Από τον Φουκό στα πολυμέσα Ο ιταλός συγγραφέας και διανοητής συνηθίζει να σχολιάζει την καθημερινότητα. Αυτή τη φορά μιλάει για τον νέο κόσμο της πληροφορικής




Φανταστείτε ότι περπατάτε κάτω από μια στοά ανάλογη με εκείνη της αρχαίας αθηναϊκής αγοράς, που όμως θα βρίσκεται στην καρδιά της Ιταλίας. Αντί για ρήτορες και φιλοσόφους ντυμένους με χιτώνες και σανδάλια, στη διάθεσή σας θα υπάρχουν κέντρα επιμόρφωσης στον χειρισμό των ηλεκτρονικών υπολογιστών, όλα τα τελευταία προϊόντα του θαυμαστού κόσμου των multimedia αλλά και υπολογιστές που θα σας προσφέρουν το εισιτήριο για τη δική σας περιπλάνηση στον κόσμο του δικτύου. Σταματήστε να φαντάζεστε. Το σχέδιο της «Στοάς των Multimedia» έχει ήδη καταρτιστεί. Αφορά την ιταλική πόλη Μπολόνια και υποστηρίζεται από τον διάσημο ιταλό συγγραφέα, σημειολόγο και φιλόσοφο Ουμπέρτο Εκο.


Δεν πάει και πολύς καιρός από τότε που ο ήρωας του Εκο αναζητούσε την πολύτιμη λέξη – κλειδί, για να μπορέσει να διαβάσει τα αρχεία του χαμένου φίλου του. Οταν απογοητεύθηκε εντελώς από τη μάταιη αναζήτηση, απάντησε εκνευρισμένος «Νο» στην ερώτηση του υπολογιστή «Γνωρίζετε τη λέξη κλειδί;» και ­ ω του θαύματος ­ μπόρεσε να διαβάσει τα αρχεία που ήθελε. Αναμφισβήτητα, η μετάβαση από «Το Εκκρεμές του Φουκό» στον κόσμο της τεχνολογίας και της πληροφορικής είναι μάλλον εντυπωσιακή, ωστόσο όταν πρόκειται για τον Εκο καμία εξέλιξη, όσο ραγδαία και αν είναι, δεν εκπλήσσει.


Εκείνο που εξακολουθεί να εκπλήσσει όμως είναι ο τρόπος με τον οποίον ο ιταλός φιλόσοφος αντιμετωπίζει όλα εκείνα τα θέματα που αφορούν τον άνθρωπο – Εκο και τον άνθρωπο γενικότερα, από την πρόταση της ιταλικής κυβέρνησης να αναλάβει το υπουργείο Πολιτισμού, τον Απρίλιο του 1996, ως τον Μάρσαλ Μακ Λούαν και τις δυνατότητες που προσφέρει ο κόσμος της πληροφορικής. Αποκαλυπτική για τα ζητήματα αυτά είναι η συνέντευξη που παραχώρησε ο Εκο στο έγκυρο περιοδικό «Wired», η οποία γίνεται όλο και περισσότερο επίκαιρη, αν ληφθεί υπόψη η αίσθηση του χρόνου που, κατά τον Εκο, δεν είναι παρά ένα ταξίδι στο παρελθόν.


Για τη «Στοά των Multimedia»


Η βασική σύλληψη είναι απλή: αν η δυνατότητα πρόσβασης και χρήσης του δικτύου είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα, τότε το κράτος θα πρέπει να εγγυηθεί το δικαίωμα αυτό στους πολίτες του. Υπεύθυνο για την πραγματοποίηση του σχεδίου είναι το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης της Μπολόνια, ενώ όλοι οι πολίτες θα έχουν δικαίωμα εισόδου στην αγορά, καταβάλλοντας το αντίτιμο ενός εισιτηρίου.


Ο Εκο δεν προτίθεται να αφήσει τους νόμους της αγοράς να καθορίσουν τον «εκδημοκρατισμό» της χρήσης του δικτύου. «Οταν ο Μπενζ και η ομάδα του ανακάλυψαν το αυτοκίνητο», εξηγεί, «δεν γνώριζαν πως μια μέρα ο Φορντ και οι υπόλοιποι θα άνοιγαν τις πόρτες της μαζικής αγοράς. Πώς λοιπόν πείθει κάποιος τον κόσμο να αρχίσει να χρησιμοποιεί ένα μέσο μεταφοράς στο οποίο είχαν πρόσβαση μόνον οι πλούσιοι; Είναι απλό: ενοικιάζεις ένα όχημα και τον οδηγό του με το λεπτό και ονομάζεις το αποτέλεσμα “ταξί”. Ετσι, ο κόσμος αποκτά πρόσβαση στη νέα τεχνολογία, ενώ η βιομηχανία παράγει σταδιακά όλο και πιο προσιτά μοντέλα». Με την ίδια λογική το σχέδιο «Στοά των Multimedia» θα παρέχει στους ιταλούς πολίτες πρόσβαση σε προϊόντα υπολογιστών τελευταίας τεχνολογίας, την οργάνωση των οποίων θα την εγγυώνται οι δημοτικές αρχές.


Ο Εκο επισημαίνει τον κίνδυνο της δημιουργίας μιας κατάστασης ανάλογης με εκείνης που περιγράφει ο Οργουελ στο «1984», εφόσον κάποιοι πολίτες δεν θα ξέρουν πώς να χρησιμοποιήσουν το νέο αυτό παιχνίδι που έπεσε στα χέρια τους, κάποιοι άλλοι ­ η petite bourgeoisie, όπως λέει ­ θα έχουν τις απαραίτητες γνώσεις χειρισμού, ενώ θα υπάρχει και η «νομενκλατούρα», δηλαδή οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. «Πρέπει να δημιουργήσουμε μια “νομενκλατούρα των μαζών”» λέει ο Εκο. «Γνωρίζουμε καλά πως τα προϊόντα της σύγχρονης τεχνολογίας, το Ψηφιακό Δίκτυο Ενοποιημένων Υπηρεσιών (ISDN) αλλά και τα περισσότερα προγράμματα υπολογιστών δεν είναι προσιτά στο ευρύ κοινό, ιδιαίτερα όταν αλλάζουν κάθε έξι μήνες. Ας δώσουμε όμως στον κόσμο δωρεάν πρόσβαση ή τουλάχιστον ας του παράσχουμε πρόσβαση στην τιμή μιας τηλεφωνικής συνδιάλεξης».


Βέβαια, ο Εκο δεν περιμένει πως νοικοκυρές και μηχανικοί θα κάνουν ουρές έξω από τη Στοά από την πρώτη κιόλας ημέρα, για να γευθούν τους καρπούς της σύγχρονης τεχνολογίας. Εξάλλου, η εργατική τάξη χρειάστηκε περίπου έναν αιώνα από την εποχή που ο Γουτεμβέργιος ανακάλυψε την τυπογραφία, για να διαβάζει μαζικά τη Βίβλο. Θυμίζει όμως πως η Ιταλία διέπεται από τη μεσογειακή κουλτούρα, άρα το μοντέλο που θα εφαρμοστεί θα είναι εκείνο της μεσογειακής osteria. «Αυτό θα πρέπει να φαίνεται και από τη δομή του χώρου» εξηγεί ο Εκο. «Θα ήταν ωραία να υπάρχει μια γιγαντοοθόνη, για παράδειγμα, όπου θα προβάλλονται οι ενδιαφέρουσες σελίδες του δικτύου που μόλις ανακάλυψαν οι χρήστες». Και ο ιταλός διανοούμενος καταλήγει: «Δεν βλέπω τι νόημα έχει να μπαίνουν στο δίκτυο 80 εκατομμύρια άνθρωποι, όταν καταλήγουν να μιλούν στα ντουβάρια. Ο κύριος σκοπός της Στοάς είναι να βγάλει τους ανθρώπους από τα σπίτια τους και ­ γιατί όχι ­ να φέρει τον έναν στην αγκαλιά του άλλου».


Για τις διαφορές στη ροή πληροφοριών


Το φαινόμενο θυμίζει στον Εκο την ανάλογη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την τηλεόραση, η οποία έφθασε σε ένα κρίσιμο σημείο μαζικής αποδοχής στις ΗΠΑ πολύ νωρίτερα από ό,τι στην Ευρώπη. «Πάντως, ο θρίαμβος της αμερικανικής κουλτούρας και του αμερικανικού τρόπου παραγωγής, όπως παρατηρήθηκε στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, δεν θα επαναληφθεί στον χώρο του δικτύου» βεβαιώνει ο Εκο. «Είναι χαρακτηριστικό ότι, πριν από ένα χρόνο, ελάχιστες σελίδες του δικτύου δεν ήταν στα αγγλικά. Σήμερα, στην Alta Vista βρίσκει κανείς σελίδες από τη Νορβηγία, την Πολωνία, ακόμη και τη Λιθουανία. Βέβαια, οι Αμερικανοί δεν πρόκειται να εγγραφούν για μαθήματα στη Νορβηγία, όμως θα αρχίσουν να σκέφτονται πως υπάρχουν και άλλοι πολιτισμοί, και άλλοι τρόποι σκέψης. Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία της αντιμονοπωλιακής φύσης του δικτύου: ο έλεγχος της τεχνολογίας δεν συνεπάγεται και έλεγχο της ροής των πληροφοριών».


Για την επεξεργασία των μηνυμάτων


Σε δοκίμιο που έγραψε το 1967 με τον τίτλο «Towards a Semiological Guerrilla Warfare» (Προς σημειολογικές εχθροπραξίες ανταρτών), ο Εκο διατύπωσε την άποψη ότι ο βασικότερος στόχος κάθε αφοσιωμένου «πολιτιστικού αντάρτη» δεν είναι το τηλεοπτικό στούντιο, αλλά οι πολυθρόνες των ανθρώπων που παρακολουθούν. Με άλλα λόγια, αν δοθούν στους ανθρώπους τα εργαλεία που θα τους βοηθήσουν να αξιολογήσουν τα μηνύματα που δέχονται, τότε τα μηνύματα αυτά χάνουν την ισχύ τους. Ενα έμπειρο μάτι μπορεί, μπαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, να μαντέψει πολλά πράγματα για το περιεχόμενο ενός βιβλίου από απλά σημάδια. Αν δει κανείς, για παράδειγμα, την ένδειξη Harvard University Press, θα καταλάβει πως δεν πρόκειται για κάποιο φθηνό ρομάντζο. Ομως, το κοινό δεν διαθέτει παρόμοια εξοικείωση με τα προϊόντα, τα μηνύματα του δικτύου, ιδιαίτερα όταν αυτά μοιάζουν με σωρούς από βιβλία αφημένα στο πάτωμα, ενώ οι τίτλοι τους ­ οι ηλεκτρονικές τους διευθύνσεις ­ είναι ελάχιστα αποκαλυπτικές για το περιεχόμενό τους.


Μπροστά στο πρόβλημα αυτό, ο Εκο προτείνει την οδό της συστηματικής ενασχόλησης και της εμπειρίας: «Πρέπει κανείς να συγκεντρώνει τα σημεία εκείνα που αποκαλύπτουν το περιεχόμενο του μηνύματος, όχι με την απλή λογική της ανάγνωσης αλλά με κριτικό και αξιολογικό πνεύμα. Τέτοιες ικανότητες αποκτώνται με την προσπάθεια και το λάθος, ενώ η συμβουλή των έμπειρων χρηστών είναι πάντοτε χρήσιμη. Η πιο σύντομη και αποτελεσματική μέθοδος είναι να βρίσκεται κανείς περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που διαθέτουν διαφορετικά επίπεδα γνώσης και εμπειρίας στη χρήση του δικτύου. Είναι σαν τον νεοφερμένο που εμφανίζεται για πρώτη φορά στο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου. Ο οδηγός σπουδών δεν θα αναφέρει βέβαια “μην πάτε στο μάθημα της Ιστορίας, ο καθηγητής είναι πολύ βαρετός”, οι δευτεροετείς συνάδελφοί του όμως ευχαρίστως θα τον ενημερώσουν σχετικά».


Για τον Μάρσαλ Μακ Λούαν


«Ο Μακ Λούαν δεν ήταν φιλόσοφος αλλά κοινωνιολόγος, που μιλούσε για πράγματα που ήταν στη μόδα» δηλώνει κατηγορηματικά ο Εκο. «Αν ήταν ζωντανός σήμερα, πιθανότατα θα έγραφε βιβλία που θα κατέρριπταν όσα υποστήριξε πριν από 30 ή 40 χρόνια. Η προφητεία του “παγκόσμιου χωριού” προέκυψε αληθινή, εν μέρει, η προφητεία του “τέλους του βιβλίου” διαψεύσθηκε ολοκληρωτικά, ενώ το μεγάλο του σλόγκαν “το μέσο είναι το μήνυμα” λειτουργεί για την τηλεόραση καλύτερα από ό,τι για το Ιντερνετ. Οταν αρχίζει κανείς να χρησιμοποιεί σοβαρά το δίκτυο, καταλαβαίνει πως δεν καταλήγουν τα πάντα στην ίδια την ύπαρξη του μέσου, όπως συμβαίνει με την τηλεόραση. Υπάρχει σαφής διαφορά όταν η οθόνη κατεβάζει έργα του Σοσέρ και όταν εμφανίζει το Πλέιμέιτ του Μήνα. Στο δίκτυο, τα πάντα είναι ζήτημα προσοχής. Είναι δύσκολο να κάνει κανείς ζάπινγκ στο δίκτυο, όπως κάνει στην τηλεόραση, επειδή, απλούστατα, απαιτείται περισσότερος χρόνος για να επιστρέψει στην αρχή και ο χρόνος πληρώνεται».