Πριν από τετρακόσια χρόνια, Ιανουάριο 1605, κυκλοφόρησε το πρώτο μέρος του Δον Κιχώτη και δέκα χρόνια αργότερα, το δεύτερο, ενώ, στις 23 Απριλίου 1616, απεδήμησε εις Κύριον ο Θερβάντες, χωρίς να έχει συμπληρώσει το 69ο έτος της ηλικίας του ούτε προλάβει να εκδώσει το τελευταίο έργο του Τα βάσανα του Παρσίλες και της Σιγισμούντας. «Τέλος και τω Θε(ρβάν-τες), δόξα!» καταλήγει την εισαγωγή του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη ο μεταφραστής από το πρωτότυπο Ηλίας Ματθαίου, Οκτώβριο 1994, και λίγους μήνες αργότερα, Απρίλιο 1995, κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος, ενώ και αυτός αναχώρησε έναν χρόνο μετά, Αύγουστο 1996. Ο πολιτικός μηχανικός Ηλίας Παπαματθαίου εγγράφεται ως Ηλίας Ματθαίου στη μακρά σειρά των ελλήνων μεταφραστών του Θερβάντες, που δικαιούνται και αυτοί λίγη από τη δόξα του. Τουλάχιστον, μια εύφημο μνεία, καθώς είναι οι πρώτοι που αφανίζονται μέσα στον χρόνο.
Γυναίκα και μάλιστα αρχόντισσα εικάζεται πως είναι η πρώτη μεταφράστρια στα ελληνικά του Δον Κιχώτη, μια και στο χειρόγραφο υπάρχει η υπογραφή «Σμαράγδα δόμνα». Τουλάχιστον δύο σύζυγοι ηγεμόνων της Μολδαβίας και της Βλαχίας φέρουν αυτό το μάλλον σύνηθες στις φαναριώτικες οικογένειες όνομα. H δόμνα Σμαράγδα Παναγιωτάκη, κόρη του Μεγάλου Παχαρνίκου Παναγιωτάκη Σταυρόπουλου και τρίτη σύζυγος του Νικολάου Μαυροκορδάτου κατά την τρίτη και τελευταία ηγεμονία του στη Βλαχία, από το 1719 ως τον θάνατό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 1730, η οποία, ωστόσο, μακροημέρευσε και πέθανε επί ηγεμονίας του γιου του Νικολάου από τον δεύτερο γάμο του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου. Και η δόμνα Σμαράγδα Μαυρογένους, κόρη του Μεγάλου Διερμηνέως Νικολάου Μαυρογένους και σύζυγος του Σκαρλάτου Καλλιμάχη, ηγεμόνος της Μολδαβίας, κατά διαλείμματα, από το 1806 ως το 1819. Αν δεχτούμε την πρώτη, η μετάφραση τοποθετείται στο πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνα ενώ η δεύτερη τη μεταθέτει πολύ αργότερα, στις πρώτες δεκαετίες του 19ου, χωρίς να μπορεί να αποκλεισθεί η απομυθοποιητική εκδοχή αυτή η δόμνα Σμαράγδα να ήταν απλώς η κάτοχος του χειρογράφου. Ωστόσο, η παράλειψη στη μετάφραση των ερωτικών ασμάτων ίσως συνιστά ένδειξη σεμνοτυφίας, εκτός αν δηλώνει μεταφραστική αδυναμία. Κατά τα άλλα, πιστή η απόδοση, εκτιμάται πως έγινε από παλαιότερη ιταλική μετάφραση. Ως μεταφραστής έχει προταθεί και ο Ιωάννης Ράλλης, αυλικός του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου, στον οποίον οφείλονται μολιερικές αποδόσεις μέσω της ιταλικής. Αποσπάσματα αυτής της πρώτης απόδοσης του Δον Κισότη της Μαντζίας δημοσιεύονται στην Πεζογραφική Ανθολογία του Γ. Κεχαγιόγλου.
Από αθηναϊκό τυπογραφείο
Πάντως, η πρώτη τυπωμένη ελληνική μετάφραση του Θερβάντες δεν είναι ο Δον Κιχώτης, αλλά το πρώτο του μυθιστόρημα, η ειδυλλιακή Γαλάτεια, το 1836, από τον E. Δ. Ηλιόπουλο στην Πάτρα. Πολύ αργότερα, το 1860, θα εκδοθεί από αθηναϊκό τυπογραφείο ο Δον Κισότ ή τα περιεργότερα των συμβάντων αυτού, μετά εικονογραφιών, σε «Βιβλιοθήκη των Παίδων», χωρίς όνομα μεταφραστή. Σε αυτή την έκδοση, άραγε, αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης, τον καιρό που γυμνασιόπαις στη Χαλκίδα, σε επιστολή προς τον πατέρα του, στις «11 7βρίου ’69», έγραφε πως αποστέλλει βιβλίον, επιγραφόμενον Δον Κισότος. Δυσκολότερο ερώτημα, τα διαβάσματα του Γρηγορίου Παλαιολόγου, το 1839, όταν πλάθει τον Ιωάννη Φαβίνη, τον Πολυπαθή. Στις ειρωνικές επιστολές, που ανταλλάσσει, έναν χρόνο αργότερα, με τον πολιτευτή Αθανάσιο Πετσάλη, από τις στήλες της εφημερίδος ο «Φίλος του Λαού», ο Δον Κισότος δείχνει ιδιαίτερα οικείος σε αυτούς ήρωας.
Ωστόσο, ως πρώτος μεταφραστής του Δον Κιχώτη αναφέρεται ο Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίσσης ή και Σκυλίτσης. Σμυρνιός, γεννημένος στη Χίο, το 1819 περιπλανήθηκε για χρόνια στις πόλεις της Εσπερίας. Από τους «απροσάρμοστους» του ελληνικού ρομαντισμού, αυτοκτόνησε μια ωραία πρωία του 1890 στο Μονακό. Δημοσιογράφος, ίδρυε και διηύθυνε εφημερίδες όπου, κατά διαστήματα, κατοικούσε· Βιέννη, Τεργέστη, Παρίσι, Κωνσταντινούπολη. Ποιητής και μεταφραστής, απέδωσε από τη γαλλική στην καθαρεύουσα Λαμαρτίνο, Ουγκό, τον πατέρα Δουμά, Ευγένιο Σύη, Θερβάντες και πλείστους άλλους. Για τον Δον Κιχώτη προτίμησε τη γαλλική μετάφραση του Ζαν-Πιερ Κλαρίς ντε Φλοριάν, δημοσιεύοντάς τον σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ημέρα», που εξέδιδε στην Τεργέστη. Στην ίδια πόλη, το 1864, εκδόθηκε και σε βιβλίο ο Δον Κιχώτης ο Μαγκήσιος του Μιχαήλ Κερβάντης, μόνο τμήμα του πρώτου μέρους, ενώ, το 1882, στην Κωνσταντινούπολη, με τον ίδιο τίτλο κυκλοφόρησε το πρώτο μέρος και κομμάτι του δεύτερου. Κύριο χαρακτηριστικό και των δύο εκδόσεων οι εικονογραφίες του Γουστάβου Ντορέ, που χρησιμοποιήθηκαν και σε μεταγενέστερες μεταφράσεις του Δον Κιχώτη. Μόνο τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Σκυλίσση, το 1894, εκδόθηκε στην Αθήνα, από το Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, με παραφθαρμένο τον τίτλο, Δον Κιχώτης ο Μαρκήσιος, αν και Μαγκήσιος ο Δον Κιχώτης, από χωριό της Μάγκης, αργότερα Μάντσας, σε καμία περίπτωση μαρκήσιος. Τη μετάφραση του Σκυλίσση ή μήπως γαλλικές αποδόσεις είχε κατά νου ο Μιχαήλ Μητσάκης, όταν σε άρθρο του στην εφημερίδα «Το Αστυ», αρχές 1895, παρασυρόταν στη δίνη του λόγου: «Τι είναι ο Κερβάντης; Ο μεγαλείτερος των φαρσέρ και ο μεγαλείτερος των πανσέρ». Ή και η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, που σε δέκα κείμενά της, στη «Φιλολογική Ηχώ ΚΠόλεως», το 1896, υιοθετούσε το ψευδώνυμο Σάνκο Πάνσας.
Με διορθωμένο τίτλο
Αρχές του 20ού αιώνα, το 1911, με διορθωμένο τον τίτλο, εκδόθηκε από το Τυπογραφείο Αναγνωστοπούλου και Πετράκου, που τότε ειδικευόταν σε λαϊκά αναγνώσματα, όπως η Κασσιανή, μια ανώνυμη μετάφραση, και αυτή από τα γαλλικά και στην καθαρεύουσα, το πρώτο και το δεύτερο μέρος σε έναν τόμο αλλά με συντμήσεις. Οκτώ χρόνια αργότερα εμφανίστηκε η πρώτη μετάφραση στη δημοτική από το πρωτότυπο του K. Καρθαίου, ο οποίος δικαιούται ιδιαίτερης μνείας καθώς εφέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον θάνατό του. Ποιητής και μεταφραστής, όπως και ο Σκυλίσσης, ο Κλέανδρος Λάκων εμπνεύστηκε το ψευδώνυμο Καρθαίος από την τζιώτικη καταγωγή του. Πάντως, το K. σημαίνει Κλέανδρος, ποτέ Κώστας. Στρατιωτικός το επάγγελμα, με επιδόσεις στα μαθηματικά, δημοτικιστής από τους ιδρυτές του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», δημοσίευσε το πρώτο μέρος του Δον Κιχώτη στον «Νουμά», σε συνέχειες από τις 2 Νοεμβρίου 1919 ως τις 30 Ιανουαρίου 1921, τριπλασιάζοντας τα φύλλα του περιοδικού. Σε βιβλίο κυκλοφόρησε μόλις το 1944 από τις εκδόσεις «Αετός». Ο Καρθαίος προχώρησε και στο δεύτερο μέρος, χωρίς να το ολοκληρώσει. Μόνο του εκδόθηκε το 1952, από τις εκδόσεις «Πνευματική ζωή», και μαζί με το πρώτο, το 1954, από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Λογοτεχνία». Τη μετάφραση ολοκλήρωσε, πάντα στη δημοτική από το πρωτότυπο, η πεζογράφος Ιουλία Ιατρίδη και ολόκληρο το έργο εκδόθηκε στην «Εστία», χωρίς χρονολογία έκδοσης, αν και η Ιατρίδη τοποθετούσε την έκδοση στα τέλη του 1959. Το 1961, εκδόθηκε ο Δον Κιχώτης και στη Βασική Βιβλιοθήκη της Παγκόσμιας Κλασικής Λογοτεχνίας, όπου το δεύτερο μέρος το έχει μεταφράσει ο Κώστας Κουλουφάκος, και αυτός από τα ισπανικά. Στις επόμενες δεκαετίες, πολλαπλασιάστηκαν οι μεταφράσεις, τις οποίες βιβλιογράφησαν ως το 1987 οι H. Καφάογλου και K. Χωρεάνθης, σε ένα μοναδικό αφιέρωμα στον Θερβάντες του περιοδικού «Διαβάζω». Ανάμεσα σε αυτές, η μετάφραση του Σωτήρη Πατατζή και οι διασκευές για παιδιά του Βάρναλη και του Γιάννη Κότσικα.
Τέλος, μια διασκεδαστική σύμπτωση. Ξεκινώντας η αφήγηση, ο Δον Κιχώτης πλησιάζει τα πενήντα, ενώ ο Θερβάντες είχε περάσει τα πενήντα, όταν έγραφε το πρώτο μέρος, και κόντευε τα εβδομήντα ολοκληρώνοντας το δεύτερο μέρος. Κοντά πενήντα ή και μεγαλύτεροι, ο Σκυλίσσης, ο Καρθαίος, η Ιατρίδη, ο Κουλουφάκος, ο Ματθαίου, το πιθανότερο και η δόμνα Σμαράγδα, όταν καταπιάστηκαν με τη μετάφρασή του.



