο Ζακ Υβ Κουστό, και η αγάπη για το νερό υπήρξε το ύψιστο προσωπικό σύμβολο του εξαιρετικά αγαπητού γάλλου ωκεανολόγου, συγγραφέα και παραγωγού ντοκιμαντέρ, που άφησε τις θάλασσες αυτού του κόσμου για να καταδυθεί σε άλλους, άγνωστους και ανεξερεύνητους ωκεανούς.


Ως σύγχρονος Οδυσσέας, ο Κουστό πέρασε 60 χρόνια από τη ζωή του στα νερά της θάλασσας. Αχώριστος σύντροφος στα ταξίδια του η «Καλυψώ», το πλοίο και ταυτόχρονα εργαστήριο του Κουστό, που σαν νύμφη ακαταμάχητη τον κράτησε στην αγκαλιά της ολόκληρες δεκαετίες, για να ανακαλύψουν μαζί τα μυστήρια των ωκεανών.


Παιδί απείθαρχο, ο Κουστό έμαθε να κολυμπάει σε ηλικία έξι ετών. Από μικρός περνούσε ατέλειωτες ώρες στην παραλία, τις οποίες μπορούσε να διαθέσει αφού το σχολείο και τα μαθήματα δεν τον προβλημάτιζαν ιδιαίτερα. Οταν, μάλιστα, αποβλήθηκε από το γυμνάσιο, επειδή έσπασε 17 από τα παράθυρα του σχολείου, πήρε ξανά τον δρόμο προς τη θάλασσα.


Το καλοκαίρι του 1920, όταν ήταν 10 ετών, ο Κουστό έκανε την πρώτη του κατάδυση στα νερά της Λίμνης Χάρβεϊ στο Βερμόντ. Η οικογένειά του είχε ήδη μετακινηθεί από τη μικρή πόλη κοντά στο Μπορντό και το Παρίσι, όπου έμενε αρχικά, προς τη Νέα Υόρκη, επειδή ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και ταξίδευε συνεχώς.


Μαζί με τις πρώτες καταδύσεις, ο μικρός Ζακ έμαθε να τραβάει και τα πρώτα του πλάνα με μια βιντεοκάμερα που είχε ήδη αποκτήσει. Στα επόμενα χρόνια τελειοποίησε και τις δυο αυτές δεξιότητές του, με την εισαγωγή του στη Γαλλική Ναυτική Ακαδημία και την 20χρονη θητεία του στο ναυτικό, αλλά και με τα επιτυχημένα ντοκιμαντέρ του για τη θαλάσσια ζωή, που του χάρισαν τρία Οσκαρ και τρία βραβεία του Φεστιβάλ Καννών.


Οι εικόνες που χάρισε ο Κουστό στο κοινό ήταν εξαιρετικές, τέτοιες που ούτε ο Ιούλιος Βερν δεν είχε προβλέψει όταν έγραφε το «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα», περίπου έναν αιώνα νωρίτερα. Η σειρά ντοκιμαντέρ «Ο Θαλάσσιος Κόσμος του Ζακ Υβ Κουστό», που γυρίστηκε με χρηματοδότηση των ΗΠΑ, έχει κάνει τον γύρο του κόσμου. Το ίδιο και το πασίγνωστο βιβλίο του «Ο σιωπηλός κόσμος», που μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες και πούλησε περισσότερα από 5 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ απέφερε και το πρώτο Οσκαρ για τον διάσημο Γάλλο το 1957, όταν γυρίστηκε σε ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους.


Οι εξερευνήσεις του Κουστό, όμως, δεν μεταφράζονται μόνο σε περιπέτεια και πρωτόγνωρες εμπειρίες, αλλά και σε σημαντικό επιστημονικό έργο. Ενα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά του ήταν η εγκατάσταση του πρώτου επανδρωμένου υποθαλάσσιου σταθμού ερευνών, στα ανοιχτά της Μασσαλίας, το 1963. Δύο άνδρες παρέμειναν στον υποθαλάσσιο σταθμό «Διογένης» χωρίς να ανέβουν στην επιφάνεια, περισσότερο από μία εβδομάδα.


Στη συνεργασία του Κουστό με τον γάλλο μηχανικό Εμίλ Γκανιάν, εξάλλου, οφείλουν οι σημερινοί δύτες την ειδική στολή τους, που τους δίνει τη δυνατότητα να κολυμπούν ελεύθερα και για αρκετήν ώρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η ομάδα του Κουστό, επιπλέον, ήταν αυτή που έφερε στο φως τα απομεινάρια από το ναυάγιο αρχαίου ελληνικού πλοίου με φορτίο κρασιού. Το πλοίο είχε βυθιστεί στη θάλασσα της Μασσαλίας και στο κουφάρι του βρέθηκαν εκατοντάδες πολύτιμα κεραμικά.


Τα κατορθώματα του Κουστό, όμως, δεν περιορίζονται μόνο στη θάλασσα. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ο δημοφιλέστατος γάλλος εξερευνητής είχε αναμειχθεί σε κατασκοπευτικές ενέργειες υπέρ της Αντίστασης. Μετά τον πόλεμο του απονεμήθηκε το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, το ύψιστο παράσημο που απονέμει η Γαλλία στους πατριώτες της.


Ο Κουστό ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός άνθρωπος. «Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί αγαπώ τη θάλασσα», είχε πει σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Associated Press. «Καθώς βυθίζεσαι, όμως, αρχίζεις να αισθάνεσαι πως είσαι άγγελος. Είναι μια απελευθέρωση».


Ταυτόχρονα, ήταν ρεαλιστής. Τα 15 τελευταία χρόνια της ζωής του δεν σταμάτησε να μιλά για την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και τη διατήρηση της ισορροπίας του οικοσυστήματος. Το 1978 ξόδεψε 900 χιλιάδες δολάρια για μια έρευνα για τα τοξικά απόβλητα στη Μεσόγειο. «Δεν έχουμε δικαίωμα να φέρνουμε τα προϊόντα αυτά σε επαφή με τα νερά. Πρόκειται περί γενοκτονίας», είχε προειδοποιήσει την ανθρωπότητα.


Μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας από το 1988, ο Κουστό δεν δίστασε να ενώσει τη φωνή του με τις φωνές της υπόλοιπης ανθρωπότητας για να καταδικάσει τις πυρηνικές δοκιμές της Γαλλίας στον Νότιο Ειρηνικό, το 1995. Την ίδια χρονιά, εξάλλου, δεν δίστασε να μηνύσει τον γιο του Ζαν Μισέλ, επειδή χρησιμοποίησε το όνομα Κουστό για να διαφημίσει ένα παραθεριστικό θέρετρο στα νησιά Φίτζι. Η παρεξήγηση λύθηκε όταν ο γιος του πρόσθεσε το μικρό του όνομα στο διαφημιστικό και διαχώρισε τη θέση του από το Ιδρυμα Κουστό, στο οποίο ο ερευνητής ανέθεσε όλες τις υποθέσεις του τα τελευταία χρόνια.


Οι υπεύθυνοι του ιδρύματος αποχαιρέτησαν τον Ζακ Υβ Κουστό, λέγοντας ότι έφυγε για «τον σιωπηλό κόσμο» την περασμένη Τετάρτη, σε ηλικία 87 ετών.


Ο κ. Πέτρος Νικολαΐδης ήταν μέλος του πληρώματος της «Καλυψώς» κατά τη διάρκεια των εξερευνήσεων στο Αιγαίο το 1976. Μίλησε στο «Βήμα» εν μέσω των δικών του περιπλανήσεων στο Αιγαίο για την εμπειρία του κοντά στον μεγάλο περιηγητή


­ Κύριε Νικολαΐδη, δώστε μας την εντύπωσή σας για τον Κουστό πάνω στο καράβι.


«Εργασιομανής με την καλή έννοια. Τρελός με τη δουλειά του, ξυπνούσε στις 5 το πρωί. Διατηρούσε έναν ενθουσιασμό όμοιο με αυτόν των πρωτοετών φοιτητών».


­ Τι έκανε τόσο πρωί;


«Εγραφε άρθρα για διάφορα έντυπα, τα οποία στέλναμε, θυμάμαι, με το φαξ του ξενοδοχείου “Καρθέα”, το μοναδικό που υπήρχε στο νησί της Κέας. Αργότερα, όταν ξυπνούσαν οι υπόλοιποι, ο Ζυκ (έτσι τον φώναζε το πλήρωμα) έκανε μαζί μας το πρόγραμμα της ημέρας. Επαιρνε πάντα ενεργό μέρος σε όλες τις αποστολές. Ηταν αεικίνητος και ακούραστος παρά την ηλικία του. Τα βράδια, μετά το φαγητό, οι συζητήσεις κρατούσαν ως τις πρώτες πρωινές ώρες».


­ Τι θυμόσαστε από αυτές τις συζητήσεις;


«Αυτό που ήταν πραγματικά χαρακτηριστικό ήταν ότι ο Κουστό ήξερε να ακούει. Ακουγε ουσιαστικά».


­ Πώς διοικούσε;


«Αθόρυβα και δημοκρατικά. Ηταν σαφές ότι εκείνος έπαιρνε τις αποφάσεις χωρίς ποτέ να χρειαστεί να καταφύγει σε φασαρίες. Είχε μεγάλο σεβασμό στον άνθρωπο. Ακουγε τις απόψεις όλων προτού αποφασίσει. Ετσι ήταν και ο καπετάνιος, ο Φάλκο. Το πλήρωμα τον φώναζε Μπεμπέρ. Απέπνεαν και οι δύο σεβασμό».


­ Τι ακριβώς είχατε κάνει τότε στο Αιγαίο;


«Είχαμε καταδυθεί στο ναυάγιο του “Βρετανικού”, ο οποίος είχε βυθιστεί κοντά στο λιμάνι της Κέας από γερμανική τορπίλη το 1914. Ηταν κρουαζιερόπλοιο, αδελφό του “Τιτανικού”, το οποίο για τις ανάγκες του πολέμου μετέφερε γιατρούς, νοσοκόμες και ασθενείς. Επίσης είχαμε καταδυθεί στο ναυάγιο των Αντικυθήρων. Επρόκειτο για το ναυάγιο ενός ρωμαϊκού καραβιού, το οποίο το 180 π.Χ. μετέφερε αγάλματα από την Ιωνία στη Ρώμη (η αρχαιοκαπηλία είναι, βλέπετε, παλιά υπόθεση). Από εκείνο το ναυάγιο ανασύραμε τον Εφηβο των Αντικυθήρων».


­ Καταδυθήκατε ποτέ μαζί του;


«Πολλές φορές. Ημουν το ζευγάρι του στις καταδύσεις. Ηταν εμπειρία. Για τον Κουστό η κατάδυση ήταν σαν διαλογισμός. Θυμάμαι πως στις στάσεις για αποπίεση έμενε εντελώς ακίνητος. Τις πρώτες φορές, ώσπου να αντιληφθώ τη συνήθειά του, φοβήθηκα πως είχε πεθάνει».


­ Θυμόσαστε κάτι από την επαφή σας μαζί του που να δείχνει ποιος ήταν ο πραγματικός Κουστό;


«Η συγκίνησή του και ο παιδικός ενθουσιασμός του όταν ανασύραμε τον Εφηβο των Αντικυθήρων ήταν χαρακτηριστικά του πάθους του για τη δουλειά του. Επίσης ένα δυσάρεστο περιστατικό που φανερώνει το ήθος του. Ενας από το πλήρωμα είχε “ξεχάσει” στο ζόντιακ έναν αμφορέα από το ναυάγιο των Αντικυθήρων. Μικρός αμφορέας, όχι μεγάλης αξίας. Του ζήτησε αμέσως να εγκαταλείψει την αποστολή».


­ Τον ξαναείδατε από τότε;


«Ναι. Η τελευταία φορά ήταν σε ένα συνέδριο για την προστασία του περιβάλλοντος το 1988. Ηταν απαισιόδοξος για τις καταστροφές που υφίσταται το περιβάλλον και ήθελε να προλάβει να κάνει κάτι. Πίστευε ότι μόνο αν η κοινή γνώμη αφυπνιστεί θα ήταν δυνατόν να προληφθούν άλλες καταστροφές. Τελευταίως, επικοινωνούσαμε με φαξ. Σπανίως ερχόταν στο τηλέφωνο. Μιλούσα με τη Φρανσίν, τη δεύτερη σύζυγό του και τέως γραμματέα του».


­ Πώς θα τον θυμόσαστε;


«Ζωντανό! Αεικίνητο, κομψό, περιποιημένο (έδινε μεγάλη σημασία στην εμφάνισή του), με τα πολλά στυλό στα τσεπάκια του (ήθελε πάντοτε να έχει όλα αυτά τα πολύχρωμα στυλό που χρησιμοποιούσε ασταμάτητα), το κόκκινο σκουφί του και το κόκκινο κασκόλ (τα φορούσε ακόμη και υποβρυχίως), να προλαβαίνει τα πάντα και τη Σιμόν (την πρώτη σύζυγό του) να αγωνιά ότι θα πεθάνει από πνευμονία έτσι όπως αρνιόταν να φορέσει οτιδήποτε περισσότερο από το σκουφί και το κασκόλ του». Πώς χάθηκε η «Καλυψώ»



Η «Καλυψώ», το θρυλικό ερευνητικό σκάφος του Ζακ Υβ Κουστό, το πλέον γνωστό και αναγνωρίσιμο καράβι του πλανήτη, είχε ελληνικό όνομα. Το καράβι, που εκτός από το πλήρωμά του ταξίδεψε τα όνειρα εκατομμυρίων παιδιών σε ολόκληρο τον κόσμο, είχε «γεράκι» καπετάνιο και ένα θαλασσόλυκο με κόκκινο σκουφί να του μιλά και να το συντροφεύει. Το καράβι πέθανε άδοξα, από απροσεξία· δύο χρόνια πριν από τον θαλασσόλυκο


«Με συγκλόνισε αυτό το ατύχημα. Οι υλικές ζημιές δεν είναι τίποτε σε σύγκριση με τα συναισθηματικά τραύματα. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω τα αισθήματά μου. Για μένα η “Καλυψώ” ήταν πολύ περισσότερο από ένα απλό καράβι. Ηταν ένας αγαπημένος φίλος, ένας γονιός με τον οποίο έζησα 50 πολύ όμορφα χρόνια. Μαζί περάσαμε έναν ανυπολόγιστο αριθμό κινδύνων. Μαζί της έχω περάσει τρεις κυκλώνες. Ημουν εκεί, κρατημένος στο κατάρτι, μουσκεμένος ως το κόκαλο, και της φώναζα: “Κράτα γερά! Κράτα γερά και βγάλε μας από εδώ!”… Και όταν έχει κανείς μια τέτοια σχέση με το καράβι, δεν πρόκειται πια για ξύλα και σίδερα, πρόκειται για ψυχή. Γι’ αυτό θα κάνουμε τα πάντα για να τη σώσουμε». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο Ζακ Υβ Κουστό τη συγκίνησή του για το τελευταίο (και θανατηφόρο) ατύχημα της «Καλυψώς».


Το ατύχημα που στοίχισε τη ζωή στο πλέον αναγνωρίσιμο και αγαπητό καράβι του πλανήτη δεν έγινε κάτω από δύσκολες συνθήκες μεσοπέλαγα. Αραγμένη στον κόλπο της Σιγκαπούρης ήταν η «Καλυψώ». Ξεκουραζόταν μετά το οκτάμηνο ταξίδι της κόντρα στο ρεύμα του ποταμού Μεκόνγκ, από το ακρωτήρι του Αγίου Ιακώβου ως τη λίμνη Τονλέ Σαπ της Καμπότζης. Εκεί, λοιπόν, στο λιμάνι της Σιγκαπούρης έμελλε να πεθάνει η «Καλυψώ», ανυποψίαστη, χωρίς να παλέψει με τα κύματα, χτυπημένη πισώπλατα από ένα άλλο καράβι που ερχόταν να δέσει πλάι της! Ηταν Γενάρης του 1996.


Για πενήντα χρόνια το πρώην ναρκαλιευτικό του βρετανικού ναυτικού (είχε αγοραστεί από τον Κουστό το 1949) ταξίδευε τις θάλασσες του κόσμου. Χίλιες φορές έφθασε ως τον θάνατο, κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Τα ύφαλά της είχαν πληγωθεί από κοράλλια των θερμών θαλασσών και από πάγους των πόλων. Είχε ταρακουνηθεί από καταιγίδες. Είχε αντιμετωπίσει υφάλους που κανένας χάρτης δεν ανέφερε, τα είχε βάλει με αέρηδες που κανένας δεν ήξερε, είχε πάει σε μέρη που κανένας δεν είχε εξερευνήσει και όπου οι παγίδες ήταν πολλές. Κάθε φορά τα κατάφερνε, όπως οι ήρωες των παιδικών μυθιστορημάτων που νικούν πάντα στο τέλος. Με τον καπετάνιο Φάλκο στο τιμόνι (θρυλική φιγούρα, καπετάνιος της «Καλυψώς» για 37 χρόνια) και τον Ζακ Υβ με το κόκκινο σκουφάκι του να ηγείται μιας ομάδας ανδρών που τους είχε μαγέψει η θάλασσα.


Στο κατάστρωμά της είχαν περπατήσει οι ισχυροί αυτού του κόσμου: πρίγκιπες και πριγκίπισσες (η Γκρέις και ο Ρενιέ του Μονακό είχαν στηρίξει τις προσπάθειες του Κουστό από πολύ νωρίς), πρόεδροι και πρώτες κυρίες, καλλιτέχνες. Στην κοιλιά της φιλοξενούσε ένα τέλειο εργαστήριο βιολογίας και ένα στούντιο κινηματογράφου, αλλά και ένα ζεστό καταφύγιο για τους άνδρες της. «Για μας, τα μέλη του πληρώματος, η “Καλυψώ” ήταν περισσότερο από ένα καράβι. Ολα αυτά τα χρόνια ήταν το σπίτι μας, το καταφύγιό μας. Ισως και κάτι παραπάνω. Στις δύσκολες και επικίνδυνες καταδύσεις ξέραμε πως ήταν εκεί στην επιφάνεια, να μας περιμένει, να μας δίνει σιγουριά. Οταν κάναμε καταδύσεις στους πόλους, το κρύο ήταν διαπεραστικό. Μια ματιά προς τα πάνω έφτανε να μας ανεβάσει το ηθικό. Η σιλουέτα της “Καλυψώς” ήταν αχνή, ξέραμε όμως πως μια σούπα περίμενε επάνω», δήλωνε ο καπετάνιος Φάλκο μετά το ατύχημα, αδυνατώντας να πιστέψει πως το καράβι του είχε πεθάνει.


Οι μύθοι όμως δεν πεθαίνουν. Τα ταξίδια της «Καλυψώς» τα είχαν απολαύσει εκατομμύρια παιδικά (και όχι μόνο) μάτια, αφού τα ντοκιμαντέρ της ομάδας Κουστό ταξίδευσαν επίσης σε όλο τον κόσμο. Χιλιάδες παιδιά είχαν ονειρευτεί να πατήσουν το πόδι τους στο καράβι αυτό και να ταξιδεύσουν μαζί του σε μακρινές θάλασσες. Ισως είχε έρθει η ώρα ένα μέρος του ονείρου να γίνει πραγματικότητα. Η «Καλυψώ» μπορούσε ακόμη να προσφέρει πολλά, έστω και αραγμένη. Μπορούσε να γίνει μουσείο και τα παιδιά που την ονειρεύονταν μπορούσαν να τη γνωρίσουν, να την ακουμπήσουν και να μάθουν αυτά που είχε να διδάξει: αγάπη για τη θάλασσα, σεβασμό για το περιβάλλον.