Να δηλώσω εξαρχής ότι οι προσωπικές σχέσεις, αντιδικίες και διαμάχες των κκ. Μαρωνίτη και Μπαμπινιώτη καθόλου δε με αφορούν. Με αφορά ωστόσο η ανέρειστη πίστη του κ. Μπ. ότι «επιλέχτηκα» και «επιστρατεύτηκα», περίπου άσχετος, «ανυποψίαστος» και «μικρόψυχος» ων ως κριτής, με αποκλειστικό σκοπό να σχολιάσω αρνητικά και επιθετικά το δημοσιευμένο μέρος της γραμματικής που ο κ. Μπ. σε συνεργασία με τέσσερις άλλους γλωσσολόγους έχει συγγράψει. Τέτοια στρατολόγηση το επιστημονικό μου ήθος (που ο κ. Μπ. φαίνεται να αμφισβητεί) και η επιστημονική μου συνείδηση δε μου την επιτρέπουν.
Στην επιστήμη, στην περίπτωσή μας στη γλωσσολογία, δεν υπάρχουν, όπως είναι γνωστό, στεγανά όπως υποδηλώνεται από τον κ. Μπ. με εκφράσεις του τύπου «γλωσσολόγος της αγγλικής γλώσσας»: ένας ολοκληρωμένος γλωσσολόγος έχει τη δυνατότητα να κρίνει γλωσσικές μελέτες σε διάφορες γλώσσες. Αυτό δεν είναι δυνατό να το αγνοεί ο κ. Μπ. Φαίνεται όμως να αγνοεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των γλωσσολογικών μελετών μου (φωνολογικής, μορφολογικής, συντακτικής, σημασιολογικής – πραγματολογικής απόκλισης) αναφέρεται, σε συγκριτική βάση, σε περιοχές της ελληνικής και της αγγλικής. Δικαίωμά του αναφαίρετο η άγνοια ή η (όχι ηθελημένη ελπίζω) παραποίηση της πραγματικότητας.
Ομολογώ ότι η εξήγηση του κ. Μπ. για την προτίμηση του όρου δομολειτουργικός δε με πείθει: αν πράγματι οι όροι δομή και λειτουργία αποτελούν λέξεις – κλειδιά, θα μπορούσαν να κρατηθούν στον υπότιτλο στην ουσιαστική τους μορφή με κάποια διαφορετική διατύπωση εφόσον βέβαια όντως ενυπάρχουν στο περιεχόμενο του έργου. Η τελευταία αυτή επιφύλαξη δηλώνεται επειδή, προς το παρόν, η γραμματική των κκ. Κλαίρη – Μπαμπινιώτη εστιάζεται σαφώς στη δομική φιλοσοφία.
Συμφωνώ, βέβαια, με τον κ. Μπ. ότι για τη συγγραφή και της απλούστερης ακόμη γραμματικής για σχολική χρήση είναι απαραίτητο το επιστημονικό υπόβαθρο, που οι παρόντες συγγραφείς, ως γλωσσολόγοι, έχουν εξ ορισμού. Γι’ αυτό και δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο μού αποδίδεται (έμμεσα) η μομφή για το αντίθετο. Αυτό που εγώ είπα στην κριτική μου (βλ. «Το Βήμα», 8.6.97) είναι ότι άλλη είναι η δομή, το περιεχόμενο και η διατύπωση μιας γλωσσολογικής (επιστημονικής) γραμματικής και εντελώς διαφορετική εκείνη των χρηστικών πονημάτων για σχολική κυρίως χρήση: τα δύο αυτά είδη έχουν διαφορετική φιλοσοφία, απευθύνονται σε διαφορετικά ακροατήρια και ικανοποιούν διαφορετικές ανάγκες και για τους λόγους αυτούς δεν είναι συμβατά. Οσο για τη θέση μου ότι η γραμματική των κκ. Κλ. – Μπ. δεν έχει τον επικοινωνιακό χαρακτήρα που οι συγγραφείς της διατείνονται ότι έχει, αυτή επαληθεύεται από το υπάρχον δείγμα.
Ειλικρινά ελπίζω ότι η συνέχεια θα δείξει πως κάνω λάθος. Οπως ελπίζω τα πράγματα να αποδείξουν υπερβολική την επιφύλαξή μου ότι η διαφορετική, πρωτότυπη «σύλληψη» οργάνωσης αυτής της γραμματικής («κλιτική ταξινόμηση») σε σχέση με άλλες προγενέστερες θα έχει τα δραματικά ευεργετικά αποτελέσματα στον τρόπο διδασκαλίας της ΝΕ που προσδοκούν οι συγγραφείς της. Φοβούμαι ότι για να συμβεί αυτό οι συγγραφείς θα πρέπει (μεταξύ άλλων) να αναθεωρήσουν τις αρχές τους και να επαναπροσανατολίσουν τις φιλότιμες όσο και φιλόδοξες προσπάθειές τους.
Σε πανάληψη στοιχείων («ασήμαντων λεπτομερειών» και«παρωνυχίδων», όπως χαρακτηρίζονται από τον κ. Μπ.) που έμειναν αναπάντητα δεν είμαι διατεθειμένος να προβώ. Κι αυτό γιατί αρνούμαι να παρακολουθήσω το λεκτικό ύφος του κ. Μπ. σε ορισμένα τουλάχιστον σημεία της απάντησής του (βλ. «Το Βήμα», 27 Ιουλίου 1997) στο δικό μου κριτικό σημείωμα: χαρακτηρισμοί όπως «μη ειδικός», «επιλεγμένος», μέλος «οργανωμένης επίθεσης», «γκρινιάρης», «μίζερος», «φθονερός», «αήθης», κ.ά.τ., που «δεν αντιλαμβάνεται» τι γίνεται στην υπό κρίση γραμματική, που με «σαθρή έως ανύπαρκτη επιχειρηματολογία» «ψάχνει να βρει λάθη», που ασχολείται με «παρωνυχίδες» αντί της ουσίας του έργου, αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση και δεν είναι δυνατό να με αφορούν· γι’ αυτό και επιστρέφονται στην πηγή τους για καταλληλότερη χρήση. Είμαι βέβαιος ότι αν ο κ. Μπ. ξαναδιαβάσει με την απαιτούμενη νηφαλιότητα την κριτική μου της 8ης Ιουνίου θα διαπιστώσει πως ούτε άγονη είναι, ούτε άδικη, ούτε κακοπροαίρετη, ούτε καν αυστηρή. Για λόγους οικονομίας χώρου είναι, όπως και τότε δήλωσα, συνοπτική· είναι όμως συγχρόνως και ενδεικτική της πραγματικότητας.
Να δηλώσω τελειώνοντας ότι πρόθυμα θα συμμετείχα σε καλόπιστο, εποικοδομητικό διάλογο. Δεν είμαι όμως διατεθειμένος να παίξω κανενός το παιγνίδι, δυσφημιστικό ή διαφημιστικό.
Ο κ. Στάθης Ευσταθιάδης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Τμήμα Αγγλικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μέλος του ΔΣ του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.



