“Νόημα της τέχνης είναι η ελευθερία”
Τον γνωρίσαμε κυρίως μέσα από τη δουλειά του για την ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι «Η διπλή ζωή της Βερόνικας», όταν με το ψευδώνυμο Βαν ντε Μπαντεμάγερ υπέγραφε ένα από τα ομορφότερα κινηματογραφικά θέματα όπως είναι το «Concerto in e minor, Version 1798». Ο Ζμπίγκνιου Πράισνερ έκτοτε έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον των κινηματογραφόφιλων, και όχι μόνο βεβαίως, με τις περίφημες συνεργασίες του και στις άλλες ταινίες του Κισλόφσκι («Ο δεκάλογος», «Μικρή ιστορία για ένα φόνο», «Τα τρία χρώματα: Μπλε, Λευκό, Κόκκινο»), καθώς και σε ταινίες άλλων σημαντικών σκηνοθετών, όπως το «Europa Europa» της Ανιέσκα Χόλαντ, το «Μοιραίο πάθος» του Λουί Μαλ, το «Οταν ένας άντρας αγαπά μια γυναίκα» του Λούις Μαντόκι καθώς και το «Κουαρτέτο σε τέσσερις κινήσεις» της Λουκίας Ρικάκη.
Ο διάσημος πολωνός συνθέτης βρίσκεται από σήμερα κοντά μας για μια σειρά συναυλιών σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα προκειμένου να παρουσιάσει τη νέα δουλειά του «Ten Easy Pieces For Piano» αλλά και τη μουσική που έγραψε για την αναβίωση της ταινίας του βωβού κινηματογράφου «Il Fuoco» («Η φωτιά»), όπου πρωταγωνιστούσαν οι διάσημοι ηθοποιοί εκείνης της περιόδου Φέντο Μάρι και Πίνα Μενιτσέλι. Ενα έργο το οποίο στην εποχή του θεωρήθηκε τολμηρό και επικίνδυνο σε σημείο που διακόπηκε τότε η προβολή του.
Οι ηχογραφήσεις της μουσικής του Πράισνερ για τον κινηματογράφο έχουν κάνει ρεκόρ πωλήσεων: η «Διπλή ζωή της Βερόνικας» έχει πουλήσει πάνω από 300.000 CD από το 1991 που κυκλοφόρησε ενώ η τριλογία «Τα τρία χρώματα» έχει ξεπεράσει τις 700.000 αντίτυπα. Διόλου άσχημα για έναν συνθέτη που μεγάλωσε στην Κρακοβία και έμαθε μουσική σχεδόν μόνος του. Το πολύ ενδιαφέρον έργο «Ten Easy Pieces For Piano» θα ερμηνεύσει στη χώρα μας ο πολύ καλός νέος πιανίστας Λέσζεκ Μόζντζερ. Το «Βήμα της Κυριακής» εντόπισε τον συνθέτη στην Κρακοβία όπου συνεχίζει να ζει ως σήμερα.
Γιατί διαλέξατε έναν τζαζ πιανίστα όπως τον Λέσζεκ Μόζντζερ προκειμένου να αποδοθούν οι συνθέσεις σας επί σκηνής;
«Με τον Μόζντζερ έχουμε αρχίσει τη συνεργασία μας από το 1992 όταν ήταν αρκετά νέος. Ο ίδιος ήταν και ο σημαντικότερος λόγος που έγραψα μουσική για πιάνο. Είναι ένας εκπληκτικός άνθρωπος. Επίσης το γεγονός ότι κυρίως παίζει τζαζ μουσική ήταν ένα στοιχείο που με ενθουσίασε στη συνεργασία μας. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η προσέγγισή του στη μουσική μου».
Ποιο είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί το «Ten Easy Pieces» από τις προηγούμενες δουλειές σας;
«Η κύρια διαφορά είναι ο αυτοσχεδιασμός, ένα στοιχείο που έλειπε από τα προηγούμενα έργα μου. Ποτέ δεν ακούς το ίδιο θέμα κατά τη διάρκεια των συνθέσεων. Και φυσικά η σημαντικότερη διαφορά είναι το γεγονός ότι δεν είχα κινηματογραφικές εικόνες ως αιτία για τη δημιουργία της μουσικής».
Ηταν εύκολο για έναν πολωνό συνθέτη όπως είστε εσείς να σπάσει τα σύνορα της χώρας του και να ακουστεί η μουσική του παραέξω;
«Το νόημα της τέχνης είναι η ελευθερία, η ελευθερία έκφρασης. Γι’ αυτό πιστεύω ότι όσο και αν προσπαθήσουν κάποιοι αργά ή γρήγορα η τέχνη θα διαδοθεί. Φυσικά τα προηγούμενα χρόνια με το κομμουνιστικό καθεστώς τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα. Δεν παραβλέπω επίσης το πόσο σημαντική βοήθεια μου προσέφερε η επιτυχία των ταινιών του Κισλόφσκι από την πρώτη στιγμή. Επανέρχομαι όμως στο ζήτημα της ελευθερίας λέγοντας ότι η τέχνη δεν μπορεί να δεσμευθεί όπου και αν παράγεται».
Εξακολουθεί να είναι μια αναγκαιότητα η τέχνη στην Πολωνία, έπειτα από τόσο σημαντικές αλλαγές που έχουν συμβεί σε κοινωνικό και κυρίως σε οικονομικό επίπεδο;
«Βεβαίως, παρά τα μύρια όσα προβλήματα αντιμετωπίσαμε και συνεχίζουμε να έχουμε, η τέχνη αφορά τους Πολωνούς, οι οποίοι πλέον αντιδρούν ως παιδιά σε ό,τι νέο συμβαίνει».
Πώς βλέπετε τον εαυτό σας συγκρινόμενο με άλλους πολωνούς συνθέτες, όπως για παράδειγμα ο Γκουρέτσκι;
«Ο Γκουρέτσκι είναι ένας μουσικός που σέβομαι απεριόριστα. Η τέχνη του είναι μοναδική: απλές συνθέσεις με τόσο έντονη εκφραστικότητα. Οπως ακριβώς η ανθρώπινη φωνή. Γι’ αυτόν τον λόγο έχει τέτοια ανταπόκριση η μουσική του. Το κοινό χρειάζεται απλά πράγματα, στα οποία όμως υποβόσκει τρομερή δύναμη. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα στοιχείο στο οποίο οφείλεται η επιτυχία των πολωνών συνθετών και κατά τον ίδιο τρόπο άγγιξα και εγώ το κοινό».
Ποια είναι η διαφορά στη μουσική σας σε σχέση με ό,τι κάνουν οι συνθέτες της κλασικής μουσικής;
«Δεν υπάρχει καμία σχεδόν διαφορά, εκτός από το γεγονός ότι εγώ δεν ονομάζω τα κομμάτια μου με τη συγκεκριμένη ορολογία που συνηθίζουν εκείνοι. Δεν μου αρέσει να αποκαλώ μια σύνθεσή μου, για παράδειγμα, “Κοντσέρτο για βιολί, αλλά να της δίνω όνομα ανάλογα με το συναίσθημα ή τη θεματική που με προκάλεσε για να γράψω το συγκεκριμένο κομμάτι».
Ποιος είναι ο τρόπος που συνθέτετε κάθε φορά;
«Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος και άλλωστε παίζει σημαντικό ρόλο κάθε φορά ο λόγος για τον οποίο συνθέτω. Οταν πρόκειται για τον κινηματογράφο, όπως καταλαβαίνετε, έχω συνεχή επαφή με τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο. Στην περίπτωση όμως που οι συνθέσεις μου αφορούν τη δισκογραφία και μόνο, τότε μου αρκεί να καθήσω μπροστά στο πιάνο και να ακολουθήσω το ένστικτό μου».
Η αγάπη και ο σεβασμός είναι αξίες που αρκετά συχνά βρίσκουμε στη μουσική σας και ιδιαίτερα στο «Requiem for a Friend» το οποίο αφιερώσατε στο φίλο σας Κριστόφ Κισλόφσκι. Μπορείτε να μιλήσετε για αυτό;
«Είναι αρκετά δύσκολο να μιλάω για το έργο αυτό γιατί πρωταρχικά το είχαμε σχεδιάσει μαζί με τον Κισλόφσκι. Πού να ήξερα ότι θα το αφιέρωνα σε αυτόν. Με καθησυχάζει απλώς το γεγονός ότι το αποτέλεσμα είναι πολύ κοντά σε ό,τι είχαμε σκεφθεί. Οσο για τις αξίες που αναφέρατε, πιστεύω πως είναι ό,τι σημαντικότερο για να αναφερθεί κανείς στην τέχνη».
Πώς βλέπετε σήμερα τη συνεργασία σας με τον Κισλόφσκι;
«Είναι από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που έχω κάνει στην καριέρα μου. Ο ιδανικός συνεργάτης, κυρίως όμως ένας πολύ καλός φίλος. Ηξερε πολύ καλά τι ήθελε και εγώ γνώριζα πώς να του το δώσω. Ενας μεγάλος οραματιστής. Θεωρώ τιμή μου τη συνεργασία μαζί του. Ηξερα από την αρχή της συνεργασίας μας ότι κάτι τέτοιο θα μου συνέβαινε μόνο μία φορά στη ζωή μου».
Είναι αρκετά περίεργο το γεγονός ότι παρά την πολύ μεγάλη επιτυχία αλλά και τα βραβεία που έχετε κερδίσει δεν έχετε συνθέσει μουσική για εμπορικές παραγωγές του Χόλιγουντ. Ηταν επιλογή σας;
«Δεν μπορώ να γράψω μουσική για κάτι που δεν με αφορά. Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι πρόκειται για πολλά χρήματα, δεν μπορεί όμως ένα υπέρογκο ποσό να είναι και αυτοσκοπός. Θεωρώ αυτές τις καταστάσεις ανεξέλεγκτες, κανένας δεν ξέρει σε αυτές τις παραγωγές για τι πράγμα μιλάνε, ποιος θα είναι ο σκηνοθέτης, ποιοι θα συμμετέχουν. Παίρνεις τα χρήματα και στη συνέχεια δεν ξέρεις τι να κάνεις εκτός από το περιμένεις την επόμενη παραγγελία. Δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος όμως έτσι σε κανένα επίπεδο».
Ποιος είναι ο καλλιτέχνης που εκτιμάτε στον χώρο;
«Είναι πολλοί, δεν ξέρω αν μπορώ να θυμηθώ καν τα ονόματά τους. Θα έλεγα με σιγουριά το όνομα του Ενιο Μορικόνε. Το πρόβλημα για μένα είναι ότι πολλές σημαντικές μουσικές γράφονται για αδιάφορες ταινίες, μουσικές που τελικά λειτουργούν μόνο έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες».
Είστε ικανοποιημένος από το κοινό σας το οποίο αρέσκεται αναμφίβολα σε πολλά και διαφορετικά ακούσματα, όπως η ροκ, η τζαζ ή η κλασική μουσική;
«Φυσικά, αυτό είναι άλλωστε και το ζητούμενο στη μουσική γενικότερα, να πειραματίζεσαι σε διάφορους χώρους και να είσαι “ανοιχτός” σε προκλήσεις και διαφορετικά ακούσματα. Το ποικίλο κοινό, το οποίο βεβαίως βρίσκεται για κάποιο λόγο στη συναυλία, πιστεύω ότι το θέλει κάθε καλλιτέχνης».
Σκέφτεστε να συνεργαστείτε με κάποιο μουσικό έξω από τον χώρο σας;
«Ναι, πρόκειται σύντομα να ολοκληρώσω μια ιδέα μου με έναν βρετανό ποπ καλλιτέχνη, είναι όμως ακόμη νωρίς για να σας πω».
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Ο Ζμπίγκνιου Πράισνερ εμφανίζεται σήμερα με τον πιανίστα Λέσζεκ Μόζντζερ στην αποθήκη του «Μύλου» της Θεσσαλονίκης και αύριο Δευτέρα αλλά και την Τρίτη στη Χώρα Τεχνών στην Αθήνα, στις 9 μ.μ.



