Ο Γιώργος Ι. Αλλαμανής συμπαθεί την περσόνα του Νικόλα Ασιμου, αλλά η μελέτη του δεν είναι της κατηγορίας «acta sanctorum». Το γράφει άλλωστε και ο συγγραφέας στον πρόλογό του: «Επιτρέψτε μου να πω προκαταβολικά ότι δε θέλησα καθόλου να τον αγιογραφήσω, αλλά και καθόλου να τον αδικήσω».


Ετσι, ενώ το εφαλτήριο είναι η εκτίμηση και η συμπάθεια που έχει προς τον τραγουδοποιό, παραμερίζει την προσωπική άποψη για να παρουσιάσει τα ντοκουμέντα (μεθοδολογία συνήθη για έναν δημοσιογράφο). Επί δύο χρόνια ο Αλλαμανής έκανε ρεπορτάζ: πήρε 80 συνεντεύξεις, ταξίδεψε στην Κοζάνη (τη γενέτειρα του Νικόλα «Ασιμου» Ασημόπουλου), τη Θεσσαλονίκη, την Πτολεμαΐδα, τον Βόλο, τη Χαλκίδα· άκουσε περί τις 2.000 κασέτες προκειμένου να βρει μια ζωντανή ηχογράφηση· σκάλισε αρχεία εφημερίδων για να βρει μονόστηλα και πρωτοσέλιδα. Ως εργασία λοιπόν το βιβλίο είναι υποδειγματικό. Και η αξία του δεν μειώνεται από το γεγονός ότι ο Ασιμος έχει υπερεκτιμηθεί ως δημιουργός. Γιατί το Δίχως καβάτζα καμιά είναι περισσότερο ένα βιβλίο για το περιθώριο και την παράνοια παρά ένα βιβλίο για τη μουσική.


Οι 300 σελίδες του βιβλίου δημιουργούν μια παράξενη αίσθηση ξεφυλλίσματος παλαιομοδίτικου οικογενειακού φωτογραφικού λευκώματος: ο Νικόλας Ασιμος μωρό στην αγκαλιά του πατέρα του στην Κοζάνη το 1950· ο Νικόλας σημαιοφόρος στο δημοτικό σχολείο· ο Νικόλας στη δεύτερη θέση του βάθρου των σχολικών αγώνων στο άλμα εις ύψος· και στη λεζάντα μια εύστοχη επισήμανση: Ο Νικόλας δεν φορά τα αρχικά του σχολείου του, όπως οι άλλοι. Ιδού λοιπόν ένα από τα πρώτα δείγματα διαφοροποίησης. Η συνέχεια για τον αναγνώστη είναι συναρπαστική: από τις σπουδές στη Θεσσαλονίκη ως τις μετακομίσεις στην Αθήνα, από υπόγειο σε υπόγειο, που λειτουργούσαν ως κέντρα διερχομένων. Μαθαίνουμε για τις πρόχειρα στημένες συναυλίες και τα χάπενινγκ: στο «Σούσουρο», π.χ., στις 11 Δεκεμβρίου 1979, ο Ασιμος με φίλους του επί σκηνής κατεβάζει τα πανταλόνια του ρωτώντας το κοινό του τι καλύτερο θα μπορούσε να δει για 50 φράγκα. Ο Ασιμος εμφανίζεται ως εκκεντρικός. Στην πορεία αντιλαμβάνεται κανείς ότι η «τρελίτσα» είναι ψυχοπάθεια. Οταν πια είχε εγκατασταθεί στο «σπιτομάγαζο» της Καλλιδρομίου, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ευελπιστεί να αναστήσει ζώα. Εχει πλέον ξεφύγει.


Από όλο το βιβλίο υπάρχει μόνο ένα σημείο όπου ο χειρισμός του υλικού δεν γίνεται κομψά. Αφορά την καταγγελία μιας 26χρονης για βιασμό μετά από ευφάνταστα βασανιστήρια (ένα στηθοσκόπιο στον κόλπο π.χ. ήταν μέρος της «τελετής»). Το ζήτημα του βιασμού απασχόλησε σχεδόν όλες τις εφημερίδες που αντιμετώπισαν τον Ασιμο ως καλτ φιγούρα των Εξαρχείων. Εναν χρόνο αργότερα ο Τύπος ασχολήθηκε ξανά με τον περιθωριακό δημιουργό. Αυτή τη φορά ήταν για την αυτοχειρία, στις 17 Μαρτίου 1988, σε ηλικία 39 ετών. Ενα τέλος αποφασισμένο από καιρό. Η επιτυχία του Γιώργου Ι. Αλλαμανή είναι ότι κερδίζει τον επιφυλακτικό αναγνώστη, εκείνον που δεν αγάπησε ποτέ την εγχώρια δημιουργία επαναστατικής επίφασης.