Η διαδρομή τους κρατάει 25 χρόνια. Λυρισμός, ρομαντισμός, σκοτεινά τοπία και παραιτημένες αισθήσεις συγκροτούν τον μύθο τους. Ενα δάκρυ κυλάει μονίμως στο μάγουλο του Ρόμπερτ Σμιθ, ο οποίος όλο «θέλει να πεθάνει» αλλά παραμένει ζωντανός και δημιουργικός
Ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70, έχουν ηχογραφήσει 13 άλμπουμ και έχουν πουλήσει πάνω από 27 εκατ. αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Η περίπτωση των Cure δεν είναι μια συνηθισμένη υπόθεση συγκροτήματος. Δεν έχουν περάσει άλλωστε και πολλά χρόνια από τότε που τα «κιουράκια» περπατούσαν στους δρόμους της Αθήνας και γέμιζαν τα κλαμπ της εποχής, την ίδια περίοδο που η μελαγχολική φωνή του Ρόμπερτ Σμιθ ακουγόταν παντού. Πόσα συγκροτήματα μπορούμε να σκεφτούμε που όχι μόνο γνώρισαν επιτυχία στην Ελλάδα αλλά δημιούργησαν και ένα ολόκληρο στυλ συμπεριφοράς και εμφάνισης; Σίγουρα ελάχιστα και οι Cure είναι ένα από αυτά. Μόνο όσοι είχαν παρευρεθεί στη συναυλία τους στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας μπορούν να κατανοήσουν τη λατρεία των οπαδών τους. Το βασικό συστατικό της επιτυχίας τους και της αποδοχής τους είναι η μελαγχολική διάθεση που εξέπεμπαν οι στίχοι τους και τις περισσότερες φορές η μουσική τους.
Η επιτυχημένη διαδρομή
Ξεκίνησαν το 1976 ως Easy Cure από το Crawley του Sussex, όταν ο Smith ήταν 17 ετών, όπως και οι συμμαθητές του Michael Dempsey (μπάσο) και Lol Tolhurst (τύμπανα), και δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησαν το πρώτο τους τραγούδι «Killing an Arab» εμπνευσμένο από τον Αλμπέρ Καμύ.
Αλλαγές μελών, μουσική κατεύθυνση προς την έντονα κιθαριστική ποπ και περιοδείες με συγκροτήματα όπως οι Wire, οι Joy Division και οι Jam χαρακτηρίζουν την περίοδο ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Τότε είναι που γνωρίζουν και τις πρώτες τους επιτυχίες με το πρώτο Top 40 τραγούδι τους «Α Forest» και το δεύτερο άλμπουμ τους «17 Seconds» φθάνει στο Top 20.
Το 1982 κυκλοφορούν το άλμπουμ «Pornography», που είναι η αρχή μιας τριλογίας, η οποία συνεχίζεται με το «Disintegration» (1989) και ολοκληρώνεται με το «Bloodflowers», που είναι η πρόσφατη κυκλοφορία του συγκροτήματος. Μελαγχολία, ρομαντισμός, κιθαριστική ποπ, έγχορδα και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα συνδέουν αυτά τα τρία άλμπουμ αλλά αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά του ήχου των Cure.
Ακολουθούν τρία σινγκλ τελείως διαφορετικά μεταξύ τους όσον αφορά τον ήχο, που γνωρίζουν όμως επιτυχία και τους καταξιώνουν ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, εκλεκτικά και εκκεντρικά αγγλικά συγκροτήματα, ενώ τους ανοίγουν και την πόρτα της Αμερικής.
Πρόκειται για το «The Walk» που φθάνει στο Νο. 12 και ισχυροποιεί το φλερτ τους με την ηλεκτροπόπ της εποχής, το τζάζι «Lovecats», που είναι το πρώτο τους τραγούδι στο Top 10, και ακολουθεί το «Caterpillar», στο οποίο ο Smith παίζει βιολί. Αμέσως μετά συνεργάζονται για δεύτερη φορά με το άλλο μεγάλο «μελαγχολικό» συγκρότημα της εποχής, τους Siouxsie and The Banshees, και λανσάρουν την εμφάνιση με το έντονο μακιγιάζ στα μάτια, το κραγιόν και την ανακατεμένη κόμη.
Οσα ακολουθούν είναι μια πετυχημένη διαδρομή με πολλά τραγούδια στα τσαρτς: «The Head on the Door», «Kiss me, Kiss me, Kiss me», «Catch», «Just Like Heaven», «Hot Hot Hot», «Lullaby» και πολλά ακόμη, παγκόσμιες περιοδείες από ΗΠΑ ως Αυστραλία, συμμετοχές σε μεγάλα φεστιβάλ και το ντοκυμαντέρ «Ten Imaginary Years», που κυκλοφορεί το 1988 και αναφέρεται στην ιστορία και στη διαδρομή του συγκροτήματος. Οι Cure έχουν γίνει πια ένα συγκρότημα που γεμίζει στάδια και έχουν πολλούς φανς σε κάθε σημείο του πλανήτη. Τα μέλη αλλάζουν συνεχώς αλλά η μελαγχολία του Ρόμπερτ Σμιθ, τυλιγμένη με τους ήχους της κιθάρας αλλά και των ηλεκτρονικών, παραμένει ο βασικός άξονας.
Τη δεκαετία του ’90 δεν αλλάζουν και πολλά. Στο άλμπουμ «Mixed Up», που περιλαμβάνει ρεμίξ τραγουδιών, συνεργάζονται με τον William Orbit, τον Paul Oakenfold και τον Mark Saunders.
Το «Wish» του 1992 είναι το πιο πετυχημένο άλμπουμ τους και πηγαίνει κατευθείαν στο Νο. 1 της Αγγλίας και στο Νο. 2 των ΗΠΑ, ενώ αρχίζουν να γράφουν τραγούδια και για τον κινηματογράφο, όπως για «Το Κοράκι» και τον «Δικαστή Ντρεντ» και αργότερα για το «Orgasmo». Η φωνή του Smith ακούγεται σε ένα επεισόδιο της δημοφιλούς σειράς κινουμένων σχεδίων «South Park», ενώ τραγουδάει στη γιορτή για τα 50ά γενέθλια του David Bowie, που είναι ο μοναδικός εν ζωή νεανικός ήρωάς του.
Το καινούργιο άλμπουμ
Το καινούργιο άλμπουμ τους κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες και μένει πιστό στη βασική φιλοσοφία του συγκροτήματος. Τον τίτλο του «Bloodflower» τον πήρε από ένα ποίημα που αναφέρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ίσως είναι σημαδιακό ότι πρόκειται για το 13ο στούντιο άλμπουμ που κυκλοφορούν οι Cure. Δεν έχουν πρόθεση να μετακινηθούν και πολύ από τα βασικά συστατικά που συγκροτούν το μουσικό σύνολο Cure, όπως το έχουμε γνωρίσει τα τελευταία 25 χρόνια. Το γενικό συμπέρασμα από τους στίχους του δίσκου είναι ότι δεν έχει μείνει τίποτε (γενικώς). Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα των στίχων από το τραγούδι «39», που αναφέρεται στην ηλικία του Ρόμπερτ Σμιθ και καταλήγει: «There’s nothing left to burn». Στις εμφανίσεις τους, που άρχισαν ήδη στην Αγγλία, ο Smith φοράει μόνο μαύρα και παίζει με μια μαύρη κιθάρα και τα φώτα είναι χαμηλά. Ο ήχος γνώριμος και η φωνή το ίδιο μελαγχολική. Τα εισιτήρια όμως εξαντλούνται σε 20 λεπτά από τη στιγμή που θα κυκλοφορήσουν και οι φανς του συγκροτήματος είναι το ίδιο πολλοί και φανατικοί, όπως στις ημέρες δόξας της δεκαετίας του ’80. Τα «κιουράκια» μπορεί να έχουν χαθεί από τους δρόμους της Αθήνας αλλά η γοητεία που εξασκεί το συγκρότημα παραμένει ζωντανή και ο δίσκος τους μπορεί να μη μετακινείται από τις πάγιες μουσικές θέσεις του συγκροτήματος, ξυπνάει όμως μια ιδιότυπη νοσταλγία (για τους μεγαλύτερους), ανακατεμένη με τον ρομαντισμό και τη μελαγχολία (που πάντα γοητεύει τους εφήβους).



