Είναι μια ηθοποιός που δεν φοβάται να εκφράσει τις αλήθειες της, που δεν τις στρογγυλεύει, που δεν διστάζει να ομολογήσει ακόμα και τις ρωγμές της. «Κοντράρομαι καθημερινά με τον εαυτό μου» θα πει σε μια αποστροφή του λόγου της. «Άλλες ημέρες, πάλι, συμβιβάζομαι με τον χαρακτήρα μου. Είναι ένας καθημερινός αγώνας να τα βρεις με σένα. Να πάψει να σε καταβάλλει το άγχος. Παλεύω με την κριτική, λοιπόν, που κάνω στον εαυτό μου, αλλά και με την κριτική που δέχομαι από τους άλλους. Αυτή πάντα πονάει, γιατί όλοι θέλουμε να είμαστε αρεστοί. Ναι, υπάρχουν πράγματα που με ταλαιπωρούν. Συνομιλώ με τις φωνές μέσα μου. Με τον εαυτό μου κανονικότατα βρίσκομαι σε διάλογο. Ευτυχώς όχι ακόμα δυνατά, ώστε να το ακούν και οι άλλοι γύρω μου…» προσθέτει με μια δόση αυτοσαρκασμού.

Αναστασία Παντούση, η ηθοποιός με την αλαβάστρινη ομορφιά. Γεννημένη αγοροκόριτσο, ήταν όμως και το παιδί που κάθιζε τη μητέρα της και τον πατέρα της στον καναπέ και μεταμορφωνόταν μπροστά τους σε κάποια άλλη. Μιλάει για τους ρόλους της με πάθος και δεν κρύβει ότι υπάρχουν στιγμές που η άγρια πραγματικότητα την πληγώνει. «Πολλές φορές αναρωτιέμαι εάν αξίζει τελικά να φέρεις ένα παιδί σε αυτόν τον κόσμο που ζούμε» θα ομολογήσει κάποια στιγμή στη διάρκεια της κουβέντας μας. Εφέτος η ίδια πρωταγωνιστεί στην πολυσυζητημένη δραματική σειρά του Mega «Το ναυάγιο», η οποία πρωταγωνιστεί στους πίνακες τηλεθέασης. Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Σπύρου Πετρουλάκη, με το σενάριο να υπογράφει ο Γιώργος Κόκουβας και τη σκηνοθεσία ο Γιάννης Χαριτίδης, η σειρά διαθέτει ένα all star cast ηθοποιών οι οποίοι ζωντανεύουν τους ήρωες μιας ιστορίας που γεννιέται στα παγωμένα νερά του Αιγαίου όταν το πλοίο «Φοίνιξ» στο οποίο επιβαίνουν βυθίζεται. Η μοίρα σημαδεύει τους επιζώντες ανεξίτηλα, σε μια ιστορία για το πένθος, την απώλεια, για τη ζωή που πάντα συνεχίζεται, αλλά και για τον αγώνα για δικαίωση με φόντο μία άλλη Ελλάδα, εκείνη της δεκαετίας του ’60.

Την ίδια στιγμή, στο θέατρο συναντά τον εμβληματικό ρόλο της Κάθριν στο αριστουργηματικό έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι». Το πρώτο πράγμα που αναζητά όταν αναλαμβάνει έναν ρόλο; «Το βλέμμα του. Το πώς κοιτάζει τους άλλους, τον κόσμο» απαντά. Και πράγματι, η Αναστασία Παντούση κρύβει πολλά διαφορετικά βλέμματα μέσα της.

Φωτό: Νίκος Βαρδακαστάνης | Fashion Editor: Αριστείδης Ζώης

Κυρία Παντούση, θα ήθελα να ξεκινήσουµε από το «Ναυάγιο», τη σειρά του Μega που τόσο έχει αγαπηθεί από το κοινό. Τι σας συγκινεί σε αυτή την ιστορία;

Με συγκινεί ότι είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Στο πολύνεκρο ναυάγιο της Φαλκονέρας. Είναι μια ιστορία για ανθρώπους που χάθηκαν άδικα και εμείς παρακολουθούμε τις ζωές αυτών που έμειναν πίσω και αγωνίζονται για τη δικαίωση των νεκρών τους. Δεν μπορώ να σας κρύψω πως, θέλοντας και μη, συνειρμικά η σκέψη μου με οδηγεί σε ό,τι συνέβη στα Τέμπη. Δεν επρόκειτο και εκεί για ένα τραγικό δυστύχημα, αλλά για μια δολοφονία, καθώς κάποιοι δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους, πορεύτηκαν με αυτό το καταστροφικό «δεν πειράζει». Bλέπω αυτές τις ημέρες αυτή τη μητέρα, τη Μαρία Καρυστιανού, που έχασε την 20χρονη κόρη της, να στέκεται περήφανη για να δικαιώσει τις ψυχές που χάθηκαν. Και δεν μπορώ παρά να θαυμάζω το κουράγιο και το σθένος κάθε ανθρώπου που παλεύει για να δικαιώσει τους δικούς του. Αυτό ακριβώς το στοιχείο με συγκινεί και στη δική μας ιστορία.

Θα ήθελα να σας πάω στον χαρακτήρα σας. Την καταλαβαίνετε την Ειρήνη, τη γυναίκα που υποδύεστε;

Δεν την καταλαβαίνω πολύ, αλλά το προσπαθώ. Ήταν ένα κορίτσι με όνειρα, με ελπίδες, με προσδοκίες, που ξεκινούσε μια ζωή με τον άνδρα που λάτρευε. Όταν αυτός χάθηκε στο ναυάγιο, εκείνη έμεινε στο κενό. Είναι εντελώς μπερδεμένη. Συμβιβάζεται με τις αποφάσεις των άλλων, κάνει έναν γάμο για χάρη του πατέρα της με τον Ιπποκράτη (σ.σ.: τον υποδύεται ο Γιάννης Στάνκογλου), έναν άνθρωπο του οποίου αγνοεί τον σκοτεινό χαρακτήρα, λες και είναι τυφλή. Είναι όλα θολά μέσα της, όλα μπερδεμένα. Έχει αφήσει τους άλλους να λειτουργούν για εκείνη. Στην ουσία καμία απόφαση που παίρνει δεν είναι δική της. Η μόνη χαρά στο πένθος της είναι ένα παιδάκι, ο γιος του Ιπποκράτη. Ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσει. Ίσως τα συναισθήματα που έχει αναπτύξει σιγά-σιγά για τον Πέτρο (σ.σ.: τον υποδύεται ο Έκτορας Λιάτσος) τη βγάλουν από αυτόν τον λήθαργο. Γιατί η Ειρήνη παραιτήθηκε από τη ζωή. Ισως εκείνος τής δώσει ένα κίνητρο για να συνεχίσει μέσα από τη δικαίωση που ψάχνει για να τιμωρηθούν όσοι οδήγησαν στο να συμβεί ό,τι συνέβη εκείνο το μοιραίο βράδυ στα νερά του Αιγαίου. Η Ειρήνη χρειάζεται ένα κίνητρο. Γιατί ακόμα και το παιδί που έχει μέσα στα σπλάχνα της δεν την κινητοποιεί. Είναι απλά κάτι που τη συνδέει με τη ζωή που θα μπορούσε να έχει ζήσει με τον άνθρωπο που αγαπούσε προτού εκείνος πνιγεί. Είναι πολύ μπερδεμένη συναισθηματικά. Σκέφτομαι ότι εάν ζούσε στη σύγχρονη εποχή θα χρειαζόταν πολλή δουλειά με ειδικούς ώστε να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια της.

Εσείς έχετε έρθει ποτέ αντιµέτωπη µε ισχυρό πένθος;

Όχι, αλλά έχω ζήσει ως παιδί ένα τραγικό γεγονός, ένα ατύχημα στο οποίο έχασε τη ζωή της η προγιαγιά μου, όταν έγινε μια έκρηξη με γκάζι στο διαμέρισμά της. Λίγα λεπτά μάλιστα προτού αυτό συμβεί βρισκόμουν στο σπίτι της με τα ξαδέλφια μου. Κάπως εμείς σωθήκαμε από θαύμα. Θυμάμαι το εκκωφαντικό «μπαμ», τις φωνές, την αγωνία, τα κλάματα, τους μεγάλους να λένε ότι εμείς τα παιδιά σωθήκαμε την τελευταία στιγμή, αλλά τα έχω και λίγο θολά στο μυαλό μου, σαν κακό όνειρο.

Φωτό: Νίκος Βαρδακαστάνης | Fashion Editor: Αριστείδης Ζώης

Ποια είναι η πιο δύσκολη σκηνή που κληθήκατε να γυρίσετε στη σειρά;

Υπήρχαν αρκετές απαιτητικές τεχνικά σκηνές. Ειδικά αυτές του ναυαγίου του πλοίου. Δεν σας κρύβω ότι ήρθα αντιμέτωπη με φόβους μου. Είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά τη θάλασσα. Σε αυτή τη σειρά, όμως, αντιλήφθηκα ότι καθώς μεγαλώνω οι φόβοι μου μεγαλώνουν και αυτοί. Για παράδειγμα, πριν από μερικά χρόνια με θυμάμαι να κάνω βουτιές από ψηλούς βράχους στη θάλασσα. Στη σειρά υπήρχε μια σκηνή που έπρεπε να πηδήξουμε από έναν βατήρα μαζί με τον Γιώργο Χρυσοστόμου, ο οποίος υποδυόταν τον άνδρα μου, για τις σκηνές του ναυαγίου. Ο βατήρας δεν ήταν δα και τόσο ψηλός. Και ενώ ο Γιώργος έκανε το άλμα χωρίς δυσκολία, εγώ δεν μπορούσα. Έμεινα πίσω, γιατί φοβόμουν. Επίσης οι υποβρύχιες σκηνές με δυσκόλεψαν. Δεν είχα αντοχές να κρατήσω την ανάσα μου όπως παλιά. Παιδευόμουν και αναρωτιόμουν «γιατί, Αναστασία, δεν μπορείς;».

Η συνεργασία σας µε τον Γιάννη Στάνκογλου, ο οποίος υποδύεται τον σκοτεινό Ιπποκράτη, πώς είναι;

Πολύ καλή. Ευτυχώς επικοινωνούμε πολύ καλά. Ο χαρακτήρας μου βρίσκεται εγκλωβισμένος σχεδόν μέσα στο σπίτι αυτού του ανθρώπου, που αρχικά με φιλοξενεί και έπειτα τον παντρεύομαι, αγνοώντας ποιος πραγματικά είναι. Θυμάμαι τον Γιάννη να μου λέει μια μέρα: «Aντε, χαμογέλα και λίγο». ««Tι να χαμογελάσω με όλα αυτά που μου κάνει ο Ιπποκράτης σου!» του είπα. (γέλια)

Το «Ναυάγιο» πηγαίνει εξαιρετικά καλά. Εσείς µπαίνετε στη διαδικασία να παρακολουθήσετε τα νούµερα τηλεθέασης;

Για να είμαι ειλικρινής, ναι, χωρίς να θεωρώ ότι αποτελούν το κριτήριο που αποδεικνύει εάν μια σειρά είναι καλή ή όχι. Μπαίνω στη διαδικασία να τα αναζητήσω γιατί με ενδιαφέρει να δω πώς ανταποκρίνεται ο κόσμος σε κάτι. Τι του αρέσει, δηλαδή, να βλέπει; Ποια ιστορία τον συγκινεί πιο πολύ; Τι του κίνησε το ενδιαφέρον; Γιατί σήμερα ανέβηκε κάτι, ενώ κάτι άλλο έπεσε; Με αφορά αυτό το «κοινωνιολογικό» κομμάτι.

Σήµερα γιατί η νέα γενιά έχει στρέψει την πλάτη της στην τηλεόραση;

Κοιτάξτε, όταν κάποιος κάθε ημέρα τρώει μακαρόνια με κιμά, κάποια στιγμή θα τα βαρεθεί και θα αναζητήσει και άλλα πιάτα. Αυτό συμβαίνει, λοιπόν, γιατί έχουν μπει στη ζωή μας οι συνδρομητικές πλατφόρμες που προσφέρουν πλήθος επιλογών, ενώ δυστυχώς επί το πλείστον η ελληνική τηλεόραση παραμένει άτολμη. Και δεν είναι απαραίτητα πάντα θέμα budget. Φοβάται να ρισκάρει και έτσι πάει σχεδόν πάντα με τη συνταγή του ξαναζεσταμένου φαγητού. Δεν μπορούμε όμως πάντα να πορευόμαστε με τα «σιγουράκια» μας.

«Παλεύω με την κριτική, λοιπόν, που κάνω στον εαυτό μου, αλλά και με την κριτική που δέχομαι από τους άλλους».

Την ίδια στιγµή, στο θέατρο Νέος Ακάδηµος, συναντάτε το αριστούργηµα του Τένεσι Ουίλιαµς «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεµέ, ένα έργο φοβερά επίκαιρο, που θίγει θέµατα όπως η απόκρυψη της αλήθειας, η ανθρωποφαγία, η οµοφυλοφιλία…

Ναι, δυστυχώς είναι τραγικά επίκαιρο. Υποδύομαι την Κάθριν, μια γυναίκα που υπερασπίζεται την αλήθεια της κόντρα σε μια μάνα που δεν θέλει να δει ποιος ήταν ο γιος της. Με συγκινεί η Κάθριν, γιατί με τα χρόνια έχω καταλάβει ότι ο άνθρωπος που λέει μια αλήθεια, όταν το κοινωνικό σύνολο δεν συμφωνεί με αυτή, θα μείνει μόνος του, θα προσπαθήσουν οι υπόλοιποι να τον βγάλουν τρελό. Η Κάθριν είναι γενναία. Παραμένει στη στάση της, ενώ απειλείται να της κάνουν λοβοτομή για να ξεχάσει αυτό που είδε, γιατί μια μάνα θέλει να υπερασπίσει τη φήμη του γιου της. Μέχρι τελευταία στιγμή θα λέει αυτό που πιστεύει, παρά το κόστος. Σήμερα τέτοιοι άνθρωποι έχουν εκλείψει. Υπάρχει μια φοβερή φράση μέσα στο έργο. Λέει η κυρία Βέναμπλ ότι όταν ο γιος της πήγε διακοπές με την Κάθριν, τον χαρακτήρα μου δηλαδή, κάτι είχε σπάσει μέσα του. «Ναι, κάτι έσπασε, η κλωστή με τα μαργαριτάρια, κάτι σαν ομφάλιος λώρος που εσείς οι μάνες δένετε τους γιους σας ακόμα και μετά τη γέννα» της κραυγάζει η Κάθριν. Για εμένα από εκεί όλα ξεκινούν, λοιπόν, από το σπίτι. Στη σκηνή ξεδιπλώνεται μια τρομερή σχέση μάνας-παιδιού, ενώ ο γιος, ο Σεμπάστιαν, είναι απών, έχει πεθάνει. Μητέρα και γιος χειραγωγούσαν ο ένας τον άλλον. Οι δύο τους ήταν σαν να έζησαν έναν πλατωνικό έρωτα. Γι’ αυτό η κυρία Βέναμπλ μισεί την Κάθριν. Γιατί είδε μια άλλη γυναίκα να μπαίνει στη ζωή του γιου της. Και την πειράζει που επρόκειτο για γυναίκα, γιατί με τους εραστές του Σεμπάστιαν δεν είχε πρόβλημα. Καμία μάνα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κατάματα την αλήθεια για το παιδί της και αυτό οδήγησε τη Βέναμπλ να προσπαθεί να παραποιήσει την αλήθεια, βγάζοντας τη Κάθριν τρελή.

Τι άλλο σάς συγκινεί σε αυτό το έργο;

Ότι μιλάει κυρίως για τον κανιβαλισμό των ανθρώπινων σχέσεων. Αναρωτιόμουν τελικά εάν όντως οι άνθρωποι κατασπάραξαν τον Σεμπάστιαν στο έργο, εάν τον έφαγαν ζωντανό. Και νομίζω ότι το έκαναν. Γιατί αυτά είναι τα ένστικτά μας. Κανιβαλισμός άλλωστε δεν ήταν όταν το πλήρωμα ενός πλοίου έσπρωξε τον Αντώνη στο λιμάνι του Πειραιά και πνίγηκε αβοήθητος μπροστά στα μάτια τους; Προσωπικά, με συγκλονίζει μια φράση της Κάθριν: «Όλοι χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλον και αυτό το ονομάζουμε αγάπη. Όταν πλέον δεν έχουμε τη δύναμη να χρησιμοποιήσει ο ένας τον άλλον, αυτό είναι το μίσος».

Φωτό: Νίκος Βαρδακαστάνης | Fashion Editor: Αριστείδης Ζώης

Το να βρίσκεστε µε τη Φιλαρέτη Κοµνηνού επί σκηνής πώς είναι;

Τιμή. Η κυρία Κομνηνού δεν ανοίγεται εύκολα. Θα κρατήσει αρχικά την απόσταση. Ξέρει να κρατάει τους τύπους, εάν θέλετε, και νομίζω ξέρει πότε θα είναι η στιγμή που θα σου ανοιχτεί, εάν σου ανοιχτεί. Εγώ είχα μια τέτοια στιγμή μαζί της στις πρόβες, όταν ήρθε και με αγκάλιασε και μου έδωσε κουράγιο σε ένα σημείο που το είχα πολύ ανάγκη. Και ύστερα υπάρχει ένα μοίρασμα στη σκηνή. Υπάρχουν βραδιές που θα σου δώσει ένα άλλο βλέμμα, θα σε ιντριγκάρει να φτάσετε και κάπου αλλού μαζί. Είναι δοτική. Δεν παίζει μόνη της. Δεν παίζει για τον εαυτό της, και αυτό συμβαίνει με όλη την ομάδα των ηθοποιών της παράστασης, τον Δημήτρη Τσίκλη, τον Πάρη Λεόντιο και τη Λίλλυ Μελεμέ, τη σκηνοθέτριά μας που παίζει και στην παράσταση. Τι πρόκληση και αυτή! Να έχεις κάθε βράδυ τον σκηνοθέτη σου να σε κοιτά πώς παίζεις! Μα είναι τόσο ωραία καλλιτέχνιδα η Λίλλυ, τόσο καθαρή ψυχή.

Πρόκειται για ένα έργο που θίγει το ζήτηµα της οµοφυλοφιλίας. Πώς είδατε τον διχασµό της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον νόµο για τον γάµο και την τεκνοθεσία στα οµόφυλα ζευγάρια;

«Αστείο. Είναι δυνατόν να συζητάμε για κάτι που στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες συμβαίνει εδώ και χρόνια; Από τη μία θέλουμε να είμαστε Ευρώπη, από την άλλη θέλουμε να παραμείνουμε «το Ελλάδα». Μπορώ φυσικά να καταλάβω σε έναν βαθμό τις παλαιότερες γενιές που κρύβουν μέσα τους έναν συντηρητισμό. Πιστεύω όμως ότι ένας υγιής ψυχικά, έστω συντηρητικός, άνθρωπος δεν θα πετροβολήσει μια οικογένεια που είναι διαφορετική από εκείνον. Μόνο κάποιος που κρύβει μίσος θα το κάνει».

Θέατρο και τηλεόραση. Για την Αναστασία έχετε χρόνο;

Υπάρχουν ημέρες που δεν προλαβαίνω ούτε να ξεβαφτώ για να πέσω στο κρεβάτι. Περνάω μια φάση που εάν έχω χρόνο το μόνο που θέλω είναι να κάτσω σπίτι. Δεν έχω την αγωνία να βγω έξω. Κάτι που με ηρεμεί είναι τα ταξίδια, αλλά δεν έχω την πολυτέλεια να κάνω πολλά. Οποτε όμως βρίσκω ευκαιρία, φεύγω….

Το οµορφότερο ταξίδι που έχετε κάνει;

Ήταν το τελευταίο που έκανα, στη Νορμανδία, με τον σύντροφό μου. Βρεθήκαμε σε ένα μονοπάτι, χαθήκαμε σε κάτι γκρεμούς, δίπλα μας έτρεχαν άγρια άλογα, ελεύθερα, ενώ από τον ουρανό άκουγες τις φωνές των γλάρων. Ήταν μία από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου.

Τον έρωτα όσο µεγαλώνετε τον αποµυθοποιείτε;

Όχι. Είναι ένα συναίσθημα μη εξηγήσιμο, μη ελέγξιμο. Σε μεταμορφώνει. Εγώ με τον έρωτα έχω δει να γίνομαι μια άλλη.

Στο «για πάντα» πιστεύετε;

Και ναι και όχι. Έχω μια δική μου θεωρία. Έστω δύο όντα αγαπήθηκαν και στο τέλος δεν τα βρήκαν, οι στιγμές όμως που μοιράστηκαν θα είναι εκεί για πάντα, όσο θα ζουν σε αυτή τη Γη, γιατί συνέβησαν…

Καταλαβαίνω ότι δεν διαγράφετε εύκολα το παρελθόν σας…

Όχι. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Η πρώτη μεγάλη ψυχική μου απογοήτευση δεν ήταν με το άλλο φύλο, δεν ήταν ερωτικής φύσεως. Προήλθε από την καλύτερή μου φίλη. Την ένιωθα σαν αδελφή μου, έλεγα θα είμαστε για πάντα μαζί. Ξαφνικά, χωρίς να υπάρχει αιτία, χωρίς να μαλώσουμε, απομακρυνθήκαμε. Ένιωσα ότι προδόθηκα. Δεν υπήρχε επικοινωνία. Έκανα να το ξεπεράσω δύο χρόνια, θυμάμαι. Κάποια στιγμή, ύστερα από πολύ καιρό, την είδα τυχαία στον δρόμο. Σταματήσαμε και πήραμε η μία την άλλη μια αγκαλιά. Συγκινηθήκαμε πολύ. Μπορεί να περάσαμε ό,τι περάσαμε, μπορεί να απομακρυνθήκαμε, αλλά ό,τι ζήσαμε θα υπάρχει για πάντα. Θα είναι πάντα εκεί, μέσα μας….

INFO

«Το ναυάγιο»: Κυριακή με Τετάρτη, στις 22.50, στο Mega.