Ούτε στο ποδόσφαιρο γυναικών αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης η Αγγλία. Αν η κατάταξη της Deloitte για τις ομάδες ανδρών αποτυπώνει εδώ και χρόνια την οικονομική υπεροχή της Premier League, η αντίστοιχη κατάταξη για το ποδόσφαιρο γυναικών επιβεβαιώνει ότι το χάσμα δεν είναι συγκυριακό, αλλά δομικό. Και μάλιστα, σε έναν κλάδο που ακόμη χτίζεται.
Η ειδική έκδοση της Deloitte για το γυναικείο ποδόσφαιρο δείχνει ξεκάθαρα την κλίμακα: τα συνολικά έσοδα των 15 κορυφαίων ευρωπαϊκών συλλόγων φτάνουν μόλις τα 158 εκατ. ευρώ για τη σεζόν 2024-25, έναντι 10,7 δισ. στο ανδρικό ποδόσφαιρο.
Η σύγκριση με τους άνδρες δεν έχει νόημα. Αυτό που έχει σημασία είναι η κατανομή της ισχύος μέσα στο ίδιο το οικοσύστημα των γυναικείων συλλόγων. Εκεί, στην κορυφή βρίσκονται η Άρσεναλ με 25,6 εκατ. ευρώ, η Τσέλσι με 25,4 και η Μπαρτσελόνα με 22. Οι τρεις αυτές ομάδες λειτουργούν σε άλλο επίπεδο: τα έσοδά τους είναι κατά μέσο όρο 250% υψηλότερα από εκείνα των υπόλοιπων συλλόγων της πρώτης δεκαπεντάδας.
Η επιτυχία της Αγγλίας δεν είναι τυχαία. Η Άρσεναλ, για παράδειγμα, έχει επενδύσει συστηματικά στη γνώση του κοινού της, αξιοποιώντας δεδομένα για να κατανοήσει συμπεριφορές και να ενισχύσει τη σχέση με τους φιλάθλους. Την περσινή σεζόν κατέγραψε πέντε αγώνες με προσέλευση άνω των 35.000 θεατών, ενώ τα έσοδα από το γήπεδο ανήλθαν σε 7 εκατ. ευρώ. Το μοντέλο τιμολόγησης, με πολλαπλά επίπεδα εισιτηρίων, ενθαρρύνει τη σταθερή παρακολούθηση και όχι τη συγκυριακή παρουσία.
Στο ίδιο πρωτάθλημα, αλλά με διαφορετική φιλοσοφία, κινείται η Τσέλσι. Είναι ο σύλλογος με τα υψηλότερα εμπορικά έσοδα (19 εκατ. ευρώ), χάρη σε αποκλειστικές συνεργασίες με μεγάλα brands. Σε αντίθεση με την Άρσεναλ, η Τσέλσι έχει επιλέξει να λειτουργεί η γυναικεία ομάδα ως περισσότερο αυτόνομη οντότητα από την ανδρική, με σαφή μηχανισμό αποτίμησης της αξίας και των δύο. Δύο διαφορετικά μοντέλα, ίδια κατάληξη: οικονομική κυριαρχία.
Οι επενδύσεις
Το αγγλικό προβάδισμα αποτυπώνεται και σε επίπεδο επενδύσεων. Το 2024, ο επιχειρηματίας της τεχνολογίας και σύζυγος της Σερένα Γουίλιαμς, Αλέξις Οχάνιαν, απέκτησε το 10% της Τσέλσι, αποτιμώντας τον σύλλογο στα 200 εκατ. στερλίνες. Ένα νούμερο που πριν λίγα χρόνια θα έμοιαζε εξωπραγματικό για το γυναικείο ποδόσφαιρο.
Σε επίπεδο εσόδων, η εικόνα είναι σαφής: το 72% του τζίρου των 15 κορυφαίων συλλόγων προέρχεται από εμπορικές δραστηριότητες. Τα τηλεοπτικά δικαιώματα παραμένουν χαμηλά, με μέσο όρο μόλις 1,3 εκατ. ευρώ ανά σύλλογο. Ακόμη και η ιστορική συμφωνία της UEFA με την Disney+ για τη μετάδοση του Champions League γυναικών σε όλη την Ευρώπη, ύψους 12 εκατ. ευρώ ετησίως, περισσότερο αναδεικνύει το περιθώριο ανάπτυξης παρά λύνει το πρόβλημα.
Η γενική αίσθηση είναι ότι το γυναικείο ποδόσφαιρο θυμίζει startup: τα μεγέθη αυξάνονται, η δυναμική είναι θετική, αλλά η αγορά δεν έχει ακόμη ωριμάσει. Η Deloitte προειδοποιεί ότι η απλή αντιγραφή των ανδρικών δομών δεν αποτελεί απαραίτητα τη βέλτιστη λύση. Αντίθετα, απαιτούνται στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, επιστημονική έρευνα για τις αθλήτριες και σαφής στρατηγική.
Δεν είναι τυχαίο ότι, ακολουθώντας το αγγλικό παράδειγμα, και η Γερμανία αποφάσισε να δημιουργήσει ανεξάρτητο φορέα για τη διαχείριση του γυναικείου πρωταθλήματος.
Παράλληλα, το μεταγραφικό παζάρι εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς. Οι διεθνείς μεταγραφές έχουν υπερδιπλασιαστεί από το 2021, ξεπερνώντας τις 1.100 σε μία μόνο θερινή περίοδο, ενώ η συνολική δαπάνη αυξήθηκε κατά 150% μεταξύ 2023 και 2024. Ωστόσο, η αγορά παραμένει ανώριμη και η ισχύς παραμένει συγκεντρωμένη, με πέντε χώρες – κυρίως ΗΠΑ και Αγγλία – να κυριαρχούν στις μεγάλες συναλλαγές.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το γυναικείο ποδόσφαιρο μπαίνει σε φάση μετάβασης. Η ανάπτυξη δεν αρκεί, πλέον απαιτείται εδραίωση. Και σε αυτό το νέο στάδιο, όσοι επενδύσουν εγκαίρως σε ακαδημίες, δομές και μακροπρόθεσμα προγράμματα ανάπτυξης θα είναι εκείνοι που θα μετατρέψουν το αγωνιστικό πλεονέκτημα σε οικονομική βιωσιμότητα. Μέχρι τότε, η Αγγλία θα παραμένει – σε όλα τα επίπεδα – σε άλλον πλανήτη.



