ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ Ο καλλιτεχνικός κόσμος του Χονγκ Κονγκ θα πρέπει να επιστρατεύσει όλη του τη διπλωματικότητα ώστε να μετριασθεί η απέχθεια των κινέζων ιθυνόντων για τα καλλιτεχνήματα που εμπεριέχουν έστω και ψήγματα ειρωνείας για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Οι γνωρίζοντες υποστηρίζουν ότι θα είναι σχεδόν αδύνατον να συμπεριληφθούν πίνακες της ποπ αρτ με θέμα τον Πρόεδρο Μάο (φωτογραφία) ή άλλους κομμουνιστές αξιωματούχους στην έκθεση του Μουσείου Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη, την ερχόμενη άνοιξη, αφιερωμένη στην τέχνη της Απω Ανατολής. Η κινεζική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να επιτηρήσει την επιλογή των καλλιτεχνημάτων με σκοπό να αποκλείσει οτιδήποτε θα μπορούσε να υπονομεύσει τα πολιτικά της ιδεώδη. Στο Χονγκ Κονγκ ωστόσο, μετά την πρόσφατη συνένωσή του με τη μητέρα πατρίδα, οι καλλιτέχνες δυσανασχετούν με την ιδέα ότι και σε αυτή την έκθεση η Κίνα θα εκπροσωπηθεί πάλι αποκλειστικά από τα αρχαία της καλλιτεχνήματα και δεν θα συμπεριληφθούν δείγματα της σύγχρονης κινεζικής τέχνης που διαμορφώθηκε στο περισσότερο φιλελεύθερο περιβάλλον του Χονγκ Κονγκ. Αλλά ακόμη και αν η κινεζική κυβέρνηση κάνει μερικές υποχωρήσεις, είναι βέβαιο ότι δεν θα δώσει «άδεια εξόδου» από τη χώρα σε καλλιτεχνήματα που διακωμωδούν το κομμουνιστικό καθεστώς, όπως η προσωπογραφία του Μάο όπου ο Μεγάλος Τιμονιέρης παρουσιάζεται ως ανδρόγυνος μ’ ένα λουλούδι ανάμεσα στα χείλη. Τονωτικές ενέσεις πρωτοπορίας
ΣΑΛΤΣΜΠΟΥΡΓΚ Μερικοί μίλησαν για «σκάνδαλο» παρακολουθώντας την περασμένη εβδομάδα τη νέα εκδοχή της όπερας του Γκέργκι Λίγκετι Le grand macabre με τη σκηνοθεσία του Πίτερ Σέλαρς και μαέστρο τον Εσα-Πέκα Σάλονεν. Οι περισσότεροι ωστόσο παραδέχτηκαν ότι οι προσπάθειες του διαδόχου τού Χέρμπερτ φον Κάραγιαν στον θρόνο του διασημότερου μουσικού φεστιβάλ του κόσμου, του βέλγου Ζεράρ Μορτιέ, να μην αφήσει την κλασική μουσική να «μπει στο μουσείο», ευοδώθηκαν. Το προ μηνών εξαγγελθέν «εγχείρημα» (το Ars… brevis είχε αναφερθεί σε αυτό στις 29.12.96) φαίνεται ότι τελικά πέτυχε: η αλλαγμένη σε πολλά σημεία της όπερα του Λίγκετι έκανε ξανά μια παγκόσμια θριαμβευτική πρεμιέρα. Ο 74χρονος ουγγρικής καταγωγής και αυστριακής πολιτογράφησης συνθέτης αναθεώρησε σχεδόν ολοκληρωτικά την πρώτη εκδοχή αυτού του έργου που είχε παρουσιαστεί στη Στοκχόλμη το 1978: έκοψε διαλόγους, συνέθεσε νέα μέρη, άλλαξε την ενορχήστρωση. Και μολονότι η όπερα παραμένει κωμική, οι υπερβολικές αιχμές εναντίον θεσμών και παραδεδεγμένων αξιών έχουν αρκετά απαλυνθεί ώστε το έργο να μη φθάνει στο σημείο να διακωμωδεί ακόμη και το μουσικό είδος που υπηρετεί. Με άλλα λόγια ο Λίγκετι προσάρμοσε το έργο του στην πραγματικότητα της δεκαετίας του ’90 αφαιρώντας του την επαναστατική πατίνα της δεκαετίας του ’70 όπου κυριαρχούσαν αισθήματα ακραίου αντικομφορμισμού. Η υπόθεση του έργου εξακολουθεί φυσικά να είναι μια γκροτέσκα παρωδία της Δευτέρας Παρουσίας εμπνευσμένη από το έργο του βέλγου αντικομφορμιστή συγγραφέα Μισέλ ντε Γκελντερόντ (1898-1962) La Balade du Grand Macabre. Δύο ερωτευμένοι, ο Σπερμάνδος και η Κλειτορία, των οποίων τα ονόματα παραπέμπουν αυτομάτως στον ρόλο που τους έταξε ο δημιουργός τους, ασχολούνται αποκλειστικά με την ερωτική πράξη περιμένοντας το Τέλος του Κόσμου. Αλλά, όπως λέει στη Repubblica ο 39χρονος φινλανδός μαέστρος που με την Ορχήστρα Φιλαρμόνια του Λονδίνου ερμήνευσε με μεγάλη επιτυχία τη σύνθεση του Λίγκετι, «σε αυτή την καινούργια εκδοχή έχει απαλυνθεί το προβοκατόρικο πνεύμα του Λίγκετι». Ετσι το βάρος της πρωτοπορίας φαίνεται ότι το σήκωσε κυρίως ο αμερικανός σκηνοθέτης Πίτερ Σέλαρς που τοποθέτησε χρονικά τη δράση του έργου λίγο μετά το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνομπίλ, σ’ ένα εξώκοσμο περιβάλλον όπου οι άσπρες μπλούζες των επιστημόνων συνυπάρχουν με τις γυμνικές εμφανίσεις (φωτογραφία). Τους έριξε στη λήθη
ΒΙΕΝΝΗ «Και μην ξεχνάς ότι θέλω παρά πολύ να γράψω όπερες. Ζηλεύω τρελά όλους αυτούς που συνθέτουν όπερες» είχε πει στον πατέρα του Λεοπόλδο ο μικρούλης Μότσαρτ. Και τελικά στο διάστημα της σύντομης ζωής του ο Μότσαρτ συνέθεσε 17 λυρικά έργα, εκ των οποίων τα μισά τουλάχιστον είναι ελάχιστα γνωστά στο σύγχρονο φιλόμουσο κοινό. Εφέτος ωστόσο, στα πλαίσια του Θερινού Φεστιβάλ της Βιέννης, έγινε μια πρωτότυπη προσπάθεια: από την 1η ως τις 17 Αυγούστου παρουσιάζονται όλες οι όπερες που συνέθεσε ο Μότσαρτ από την πρώτη του, Απόλλων και Υάκινθος, που την έγραψε όταν ήταν μόλις 11 ετών, ως την τελευταία του, τη Μεγαλοψυχία του Τίτου, του 1791, χρονιάς του θανάτου του. Στα 12 χρόνια του ο Μότσαρτ έγραψε την όπερα La Finta semplice, έργο που παρ’ όλες τις προσπάθειες του Λεοπόλδου Μότσαρτ δεν κατορθώθηκε να παιχτεί επειδή οι τραγουδιστές παραπονέθηκαν ότι «δεν τραγουδιέται». Λίγο αργότερα, η όπερα Ascanio in Alba είχε καλύτερη τύχη: παρουσιάστηκε στο «περιθώριο» των εκδηλώσεων για τους γάμους του Αρχιδούκα Φερδινάνδου. Το κύριο λυρικό έργο για την περίπτωση είχε ανατεθεί στον Γιόχαν Αντολφ Χάσε ο οποίος βλέποντας την παράσταση της όπερας του Μότσαρτ δεν δίστασε να δηλώσει: «Το παιδί αυτό θα μας ρίξει όλους μας στη λήθη», και η προφητεία του βγήκε αληθινή. Το εγχείρημα του 40χρονου Θερινού Φεστιβάλ της Βιέννης ήταν σίγουρα δύσκολο. Ορισμένες από τις όπερες του Μότσαρτ που παρουσιάζονται ίσως να μην μπορούν να χαρακτηριστούν «καλλιτεχνικές αποκαλύψεις» αλλά σίγουρα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον για όλους τους λάτρεις της μουσικής του. Λογοκριμένος Μπέικον
ΛΟΝΔΙΝΟ Αν ζούσε ο Φράνσις Μπέικον, είναι βέβαιο ότι θα δυσανασχετούσε με την προσπάθεια του Arts Council να εξωραΐσει την εικόνα τη δική του και των φίλων του, όπως της αθυρόστομης Μιούριελ Μπέλτσερ, της ιδιοκτήτριας του διαβόητου Colony Room, του μπαρ στο Σόχο όπου κάθε βράδυ ο Μπέικον γινόταν στουπί στο μεθύσι. Οι «βελτιώσεις» αυτές επιβλήθηκαν στο σενάριο του Τζον Μέιμπιουρι και ήταν προϋπόθεση για να εγκριθούν τα απαραίτητα κονδύλια για το γύρισμα της ταινίας Love is the Devil όπου εξιστορείται η πλέον σημαντική δεκαετία 1962-1972 της ζωής του μεγαλύτερου βρετανού ζωγράφου του 20ού αιώνα. «Οι αλλαγές που μου ζήτησαν να κάνω» υποστηρίζει ο Μέιμπιουρι, που είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας, «σχετίζονταν όλες με πραγματικά γεγονότα. Μου ζήτησαν να βγάλω τα γεγονότα επειδή ήταν προσβλητικά. Πιστεύω ότι κάποιος σαν τον Μπέικον θα έφριττε ακούγοντας ότι αυτά τα μαντρόσκυλα της κουλτούρας μας προσπάθησαν να τον εξωραΐσουν. Η Μπέλτσερ ήταν πράγματι τέρας αλλά όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν τέρατα». Ωστόσο οι αλλαγές έγιναν και καθώς ετοιμάζονταν τα πρώτα γυρίσματα, ο Μάλκολμ Μακ Ντάουελ, ο ηθοποιός που ο Μέιμπιουρι είχε επιλέξει για να ενσαρκώσει τον Μπέικον, παραιτήθηκε. Ο ρόλος προτάθηκε την τελευταία στιγμή στον Ντέρεκ Τζάκομπι, έναν από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του βρετανικού θεάτρου. Ο Τζάκομπι δέχτηκε και ο Μέιμπιουρι δεν μπορεί ακόμη να πιστέψει στην τύχη του: η ταύτιση του ηθοποιού με τον ζωγράφο είναι κάτι το εκπληκτικό. Στο σκηνικό του Colony Room όπου γίνονται τα γυρίσματα, μερικοί πρώην θαμώνες του μπαρ που κλήθηκαν να παραστούν σαν κομπάρσοι δεν μπορούν να πιστέψουν στα μάτια τους. Η ομοιότητα είναι τόσο εκπληκτική που στιγμές στιγμές νομίζουν ότι αυτός που κάθεται και μπεκρουλιάζει μέσα στους καπνούς των τσιγάρων είναι ο παλιός τους σύντροφος που είχαν να τον δουν από το 1992. Δεν είναι μόνο η φυσιογνωμική ομοιότητα του ηθοποιού με τον ζωγράφο βοηθούντος και του μακιγιάζ αλλά ο τρόπος που ο Τζάκομπι μιμείται τις κινήσεις, το βλέμμα, το περπάτημα του Μπέικον. Ο παλιός φίλος του Μπέικον, ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Φάρσον, που παρακολουθεί τα γυρίσματα, δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του: ο Τζάκομπι κατόρθωσε να… αναστήσει αυτόν τον διαβόητο καλλιτέχνη που κατανάλωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του μεθώντας στα μπαρ του Σόχο και αναζητώντας την ερωτική συντροφιά νεαρών ανδρών.



