Το ερώτημα που τίθεται στον τίτλο του σημειώματός μας μπορεί να ερμηνευθεί και να απαντηθεί κατά δύο τρόπους: είτε σε σχέση με τους σήμερα διαθέσιμους οίνους και την προσδοκώμενη «διάρκεια ζωής» τους είτε σε σχέση με τον τύπο και τους χαρακτήρες των κρασιών που θα συγκεντρώνουν, σε 20 χρόνια, τις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Οσον αφορά την πρώτη ερμηνεία, η βάση της ευρίσκεται στο κλασικό αγνώστου πατρός απόφθεγμα «το κρασί είναι ζωντανός οργανισμός, που γεννάται, αναπτύσσεται, γερνά και μοιραίως αποθνήσκει» (ας μου επιτραπεί να συμπληρώσω «εκ βιαίου ή φυσικού θανάτου»), το οποίο κατά κόρον χρησιμοποιήθηκε από φύσει ή θέσει «ειδικούς» σε κάθε λογής έντυπα, συνεντεύξεις ή δεκαλόγους. Παρ’ ότι όμως, λόγω συχνής επανάληψης, το απόφθεγμα ηχεί μερικές φορές σαν βαρετή κοινοτοπία, εν τούτοις διατηρεί στο ακέραιο την αλήθεια και την ακρίβεια του περιεχομένου του.
Δεν είναι λίγοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα ενός κρασιού να αντιστέκεται, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία, στον χρόνο. Οι κλιματολογικές συνθήκες, για παράδειγμα, που επικράτησαν στη διάρκεια του αμπελουργικού κύκλου καθορίζουν κρίσιμα για τη μελλοντική εξέλιξη του κρασιού χαρακτηριστικά, όπως οι ταννίνες, η οξύτητα, ο αλκοολικός τίτλος και άλλα λιγότερο γνωστά αλλά εξίσου σημαντικά. Ακόμη, η ποικιλία του σταφυλιού, η σύσταση και η αποστράγγιση του εδάφους, μαζί με τη βούληση και τις προσπάθειες του παραγωγού και του οινοποιού, θέτουν τις βάσεις για τη μακροβιότητα των οίνων.
Για τους προνοητικούς γονείς λοιπόν που θα ήθελαν να προικίσουν… οινικώς τους βλαστούς τους, υπάρχοντες ή μέλλοντες να γεννηθούν, αλλά και για τους αισιόδοξους οινοφίλους που θα ήθελαν να αγοράσουν… ομόλογα εικοσιπενταετούς διάρκειας παραθέτουμε ορισμένες πρακτικής φύσεως πληροφορίες που ενδεχομένως φανούν χρήσιμες. Προηγουμένως όμως είναι ίσως απαραίτητη μια διευκρίνιση, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και… φρούδων προσδοκιών: ένα κρασί που έχει τη δυνατότητα να «ζήσει» 20, 30 ή και 50 χρόνια ασφαλώς δεν είναι ένα συνηθισμένο κρασί. Επομένως και η… τιμή του δεν μπορεί να βρίσκεται στα όρια του συνηθισμένου!
Γράφεται συχνά σε εγχώριας παραγωγής «τυφλοσούρτες» (ο όρος πιθανώς αδόκιμος, αλλά σας διαβεβαιώ ότι τον χρησιμοποιούσαν όλοι οι κατά καιρούς δάσκαλοί μου χαρακτηρίζοντας τα διάφορα «λυτάρια» και «μεταφράσεις» που ήσαν σε χρήση την εποχή των εγκυκλίων σπουδών μου) ότι «τα λευκά κρασιά δεν παλαιώνουν». Γενίκευση ανακριβής και επικίνδυνη, όπως οι περισσότερες γενικεύσεις άλλωστε. Στην πραγματικότητα δεν είναι το χρώμα που καθορίζει την ικανότητα παλαίωσης ενός κρασιού αλλά μια σειρά άλλα χαρακτηριστικά του.
Με στόχο λοιπόν το 2020 θα μπορούσε κανείς να επενδύσει σε αρκετά λευκά Grands Crus της Βουργουνδίας, όπως το Montrachet ή το Batard – Montrachet ή ακόμη το Corton – Charlemagne, με την προϋπόθεση ότι φέρουν την υπογραφή «μεγάλου» παραγωγού και προέρχονται από ευνοημένες χρονιές όπως το 1989, το 1992 ή το 1995. Λιγότερο γνωστή η Ονομασία Προελεύσεως Pessac – Leognan, στα όρια της πόλης του Bordeaux, περιλαμβάνει αρκετούς πύργους οι οποίοι διακρίνονται για τη μακροβιότητα των λευκών κρασιών τους. Ανάμεσά τους ασφαλώς ξεχωρίζουν το Chateau Haut – Brion (διάσημο και για το κόκκινό του), το Chateau Laville – Haut – Brion και η Domaine de Chevalier, σε χρονιές όπως το 1989, το 1990, το 1992 ή το 1995.
Αν κανείς θελήσει να «επιμείνει ελληνικά» στην αναζήτηση λευκών ξηρών κρασιών παλαίωσης, μάλλον θα απογοητευθεί. Για λόγους που εκφεύγουν του αντικειμένου αυτού του σημειώματος, η ελληνική οινοπαραγωγή δεν έχει ασχοληθεί με το… θέμα. Στο μέλλον ίσως.
Αλλάζοντας χρώμα τα πράγματα απλουστεύονται και αυξάνονται οι επιλογές. Οι ερυθροί οίνοι, κυρίως χάρη στις ταννίνες τους, διαθέτουν κατά κανόνα καλύτερες προοπτικές. Πάλι όμως το όριο των 20 ή 30 χρόνων δεν είναι εφικτό για όλους. Πολλοί πύργοι του Bordeaux από τις λεγόμενες καλές χρονιές (1989, 1990, 1995), αρκετά Grands Crus της Βουργουνδίας, σε συνδυασμό καλού παραγωγού – καλής χρονιάς (1990, 1993), μερικά Cabernets της Καλιφόρνιας και βέβαια αρκετά ιταλικά, τόσο από το Piemonte (Barolo) όσο και από την Τοσκάνη. Οι ελληνικές εμπειρίες είναι και σε αυτόν τον τομέα μάλλον περιορισμένες καθώς μόνο πολύ πρόσφατα άρχισαν να εμφανίζονται κρασιά, κυρίως προερχόμενα από τις λεγόμενες «κοσμοπολίτικες» ποικιλίες σταφυλιού, που ενδεχομένως θα μπορούσαν να υποστούν μακροχρόνια παλαίωση. Μένει όμως να υποστούν τη δοκιμασία του χρόνου και να κριθούν στην πράξη. Ο Πορφυρογέννητος 1975 του Κτήματος Καρρά ήταν το πρώτο ελληνικό κρασί μακράς παλαίωσης, που εμφανίστηκε το 1990 στην αγορά, όταν ήταν ήδη 15 ετών, και κατάφερε, με λίγη τύχη, να αγγίξει σε μερικές περιπτώσεις την εικοσαετία.
Πρωταθλητές πάντως στη μακροβιότητα είναι τα γλυκά κρασιά, ανεξαρτήτως χρώματος. Με λεπτομέρειες για αυτά καθώς και με την απάντηση στη δεύτερη ερμηνεία του ερωτήματος του τίτλου θα επανέλθουμε και την επόμενη Κυριακή.



