Θυμάμαι πολύ καλά ότι το 1983 όταν βρέθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τον τότε υπουργό Εθνικής Οικονομίας κ. Γεράσιμο Αρσένη, επ’ ευκαιρία της συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο τελευταίος, εκνευρισμένος από τη σκληρή κριτική που δεχόταν στην Αθήνα για τις κρατικοποιήσεις και κοινωνικοποιήσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων, μου είχε πει: «Ελα να σου δείξω πώς λειτουργεί εδώ ο καπιταλισμός! Αυτός, μάλιστα, είναι καπιταλισμός με επιχειρηματίες που κερδίζουν αλλά και παίρνουν ρίσκα, με κανόνες ανταγωνισμού. Στην Ελλάδα όμως αυτό που υπάρχει δεν είναι καπιταλισμός. Είναι πειρατεία σε βάρος και των καταναλωτών αλλά και του δημόσιου ταμείου».


Ανεξαρτήτως του αν τα πειράματα του ΠαΣοΚ της εποχής εκείνης κατέληξαν σε μια κυριολεκτική δημοσιονομική καταστροφή, τις συνέπειες της οποίας πληρώνουμε όλοι σήμερα με τις υψηλές δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, ξαναθυμήθηκα αυτή την παλιά δήλωση του κ. Γ. Αρσένη και είπα μέσα μου ότι είχε απόλυτα δίκιο· απόδειξη περίτρανη η προχθεσινή απόφαση του ομοσπονδιακού δικαστή της Ουάσιγκτον κ. Τόμας Τζάκσον να καταδικάσει τη Microsoft, τη μεγαλύτερη βιομηχανία πληροφορικής στον κόσμο, για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Ηταν μια απόφαση που χαιρετίστηκε από τον διεθνή Τύπο, ο οποίος την πρόβαλε σαν απόδειξη τιμής της αμερικανικής Δικαιοσύνης που δεν ορρωδεί ούτε μπροστά στον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου, τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, τον γνωστό κ. Μπιλ Γκέιτς.


Η ιταλική εφημερίδα «Corriere della Sera» χαρακτήρισε την απόφαση αυτή «ορόσημο στην πορεία του αμερικανικού καπιταλισμού», τονίζοντας ότι «επιβεβαιώνει τις αρχές στις οποίες βασίζεται το αμερικανικό σύστημα: οι επιχειρήσεις είναι ελεύθερες να πετύχουν τη μέγιστη τιμή για τους μετόχους τους, καμία όμως δεν μπορεί να αγνοήσει τους κανόνες ανταγωνισμού».


Και ξαναθυμήθηκα ακόμη τα λόγια του κ. Γ. Αρσένη όταν διάβασα στο «Βήμα» (10.11.1999) την κατάθεση του προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού κ. Στ. Αργυρόπουλου στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, από την οποία προέκυψε η τραγική γύμνια και ανικανότητα του κράτους να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων του υγιούς ανταγωνισμού από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, προστατεύοντας έτσι τα συμφέροντα των καταναλωτών αλλά και της εθνικής οικονομίας.


Χωρίς πόρους, χωρίς τεχνικό εξοπλισμό, χωρίς καν υπαλλήλους, η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού περιορίζεται, καθ’ ομολογίαν του προέδρου της, στο να καταγράφει τις καταγγελίες που δέχεται για νόθευση των κανόνων του ανταγωνισμού, ενώ δεν έχει ολοκληρώσει καμία έρευνα από τους αυτεπάγγελτους ελέγχους που έχει διατάξει, αφού χρειάζεται περίπου πέντε χρόνια για να ετοιμάσει τον φάκελο μιας υπόθεσης! ­ και να μην έχει επιβάλει καμία ποινή.


Και όλα αυτά σε μια χώρα όπου από τα σίδερα (ερίζουν τώρα οι αδελφοί Αγγελόπουλοι για μια αμύθητη περιουσία που χτίστηκε πάνω στο μονοπώλιο δεκαετιών της Χαλυβουργικής) ως τα τσιμέντα, από τα γάλατα και τα γιαούρτια ως τα νωπά φρούτα και λαχανικά, λίγες εταιρείες έχουν συστήσει τα πιο αρπακτικά μονοπώλια. Και η γύμνια της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού αποδεικνύει ακριβώς την έλλειψη πολιτικής βούλησης από την πλευρά του κράτους να πατάξει αυτή την ασυδοσία είτε γιατί οι αρμόδιοι υπουργοί παίρνουν απευθείας εντολές από τα μονοπώλια είτε γιατί η ίδια η πολιτεία έχει δώσει το κακό παράδειγμα με τα κρατικά μονοπώλια των ΔΕΚΟ που ληστεύουν επίσης τον καταναλωτή παρέχοντάς του τις χειρότερες δυνατές υπηρεσίες.


Για πολλά μπορεί κανείς να κατηγορήσει την αμερικανική κοινωνία, δεν είναι σωστό όμως να αρνηθεί ότι οι δυνάμεις του ανταγωνισμού λειτουργούν ανεμπόδιστα και το κράτος έχει δημιουργήσει τους θεσμούς που εγγυώνται την αυστηρή τήρηση των κανόνων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η φοροδιαφυγή είναι έγκλημα, ενώ στην Ελλάδα παραμένει σπορ. Το ίδιο και η νοθεία τροφίμων και η εξαπάτηση του κοινού με απατηλή διαφήμιση προϊόντων. Από το 1911 που το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης επέβαλε τη διάσπαση του πετρελαϊκού κολοσσού Standard Oil του Τζον Ροκφέλερ, η αντιμονοπωλιακή πολιτική παραμένει αυστηρή και αδέκαστη. nnikolaou@dolnet.gr