Τη θέση των ποιημάτων της εποχής μας έχουν πάρει τα εσώρουχα της κουλτούρας μας, λέει κάπου ο Χάρολντ Μπλουμ στο πολλαπλώς ερεθιστικό βιβλίο του Πώς και γιατί διαβάζουμε (εκδόσεις Τυπωθήτω). H ομοφυλοφιλία ή η αμφιφυλοφιλία του Αλέξανδρου ήταν το καταλυτικό στοιχείο στην ταινία του Ολιβερ Στόουν, ή μάλλον ήταν το καταλυτικό στοιχείο στην ανάγνωση της ταινίας από τα μέσα ενημέρωσης και από τις θορυβούσες ομάδες της κοινωνικής υποκρισίας. Σε μια νέα κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Σαίξπηρ Ο έμπορος της Βενετίας από τον σκηνοθέτη Μάικλ Ράντφορντ, μια λανθάνουσα ομοφυλοφιλική σχέση υπάρχει μεταξύ του Μπασάνιο και του Αντόνιο. Το σεναριακό αυτό στοιχείο έχει κιόλας πυροδοτήσει τη δημοσιότητα για την ταινία του Ράντφορντ και η φωτογραφία των πρωταγωνιστών, του Τζόζεφ Φάινς και του Τζέρεμι Αϊρονς, με κοστούμια εποχής προβάλλεται ήδη ως η εικόνα ενός φιλολογικού gay διδύμου. Αναρωτιόμαστε όμως αν η γνωστή από τις πηγές αμφιφυλοφιλία του Σαίξπηρ μπορεί να δικαιολογήσει τα σύνθετα, σε έκταση και ένταση, πάθη των σαιξπηρικών χαρακτήρων και την επιβίωση του σαιξπηρικού έργου τόσους αιώνες μετά τον θάνατο του δημιουργού του. (Κάποτε θεωρούσαν ότι η παντοδυναμία του Σαίξπηρ ήταν αποτέλεσμα της βρετανικής αποικιοκρατίας· κοντολογίς επιχείρημα ιδίας αφελούς τάξεως με την ομοφυλοφιλία των ηρώων του.) Στις Ηνωμένες Πολιτείες μια νέα βιογραφία του 16ου προέδρου της χώρας Αβραάμ Λίνκολν (The intimate world of Abraham Lincoln, Δεκέμβριος 2004) προβάλλεται ήδη ως αποκαλυπτική για τις κρυφές ομοφυλοφιλικές σχέσεις του προέδρου. Αναρωτιόμαστε όμως κατά πόσον η γνώση τού αν ο πρόεδρος το «έκανε» ή όχι με τον λοχαγό-υπασπιστή του επηρεάζει την ερμηνεία της ιστορικής δράσης του Λίνκολν την εποχή του εμφυλίου και της κατάλυσης του καθεστώτος της δουλείας. Μάλλον όχι· το μόνο σίγουρο είναι ότι θα αποτελέσει σεναριακή αιχμή σε μια μελλοντική κινηματογραφική εκδοχή του βίου του προέδρου.
Αν σταματούσαμε όμως εδώ, τα πράγματα δεν θα ήταν και τόσο οδυνηρά. Το δυστύχημα είναι ότι στο όνομα της πολιτικής ορθότητας, μια ολόκληρη πανεπιστημιακή κουλτούρα «διαβάζει», «αναλύει», «διδάσκει» τα έργα τέχνης μέσα από το πρίσμα του φύλου, του σεξ, της φυλής, δηλαδή τα παραμορφώνει. Μια nocturne του Σοπέν, ως μορφή, θεωρείται προϊόν θηλυκής ευαισθησίας, οπότε διερευνώνται οι σεξουαλικές προτιμήσεις του συνθέτη· ο Χέμινγκγουεϊ παραμερίζεται προς χάριν του ελάσσονος Γκάρι Σότο, γιατί περισσότερο από τη λογοτεχνική αξία μετράει ο Αμερικανός μεξικανικής καταγωγής· τα εσώρουχα της βικτωριανής εποχής θεωρούνται πιο σημαντικά από τον Ντίκενς ή τον Μπράουνινγκ· κι αν ο Τόμας Μαν βρίσκει μια θέση στα πανεπιστημιακά προγράμματα είναι γιατί η ζωή του και το έργο του σχολιάζονται με κέντρο την ομοφυλοφιλία. Μπορεί όμως μια δημιουργική φαντασία, ένας ειρωνικός αισθητισμός να μπουν μέσα στον στενό κορσέ των σεξουαλικών προτιμήσεων; Και για να αντιγράψουμε την απορία του Χάρολντ Μπλουμ, «η ζωή του πνεύματος θα πρέπει να υποκύψει στον θάνατο του σώματος;».
Υποτίθεται ότι όλες αυτές οι προσεγγίσεις στοιχειοθετούν ένα είδος αντιπουριτανισμού. Αποδεικνύονται όμως τόσο περιοριστικές, τόσο προκρούστειες, τόσο ιδεοληπτικές, ώστε το έργο τέχνης, έχοντας πια μόνο την αξία του παραδείγματος, να χάνεται ή και να καταστρέφεται. Μήπως τελικά πρέπει να κάνουμε λόγο όχι για έναν αντιπουριτανισμό αλλά για έναν νέο πουριτανισμό;



