Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το καλοκαίρι στο Λονδίνο οι ντόπιοι καταφεύγουν στα πάρκα, κολυμπάνε στο Χάιντ Παρκ, πίνουν μπίρα στα παραποτάμια παμπ του Χάμερσμιθ και του Ρίτσμοντ.


Τα πούλμαν που περιφέρουν με αλύπητο ρυθμό τους ιάπωνες περιηγητές από το ανάκτορο του Χάμπτον Κορτ στους τροπικούς κήπους του Κιου ή στη Μαντάμ Τισό καταλήγουν πάντα στις 7 σε κάποιο από τα πολλά μιούζικαλ που παίζονται στο κεντρικό Λονδίνο. Αν δεν υπάρχει θέση στις «Γάτες», στους «Αθλιους», στο «Φάντασμα της Οπερας» κλπ., τότε μόνο θα πάνε στο αληθινό θέατρο, όπου είναι σίγουρο ότι λόγω γλωσσικής δυσκολίας και κόπωσης θα αποκοιμηθούν μέσα στα 10 πρώτα λεπτά. Αν όμως οι Ιάπωνες απαιτούν μιούζικαλ, τούτο δεν ικανοποιεί αναγκαστικά όλους τους ιθαγενείς.


Ενας από αυτούς είναι ο θεατρικός σκηνοθέτης Τρέβορ Ναν, που πρόκειται να αναλάβει τη διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου Βρετανίας. Είναι σαιξπηρικός σκηνοθέτης, γνώστης του κλασικού ρεπερτορίου αλλά και του σύγχρονου θεάτρου. Ο δεύτερος σκηνοθέτης κλασικού ρεπερτορίου είναι ο Πίτερ Χολ, τον οποίο παρακολούθησα πρόσφατα να διευθύνει τις πρόβες του «διπλού» «Οιδίποδα» που ανεβάζει αυτή την εβδομάδα στην Επίδαυρο. Σε μια στιγμή κατάθλιψης ­ δίκαιας; ­ ο Τ. Ναν διαπιστώνει ότι ζει σε έναν τόπο χωρίς αθλητισμό, χωρίς δικαιοσύνη (όλοι οι καταδικασθέντες «τρομοκράτες» αποφυλακίσθηκαν), χωρίς σοβαρή διοίκηση στην κτηνοτροφία (τρελές αγελάδες, τρελά πρόβατα) και με τις «τετράπαχες γάτες» να παίρνουν πάνω από 500 εκατ. δρχ. τον χρόνο στις διευθυντικές θέσεις των κρατικών επιχειρήσεων (νερό, γκάζι, ηλεκτρικό, τηλέφωνα) που πέρασαν στα χέρια ιδιωτών.


Σε τέτοια μαύρη διάθεση ήταν ο κ. Ναν όταν αποφάσισε να γράψει ένα άρθρο για την ολέθρια όψη του βρετανικού θεάτρου (πραγματικά και μεταφορικά).


«Μόλις την περασμένη εβδομάδα», γράφει στη μοναδική απογευματινή εφημερίδα του Λονδίνου «Ιβνινγκ Στάνταρντ», «έκλεισαν άλλα δύο θέατρα. Φτάσαμε στον συνολικό αριθμό των δέκα “σκοτεινών θεάτρων” στο κεντρικό Λονδίνο. Μα κάποτε λέγαμε: “Αγάντα να μπει ο Ιούνιος, να έρθουν οι τουρίστες και να γεμίσουμε τα καθίσματα”. Τώρα τι γίνεται; Τα γνωστά μιούζικαλ είναι γεμάτα από επισκέπτες είτε από το Χονγκ Κονγκ είτε από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Τα υπόλοιπα…».


«Μα τι φταίει;», διερωτάται ο Τρέβορ Ναν.. «Φταίνε οι Ολυμπιακοί, το τένις στο Γουίμπλετον, το τουρνουά του γκολφ; Ή μήπως πέφτει η ποιότητα των θεατρικών έργων που ανεβάζουμε; Οι Ολυμπιακοί και τα διάφορα τουρνουά είναι βέβαια δικαιολογίες. Οι θεατρώνες βγάζουν από τη ναφθαλίνη φθαρμένα βουλεβάρτα και “μπουμπού”, κυνηγώντας τους θεατές του παρελθόντος. Καλύτερα θα ήταν να ξεφορτωθούμε αυτά τα αναπαλαιωμένα πτώματα, που τα πουλάνε σαν “μεταμοντερνιστικά έργα”. Είναι καιρός», καταλήγει, «οι παραγωγοί και οι θεατρικοί επιχειρηματίες να τολμήσουν να παρουσιάσουν ζωντανά, δυνατά έργα, που αμφισβητούν το στάτους κβο και παρουσιάζουν τα δύσκολα θέματα του καιρού μας. Επίσης χρειαζόμαστε καλές παραγωγές των κλασικών, των καλών μεγάλων έργων του διεθνούς θεατρικού ρεπερτορίου.


Τι φταίει; Μήπως το Λονδίνο κατέχεται από βουλιμία, ξενοφοβία, περιφρόνηση του κοινού και παντελή έλλειψη ζωτικότητας;».


Και τέλος ο Τρέβορ Ναν στρέφει τα μάτια στα βρώμικα πεζοδρόμια, όπου συχνά άστεγοι περνάνε τη νύχτα τους στις πόρτες των θεάτρων τυλιγμένοι με κιβώτια και εφημερίδες:


«Κοιτάξτε γύρω σας. Το Λονδίνο είναι βρώμικο. Μοιάζει σαν να είμαστε στη δεύτερη εβδομάδα απεργίας των σκουπιδιάρηδων. Αλλά απεργία δεν υπάρχει. Τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα από σκουπίδια, υπολείμματα μπίρας, ούρων και εμετού. Το Λονδίνο, που από τον 17ο αιώνα έχει εδραιωθεί ως μία από τις θαυμαστές πόλεις του κόσμου, κινδυνεύει να χάσει το ζωντανό του θέατρο αν το κοινό του επιδοθεί τελικά στο ζάπινγκ των δορυφορικών καναλιών και περιοριστεί στις επισκέψεις θεματικών πάρκων (α λα Ντίσνεϊ) για να φορτίσουν τις πολιτιστικές τους μπαταρίες. Το πραγματικό, φρέσκο, σύγχρονο, ζωντανό θέατρο είναι ένα σπάνιο είδος που απειλείται με αφανισμό».


Το άρθρο έφερε θύελλα επικρίσεων και μερικές επιστολές. Την επομένη ο Αντριου Λόιντ Γουέμπερ, ο «νονός» του μιούζικαλ στην Αγγλία, έσπευσε να απαντήσει. «Ο Τρέβορ», γράφει την επομένη στην ίδια εφημερίδα, «είναι συνεργάτης και φίλος μου. Συμπεραίνω, όμως, ότι υπήρχαν πολιτικά ελατήρια πίσω από το κομμάτι που έγραψε χθες στην “Ιβνινγκ Στάνταρντ”. Δεν αποδέχομαι την κατηγορία ότι η ποιότητα της θεατρικής παραγωγής στο κεντρικό Λονδίνο περνά κρίση». Ολα καλά λοιπόν;


Το μεγάλο κύμα των επιστολογράφων που ακολούθησε δεν αντιμετώπιζε τόσο την ποιότητα των θεατρικών έργων όσο των… πεζοδρομίων. Ηταν οι μαγαζάτορες του Σόχο και του Κόβεν Γκάρντεν: «Οταν φτάνω το πρωί στο μαγαζί, μόλις ανοίξω», γράφει ένας από αυτούς, «πρέπει να καθαρίσω το πεζοδρόμιο προτού βγάλω καρέκλες και τραπέζια. Το συνεργείο για την απολύμανση των τοίχων και των πεζοδρομίων έρχεται πολύ αργότερα. Φυσικά όλα αυτά τα πληρώνουμε εμείς και όχι ο δήμος».


Ο δήμος του Ουέστμινστερ παραδέχεται ότι «υπάρχει θέμα σκουπιδιών εντελώς προσωρινό», το οποίο «ήδη ρυθμίζεται» κλπ., κλπ.


Οσο για το «πολιτικό» ελατήριο, πίσω από το άρθρο του Τρέβορ Ναν, είναι πολύ απλό: καιρός να αποθατσεροποιηθεί η Αγγλία, το Λονδίνο. Καιρός η λαμπρή αυτή πρωτεύουσα να αποκτήσει έναν δικό της δήμαρχο, με γνώσεις και δύναμη, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που σωρεύτηκαν σε 15 χρόνια κρατικής αστοργίας.