Η δυσλεξία, μια κατάσταση η οποία πλήττει νεαρά παιδιά και χαρακτηρίζεται από δυσχέρεια στην ανάγνωση, στην αντίληψη και στην εκφώνηση γραπτών συμβόλων, έχει γενετική βάση. Αυτό προκύπτει από έρευνες βρετανών επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, οι οποίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Η ανακάλυψη αναμένεται να έχει τεράστιες επιπτώσεις στην αντιμετώπιση των μαθητών οι οποίοι πάσχουν από δυσλεξία και οι οποίοι αποτελούν το 5% ως 10% του συνόλου των μαθητών. Μέχρι πρότινος για πολλούς εκπαιδευτικούς η δυσλεξία δεν υφίστατο παρά στη φαντασία των γονέων, οι οποίοι αγωνιούσαν για την πρόοδο των παιδιών τους. Η απόδειξη της γενετικής βάσης της ασθένειας θα δώσει στους εκπαιδευτικούς την υποστήριξη που χρειάζονται για να δικαιολογήσουν την υιοθέτηση ιδιαίτερων τακτικών διδασκαλίας για ορισμένα παιδιά.
Παρά το γεγονός ότι οι έρευνες δεν έχουν ολοκληρωθεί και οι επιστήμονες, οι καθηγητές Τζον Στέιν και Τόνι Μόνακο, δεν έχουν ανακοινώσει τα αποτελέσματά τους στον επιστημονικό Τύπο, η ανακάλυψη των γονιδίων της δυσλεξίας καθώς και οι λεπτομέρειες της μεθοδολογίας διέρρευσαν στον βρετανικό Τύπο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων, οι ερευνητές αναζήτησαν επιτυχώς τα γονίδια της δυσλεξίας σε 90 δείγματα DNA τα οποία προήλθαν από το αίμα συγγενών (γονέων και παιδιών) που έφεραν την ασθένεια.
Τρία γονίδια φαίνεται να σχετίζονται με τη δυσλεξία, γεγονός που συμφωνεί με αντίστοιχα ευρήματα αμερικανών επιστημόνων. Οι λεπτομέρειες για την ταυτότητα των γονιδίων αυτών καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζουν την ανάγνωση δεν έγιναν γνωστές. Ο καθηγητής Στέιν αρνήθηκε να απαντήσει σε σχετική ερώτησή μας επικαλούμενος το γεγονός ότι οι έρευνες δεν έχουν ολοκληρωθεί και μας παρέπεμψε σε επικείμενη δημοσίευση των μελετών στον επιστημονικό Τύπο.



