Στο θέατρο «Ακροπόλ» ο Τόλης Βοσκόπουλος και η Αντζελα Γκερέκου υποδύονται πάνω και πίσω από τη σκηνή τον εαυτό τους. Το κοινό τους εκστασιάζεται και ξεσπά σε εκδηλώσεις λατρείας για το τελευταίο λαϊκό είδωλο
«Είσαι Θεός», «Γεια σου άρχοντα», «Σ’ ευχαριστούμε που έκανες τον Τόλη μας ευτυχισμένο», «Ηρθαμε ειδικά από τη Ρόδο για να σε δούμε και φεύγουμε αύριο το πρωί», «Αφήστε μας να τον δούμε, περιμένουν τα πούλμαν», «Δεν υπάρχει αέρας, μη μας κλείνετε την πόρτα»… Μια γυναίκα μόλις βλέπει τον Τόλη πέφτει στα γόνατα μπροστά του, τον κοιτάζει σαν να είναι η… Παναγία της Τήνου και του λέει: «Είσαι η μοναδική μου χαρά, ο Θεός να σε έχει καλά και να μη μου στενοχωρηθείς ποτέ πια, αγόρι μου»!
Ολοκληρώνοντας τη σειρά της παρουσίασης 10 αθηναϊκών παραστάσεων από δύο θέσεις (μία για τη δημοσιογράφο και μία για τη φωτογράφο) στα παρασκήνια, σκεφθήκαμε να παρουσιάσουμε την παράσταση όπου πρωταγωνιστεί κυριολεκτικά ένα λαϊκό είδωλο. Εξάλλου ο Τόλης Βοσκόπουλος είναι το μόνο εναπομείναν λαϊκό είδωλο στον θεατρικό χώρο. Οταν πριν από μια εικοσαετία ο Τόλης είχε ξαναπαίξει στο θέατρο, η Ελληνική Τηλεόραση είχε δείξει ένα ντοκυμαντέρ από το λαϊκό προσκύνημα που γινόταν στα παρασκήνια, στο καμαρίνι του Τόλη. Στην 20ετία που μεσολάβησε πολλά συνέβησαν και πολλά άλλαξαν. Οι ασχολούμενοι με την ψυχολογία του κόσμου λένε ότι τα είδωλα κατέρρευσαν, ότι ο κόσμος δεν διακατέχεται από μαζική υστερία στην εμφάνιση ενός προβεβλημένου ατόμου, ότι, αντίθετα, έχουμε περάσει στην αμφισβήτηση των ειδώλων. Ε, όλοι αυτοί ας πάνε μια βόλτα ως το ιστορικό «Ακροπόλ» και ας ερμηνεύσουν την υστερία για τον Τόλη!
Τα αυτόγραφα του… φροντιστή
Ας παρακολουθήσουν την ουρά που σχηματίζεται στον προθάλαμο του καμαρινιού του και τις εκδηλώσεις λατρείας μόλις αντικρίζουν το ίνδαλμά τους. Κάτι σαν την… Παναγία της Λούρδης.
Ο διάδρομος των αριστερών θεωρείων οδηγεί στο καμαρίνι του Τόλη και της Αντζελας Γκερέκου. Είναι όμως κάτι σαν τη σπηλιά που εκπόρθησε ο… Αλή Μπαμπάς με τη μαγική λέξη «άνοιξε σουσάμι»! Εδώ για να ανοίξει η… πύλη του παραδείσου πρέπει να έχετε κλείσει ραντεβού και να έχει… «καρατσεκαριστεί» (για να θυμηθούμε και τη Μαλβίνα) πως μπορείτε να περάσετε. Αν δε είστε κοινό που θέλει να… προσκυνήσει τον Τόλη, πρέπει να οπλιστείτε με υπομονή. Αλλά μήπως η υπομονή δεν είναι η μέγιστη απόδειξη πίστης και αγάπης;
Το ζεύγος των πρωταγωνιστών μετά την παράσταση είναι κουρασμένο και ιδρωμένο. Οι ρυθμοί του έργου είναι πολύ γρήγοροι παίζουν, τραγουδούν, χορεύουν. Φυσικό είναι, λοιπόν, να τους χρειάζεται ένας χρόνος να συνέλθουν. Βγάζουν τα ρούχα της παράστασης, φορούν τα λευκά τους μπουρνούζια, πίνουν άφθονο νερό, ο Τόλης ανάβει ένα από τα πολλά τσιγάρα της ημέρας και χαλαρώνουν από τη «γλυκιά κούραση», όπως την αποκαλούν. Οταν λες στην Αντζελα πως ήταν πολύ καλή ο Τόλης χαίρεται περισσότερο. Την ενθαρρύνει συνέχεια, γιατί εκείνη δεν κρύβει ότι φοβάται! Επαινεί τον επαγγελματισμό της και συγκινείται που ακόμη πάει και κάνει μαθήματα φωνητικής για να είναι σωστή στο πλευρό του και τραγουδιστικά. Εν τω μεταξύ το πλήθος συγκεντρώνεται έξω από το καμαρίνι και βιάζεται να δει το ίνδαλμά του. Φωνάζουν, διαμαρτύρονται, αλλά τους εξηγούν ότι πρέπει να περιμένουν. Αν βιάζονται, θα αρκεστούν να πάρουν μια φωτογραφία του ζεύγους με τυπωμένα αυτόγραφα, διά χειρός ενός κολοσσού μπόντι γκαρντ, και θα φύγουν. Αν θέλουν «ζωντανό» αυτόγραφο, το βάζει βιαστικά ο φροντιστής αντ’ αυτών και ο θαυμαστής αποχωρεί αρκούμενος στα ολίγα. Είναι όμως και ολίγοι αυτοί που έχουν τόσο μικρές προσδοκίες. Οι πολλοί θέλουν να τον δουν, να τον αγγίξουν, να τον φιλήσουν, να του ευχηθούν, να τον ευλογήσουν. Και ακόμη θέλουν να δουν την Αντζελα, να διαπιστώσουν αν είναι τόσο όμορφη και από κοντά η «καλή νεράιδα» που με την αγάπη της έσωσε τον Τόλη τους από την κατάθλιψη.
Το έργο «Ηρθες σαν όνειρο» παραπέμπει ακριβώς στην ερωτική ιστορία Τόλη – Αντζελας. Προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, ο ήρωας του έργου λέγεται Αποστόλης Αποστόλου και χαϊδευτικά τον φωνάζουν Τόλη!
Ετσι το κοινό, που γνωρίζει άριστα το ειδύλλιο των πρωταγωνιστών, το βλέπει να ζωντανεύει πάνω στη σκηνή μέσω ενός μύθου κομμένου και ραμμένου στα μέτρα τους και στη συνέχεια πηγαίνει στα παρασκήνια για να θέσει τα δάκτυλα «επί τον τύπον των ήλων».
Η δεύτερη παράσταση
Οταν το ζεύγος αισθανθεί έτοιμο να δεχθεί το κοινό, δίδεται το σύνθημα. Ο μπόντι γκαρντ επιτρέπει την είσοδο ανά τρία άτομα για να μη δημιουργηθεί ασφυκτική κατάσταση. Περνούν τον προθάλαμο και κατόπιν μπαίνουν στο καμαρίνι, όπου διαδραματίζονται σκηνές σαν αυτές που σας περιγράψαμε στην αρχή. Καταλαβαίνετε πόση ώρα διαρκεί αυτό το «προσκύνημα», αν υπολογίσετε ότι το θέατρο είναι καθημερινά κατάμεστο, ότι όλοι σχεδόν θέλουν να δουν τον Τόλη με την Αντζελα και ότι μπαίνουν μόνον τρεις τρεις. Κάποιοι ζητούν να δουν και την κυρία Τζένη Ρουσσέα, που το καμαρίνι της είναι παραπλεύρως. Εκείνη έχει φύγει όμως. Πού να περιμένει η γυναίκα. Το… προσκύνημα είναι μία ακόμη παράσταση! Ισως γι’ αυτό το «Ηρθες σαν όνειρο» παίζεται σε μία κανονική παράσταση.
Το κρασί του ράφτη
Είναι μεγάλη και πλούσια παραγωγή. Πολλά σκηνικά, πολλά κοστούμια, πολλοί ηθοποιοί και χορευτές, πολλά τραγούδια που ερμηνεύει με το δικό του στυλ ο Τόλης υπό το παραλήρημα του κοινού ή σε ντουέτο με την Αντζελα, που πραγματικά τραγουδά πολύ ωραία και έχει και τραγούδια που τα ερμηνεύει μόνη της. Ο Χρήστος Νικολόπουλος έφτιαξε πάλι σίγουρα σουξέ!
Μετά την παράσταση οι μόνοι που πέρασαν άμεσα στα παρασκήνια ήταν οι γονείς της Αντζελας που ήρθαν από την Κέρκυρα να δουν το έργο, ο μόνιμος ράφτης του Τόλη, ο Μιχάλης, που τον φώναξε ο πελάτης του να του κοντύνει τα παντελόνια και αυτός έφερε κρασί για τον Τόλη και την Αντζελα από σταφύλια που πάτησε ο ίδιος στο κτήμα του στην Εύβοια και ο συνθέτης Χρήστος Νικολόπουλος. Α, ναι, κι εμείς!
Ο κ. Μιχάλης δεν είναι απλά ο ράφτης του Τόλη. Τον λατρεύει. Τον ράβει εδώ και 7 χρόνια και είναι πολύ περήφανος γι’ αυτό. «Το καλύτερο παιδί», λέει, «δύσκολος πελάτης, αλλά του κάνω όλα τα χατίρια». «Κορίτσι μου, μην τσακίζεις τη γραβάτα του, δεν θα κάνει καλό κόμπο», παρατηρεί στην αμπιγέζ που σιδερώνει εκεί στα παρασκήνια την μπλούζα της κυρίας Αντζελας και τις γραβάτες του κυρίου Τόλη. Υπακούει στις υποδείξεις και προσέχει πολύ.
Είναι φυσικό να ρωτήσουμε τον Τόλη Βοσκόπουλο πώς νιώθει μετά από κάθε λαϊκό προσκύνημα. «Ντρέπομαι, είναι η πιο άσχημη στιγμή μου, νομίζω ότι πρόκειται για άλλον» απαντάει.
Πάντα ήταν ντροπαλός ο Τόλης, τόσο που, όπως λέει, όταν του έδωσαν τα πρώτα του χρήματα από τη δουλειά του ντράπηκε να τα πάρει! Θυμάμαι και το 1960, που είχα πάει να πάρω αυτόγραφο από τον Γιάννη Γκιωνάκη και εκείνος θέλησε να μου συστήσει τον νεαρό Τόλη Βοσκόπουλο λέγοντάς μου: «Πάρτε ένα αυτόγραφο και από το ζεν πρεμιέ μας, θα γίνει σπουδαίος». Είχε κοκκινίσει, είχε ντραπεί «άσε Γιάννη, άσε Γιάννη» ήταν η απάντησή του. Του διηγούμαι τη σκηνή: «Πώ, πω τι μου θυμίζεις, αποκλείεται να τον είπα Γιάννη. Εγώ τον έβλεπα κι έτρεμα». Ομολογεί ότι τα 40 χρόνια καριέρας δεν τον άλλαξαν, ότι η κατάστασή του έχει χειροτερέψει και η καρδιά του σπαρταράει κάθε φορά που πρέπει να βγει στο κοινό. Εχει συναίσθηση της ευθύνης ότι ο κόσμος περιμένει από αυτόν να δικαιώσει τη φήμη του. «Εγώ είμαι αληθινός. Οπως είμαι στη ζωή, είμαι και στο πάλκο και στη σκηνή. Δεν τρελάθηκα ποτέ. Αυτό ο κόσμος το καταλαβαίνει και γι’ αυτό με αγαπάει» καταλήγει.
Το καμαρίνι της αγάπης
Είναι ημέρα Τετάρτη και το «Ακροπόλ» έχει απογευματινή. Η παράσταση αρχίζει στις 7 μ.μ. Εμείς πηγαίνουμε στις 5.30. Το θέατρο είναι ήδη γεμάτο! 1.30 ώρα πριν από την παράσταση!
Φθάνουμε στο πολυτελές καμαρίνι του Τόλη και της Αντζελας. Μοκέτες, ταπετσαρίες σε γκριζογάλανους τόνους. Πολλά λουλούδια, πολλά φυτά. Ενα δωμάτιο χώρος αναμονής, με γραφείο, καναπέ και σανίδα σιδερώματος και μετά το κυρίως καμαρίνι. Ο ένα δίπλα στον άλλον. Ο Δημήτρης Δημητρούλης μακιγιάρει την Αντζελα και ο Τόλης περιμένει τη σειρά του. Αλλά η Αντζελα έχει και πάλι ξεχάσει το τσαντάκι με τα καλλυντικά της. «Αυτό γίνεται κάθε μέρα» παρατηρεί ο Τόλης. Βγαίνουν στη γύρα για καλλυντικά από τις συναδέλφους και με γρήγορες, επιδέξιες κινήσεις ο μακιγέρ απλώς τους βάφει για τα φώτα. Είναι ο Τόλης και η Αντζελα. Εξάλλου το κοινό αυτό ήρθε να δει. Καμία παραμόρφωση. Εκείνη είναι συναχωμένη, εκείνος ζητά ένα Depon. Εκείνος πίνει καφέ, εκείνη τσάι και βότανα και κάνει ασκήσεις φωνής. Συμπληρώνουν με νερό, τσιμπούν κάτι ελαφρό. «Αστέρι μου» την αποκαλεί ο Τόλης και τη σφίγγει στην αγκαλιά του. Είναι φοβερά ανανεωμένος και το ξέρει. «Δεν μου φαίνεται ότι ηρέμησα και είμαι ευτυχισμένος; Ξανάγινα παιδί» λέει.
Ενας ολόκληρος κόσμος κινείται γύρω από τον Τόλη, έτοιμοι να εκτελέσουν κάθε επιθυμία του. Τα πάντα πρέπει να λειτουργούν όπως εκείνος επιθυμεί. Πριν από την παράσταση χρειάζεται ηρεμία και πρέπει να του τη διασφαλίζουν όλοι. Εκνευρίζεται αν δεν εφαρμόζονται οι εντολές του. «Θέλω ηρεμία» λέει. Αλλά ο ίδιος καθόλου ήρεμος δεν είναι. Κάνει αστεία με όλους, παίζει μαζί τους, πειράζει τη γυναίκα του, τους ηθοποιούς. «Κάνω τον Καραγκιόζη πριν από την παράσταση και αυτό με λύνει κι έτσι βγαίνουμε στη σκηνή. Ευδιάθετοι. Τους κάνω και πέφτουν κάτω από τα γέλια. Από την ώρα που ξυπνάω έτσι είμαι. Δεν αλλάζω καθόλου. Εγώ στη δουλειά μου είμαι ερασιτέχνης!». Πώς ν’ αλλάξει ο Τόλης που παίζει τον Τόλη;
«Είδατε τι όμορφη που είναι η Αντζελα με κοντά μαλλιά. Πες ποιος επέμενε να κόψεις τα μαλλιά σου, κούκλα μου. Είναι όλη μου η ζωή» λέει, καθώς ο Δημήτρης περνάει με τζελ τα μαλλιά της.
Το καμαρίνι του ζεύγους είναι γεμάτο εκκλησιαστικές εικόνες. «Ναι, είμαι πολύ θρήσκος, κάθε μέρα φέρνω και καινούργιες εικόνες. Ολοι οι δικοί μου χώροι είναι γεμάτοι εικόνες. Θα το γεμίσω το καμαρίνι» λέει ο Τόλης και εξηγεί: «Είτε ξύπνιος είμαι είτε κοιμάμαι προσεύχομαι. Γυρίζω πλευρό στον ύπνο μου και κάνω το σταυρό μου».
Δίπλα από το καμαρίνι των πρωταγωνιστών είναι και τα καμαρίνια δύο σπουδαίων ηθοποιών που συμμετέχουν στην παράσταση. Της κυρίας Τζένης Ρουσσέα και του κ. Τάκη Βουλαλά. Καμία σχέση με το γκλάμουρ των καμαρινιών του Τόλη και της Αντζελας. Απλά ως στεγνά. Στενά, εξυπηρετούν μόνο τις ανάγκες της προετοιμασίας. Η κυρία Ρουσσέα κάνει ένα μουσικό διάλειμμα στην καριέρα, όπως λέει, κοντά σε δύο ανθρώπους που αγαπά πολύ. Μπορεί και η κυρία Ρουσσέα και ο κ. Βουλαλάς να έχουν πίσω τους μια πολύ πλούσια καριέρα, αλλά όπως ομολογούν και οι δύο έχουν μεγάλο τρακ και η μεταλλαγή από την καθημερινότητα στις ανάγκες του ρόλου είναι πάντα μια επίπονη διαδικασία που τους τρομάζει. «Η αγωνία του ηθοποιού προτού βγει στη σκηνή είναι πάντα ίδια» θα πει ο κ. Βουλαλάς, έτσι όπως σιγά σιγά μακιγιάρεται, χαλαρώνει και γίνεται ο ρόλος του. Θέλει χρόνο για να τα κάνει αυτά, γιατί δεν θέλει να έχει άγχος και αυτό να μεταφέρεται στο έργο. Από τους ρόλους ενός κλασικού ρεπερτορίου, από την πολυετή θητεία του στο Εθνικό Θέατρο, για πρώτη φορά εμφανίζεται σε ένα μουσικό έργο και αισθάνεται πολύ όμορφα.
Φεύγοντας από το θέατρο θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος τι άλλο θα ήθελε από τη ζωή του ένα ίνδαλμα. «Μα, εγώ τώρα αρχίζω. Εχω ξεχάσει όλο μου το παρελθόν, συνεπώς και την καλλιτεχνική μου ζωή. “Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα”, όπως είπε και ο Σωκράτης. Θα είμαι πάνω στη σκηνή όσο μπορώ να είμαι αληθινός. Δεν θα κοροϊδέψω ούτε τον εαυτό μου ούτε τον κόσμο. Δεν θα τους αφήσω να εισπράξουν ένα ψέμα». Αυτή είναι η άποψη ενός σταρ που σπάει ταμεία…



