mpitsi@dolnet.gr


Εχει συμπεριφορά επεκτατικού εισβολέα. Απειλεί με «βιολογική ρύπανση» το θαλάσσιο οικοσύστημα του Αιγαίου, του Σαρωνικού και του Ιονίου πελάγους. Πρόκειται για ένα είδος φύκους με την ονομασία Caulerpa racemosa (Καουλέρπα ρασεμόζα) που «μετανάστευσε» από τροπικές θάλασσες και εξαπλώνεται ραγδαία και ανεξέλεγκτα στους υποθαλάσσιους βιοτόπους της Μεσογείου καλύπτοντας τη χλωρίδα, μειώνοντας την τροφή φυτοφάγων οργανισμών και ψαριών (π.χ. σάλπες) και μεταβάλλοντας τη σύνθεση των βιοτόπων που αποτελούν καταφύγιο για πολλούς θαλάσσιους οργανισμούς! Μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υπάρχει εμπόδιο στην καταστροφική και επεκτατική δράση του καθώς ακόμη και τα φυτοφάγα θαλάσσια είδη, όπως οι αχινοί ή τα γαστερόποδα (σαλιγκαράκια της θάλασσας), δεν μπορούν να την καταναλώσουν λόγω του ότι η Caulerpa racemosa είναι τοξική για τα εγχώρια είδη! Οι επιστήμονες έχουν ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου μπροστά στο ανησυχητικό φαινόμενο που απειλεί πλέον και τις ελληνικές θάλασσες ώστε να διερευνήσουν τη λειτουργία των πληθυσμών του επικίνδυνου μακροφύκους και να προτείνουν μέτρα στην προσπάθεια ανάσχεσης των συνεπειών του.


Την επιστημονική κοινότητα της Μεσογείου έχει απασχολήσει τα τελευταία χρόνια η ραγδαία εξάπλωση «μεταναστών» από άλλα θαλάσσια οικοσυστήματα στις θάλασσες της περιοχής μας και ιδιαίτερα δύο ειδών χλωροφυκών του γένους Caulerpa. Το είδος Caulerpa taxifolia που «διέφυγε» στη Μεσόγειο από ατύχημα στο εκθεσιακό ενυδρείο του Μονακό και το είδους Caulerpa racemosa που φαίνεται να έχει «περάσει» στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα. Το είδος Caulerpa taxifolia δεν έχει αναφερθεί στις ελληνικές ακτές, ενώ εξαπλώνεται ταχύτατα στη Δυτική Μεσόγειο ως τη γειτονική Αδριατική Θάλασσα. Το είδος Caulerpa racemosa έχει βρεθεί σε διάφορες περιοχές τόσο της δυτικής όσο και της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και η εξάπλωσή του πλήττει και τη χώρα μας με όλο και περισσότερους και πιο εκτεταμένους πληθυσμούς σε διάφορες περιοχές του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους.


Αν και το χλωροφύκος αυτό πρωτοαναφέρθηκε στη Μεσόγειο το 1926, σε λιμάνι της Τυνησίας, και αργότερα σε περιοχές όπως το Ισραήλ, η Συρία, η Τουρκία, η εκρηκτική του εξάπλωση διαπιστώθηκε πρόσφατα. Η Caulerpa racemosa αναπτύσσεται με εξαιρετική ευκολία σε όλους τους τύπους θαλασσίων πυθμένων, τόσο αμμωδών όσο και βραχωδών. Το βάθος δε φαίνεται να είναι ένας από τους περιοριστικούς παράγοντες της εξάπλωσης του είδους (η παρουσία του έχει αναφερθεί και σε βάθη μεγαλύτερα των 60 μέτρων), ενώ ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι και η ρύπανση δεν δρα ανασταλτικά σε αυτή.


Η επιβλαβής του δράση εντοπίζεται στο γεγονός ότι αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα καλύπτοντας την υπάρχουσα μεσογειακή χλωρίδα οδηγώντας σε μια πιθανότατα μη αναστρέψιμη καταστροφή της. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι και ένα πολύ μικρό τμήμα του φύκους επαρκεί για την ανάπτυξη ενός νέου πυρήνα εξάπλωσης. Στην επέκτασή του συντελούν τα αλιευτικά εργαλεία, η αγκυροβολία επαγγελματικών σκαφών και σκαφών αναψυχής και τα θαλάσσια ρεύματα.


Επιπρόσθετο ρόλο στη ραγδαία εξάπλωσή του έπαιξε – και παίζει – το γεγονός ότι αν και στις τροπικές θάλασσες έχει θηρευτές, αυτοί απουσιάζουν από το τυπικό μεσογειακό οικοσύστημα. Το είδος αυτό παράγει κάποιες ουσίες οι οποίες είναι τοξικές με αποτέλεσμα να μην καταναλώνονται (ώστε να υπάρξει έλεγχος των πληθυσμών της) από τους επίδοξους μεσογειακούς θηρευτές, όπως είναι οι αχινοί και τα γαστερόποδα. Επιπρόσθετα έχει φανεί σε μελέτες ότι ουσίες που παράγει η Caulerpa επηρεάζουν και διηθηματοφάγους οργανισμούς όπως είναι οι σπόγγοι οι οποίοι νεκρώνονται καθώς η Caulerpa καταστρέφει τους αμυντικούς μηχανισμούς τους.


Εχει βρεθεί με βάση σύγχρονες μελέτες ότι η ανεξέλεγκτη επέκταση και των δύο ειδών – Caulerpa racemosa και Caulerpa taxifolia – έχει πολύ αρνητικές επιπτώσεις στις υπάρχουσες βενθικές βιοκοινότητες (οργανισμοί προσκολλημένοι στον πυθμένα) της Μεσογείου. Παρατηρείται σημαντική μείωση της βιοποικιλότητας και ανατροπή της οικολογικής ισορροπίας του συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιστήμονες στην Ελλάδα (όπως Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Εθνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών – ΕΚΘΕ, Ινστιτούτο Αλιευτικής Ερευνας – ΙΝΑΛΕ, Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης – ΙΘΑΒΙΚ) έχουν εντοπίσει μεγάλη κάλυψη των λειμώνων της Ποσειδωνίας από την Caulerpa racemosa και μεταβολές στη χλωρίδα και πανίδα στο βραχώδες υπόστρωμα θαλασσιών βιοτόπων. Οι Ποσειδωνίες είναι θαλάσσια φανερόγαμα, φυτά που δημιουργούν εκτεταμένα υποθαλάσσια λιβάδια στη Μεσόγειο τα οποία αποτελούν καταφύγιο για πολλούς οργανισμούς, χώρο ωοτοκίας και απόθεσης γόνου αλλά και φυσικό «φράγμα» στη δράση του κυματισμού κ.ά. Ηδη τα λιβάδια της Ποσειδωνίας – χαρακτηρίζονται ως τύπος οικοτόπου προτεραιότητας με βάση την οδηγία 92/43/ΕΟΚ και προστατεύονται από τη Σύμβαση της Βαρκελώνης («Περί προστασίας της Μεσογείου από τη ρύπανση»), Πρωτόκολλο για τις Ειδικά Προστατευόμενες Περιοχές – έχουν αρχίσει να πλήττονται και να καλύπτονται από το επικίνδυνο μακροφύκος.


Τον Μάρτιο του 1998 πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης επιστημονική συνάντηση για τους εισβολείς του γένους Caulerpa στη Μεσόγειο στην οποία συμμετείχαν 53 ειδικοί από διάφορες μεσογειακές χώρες οι οποίοι προειδοποίησαν για την ανάγκη λήψης μέτρων από τις μεσογειακές χώρες. Εκαναν συστάσεις για παρεμπόδιση της χρήσης των ειδών του γένους Caulerpa στα ενυδρεία, για χαρτογράφηση των υπαρχόντων πληθυσμών στη Μεσόγειο, για μελέτη των επιπτώσεων στις πληγείσες περιοχές, για αποφυγή της μεταφοράς των ειδών αυτών από τους χρήστες της θάλασσας σε περιοχές που δεν υπάρχουν, για γρήγορη ενημέρωση των υπευθύνων από τους πολίτες (π.χ. ψαράδες) για την εμφάνιση κάποιων νέων πυρήνων εξάπλωσης κ.ά. Μάλιστα, ο καθηγητής του ΑΠΘ κ. Σάββας Χαριτωνίδης και η κυρία Ευθαλία Λαζαρίδου, δόκτωρ θαλάσσιας βιολογίας (ΕΚΒΥ), παρουσίασαν στο 7ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φυκολογίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο του 2001 μια σημαντική εργασία σχετικά με τα είδη εισβολής και έδωσαν στοιχεία για την εξάπλωση του είδους Caulerpa στην Ελλάδα καλώντας σε εγρήγορση για την αντιμετώπιση της εξάπλωσής του.