Στην Ελλάδα έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με το νερό: Ή μας πνίγει ή μας λείπει. «Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος» όπως εξηγούν οι επιστήμονες. Μια φράση που κάποιοι θα χαρακτήριζαν κλισέ, ωστόσο περιγράφει απόλυτα την πραγματικότητα, ειδικά στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί όπου μια δυνατή νεροποντή μπορεί να φέρει την καταστροφή μέσα σε λίγα λεπτά ενώ, μήνες αργότερα, με την άφιξη των τουριστών, ο ίδιος τόπος διψά μέχρι εξαντλήσεως.

Στον άνυδρο νησιωτικό χώρο της Ελλάδας το νερό εμφανίζεται τις υγρές περιόδους του έτους ως απειλή και τις ξηρές ως σπάνιος πόρος. Μέσα σε αυτό το αντιφατικό τοπίο, η αναζήτηση υδατικής ισορροπίας καθίσταται κρίσιμο ζητούμενο. Δηλαδή αντί να χάνουμε το νερό όταν το έχουμε και να το ψάχνουμε απεγνωσμένα όταν δεν το έχουμε, να κρατάμε τα όμβρια ύδατα για τις δύσκολες μέρες.

Σε αυτό το πλαίσιο, τον επόμενο μήνα ξεκινά μια νέα ερευνητική προσπάθεια σε επτά νησιά του Αιγαίου, με στόχο να δοκιμαστεί στην πράξη αυτή η λογική. Αλλωστε η κουλτούρα της εξοικονόμησης υδάτων ήταν διαδεδομένη στο Αιγαίο εδώ και αιώνες, αλλά ξεχάστηκε. Δεν αρκεί όμως να αναβιώσει. Απαιτείται η προσαρμογή της στις νέες απαιτήσεις που διαμορφώνει ο υπερτουρισμός.

Ερευνα σε επτά νησιά

Το δυναμικό του Εργαστηρίου ASSIST (Ανάλυση και Διαχείριση Ανθρωπογενών και Φυσικών Καταστροφών) και της έδρας της UNESCO για τα Παρόχθια, Παράκτια και Δελταϊκά Οικοσυστήματα που εδρεύουν στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, σε συνεργασία με ακαδημαϊκούς και επιστήμονες από άλλα ιδρύματα της χώρας, επιχειρούν να διερευνήσουν τις δυνατότητες επίτευξης μιας υδατικής ισορροπίας στο Αιγαίο. Η προσπάθεια, με επικεφαλής τον καθηγητή Διευθέτησης Υδάτων και διευθυντή της έδρας UNESCO Δημήτρη Εμμανουλούδη, εντάσσεται στο πλαίσιο ερευνητικού έργου που έχει ανατεθεί από τη Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και επικεντρώνεται σε μια ομάδα επτά νησιών, που εκτείνονται από τα βόρεια τμήματα του Αιγαίου έως το ύψος της Κρήτης. Πρόκειται για τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τη Σίφνο, τη Σέριφο, το Αγαθονήσι, την Αμοργό και την Κάσο.

Η περίπτωση των Φούρνων

Μια πρώτη απάντηση έχει ήδη δοθεί. Η πιλοτική περίπτωση των Φούρνων Κορσεών Ικαρίας, που μελετήθηκε από την ίδια επιστημονική ομάδα πριν από δύο χρόνια, έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα και είναι εκείνη που άνοιξε τον δρόμο για να εξεταστεί η επίτευξη υδατικής ισορροπίας και στα επτά νησιά που βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο της νέας έρευνας. Στους Φούρνους, οι υπολογισμοί έδειξαν ότι σχετικά απλές παρεμβάσεις μπορούν να κάνουν τη διαφορά.

Με την κατασκευή δέκα ομβροπλατειών – τσιμεντένιων επιφανειών που προσαρμόζονται σε πλαγιές, συλλέγουν το νερό της βροχής και το διοχετεύουν σε υπόγειες δεξαμενές – και πέντε μικρών βαθμιδωτών φραγμάτων, ύψους έως τριών μέτρων, μπορεί να εξασφαλιστεί σημαντική ποσότητα νερού, χωρίς περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Νερό που, χωρίς τα συγκεκριμένα έργα, θα κατέληγε ανεξέλεγκτα στον οικισμό προκαλώντας πλημμύρες, ενώ στην πραγματικότητα επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες κατοίκων και επισκεπτών κατά τη θερινή περίοδο.  Ως δεύτερη εναλλακτική λύση έχει προταθεί η κατασκευή ενός φράγματος ταμιευτήρα ύψους 25 μέτρων, το οποίο θα μπορούσε να συγκεντρώσει έως και 300.000 κυβικά μέτρα νερού, ποσότητα ικανή να καλύψει τις ανάγκες των κατοίκων για σχεδόν δύο χρόνια. Το επόμενο διάστημα αναμένεται η έγκριση του σχετικού κονδυλίου για τα έργα στους Φούρνους από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης το οποίο μπορεί να προέλθει από ευρωπαϊκούς πόρους (π.χ. το Ταμείο Απανθρακοποίησης) ή ακόμη και από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Το ύψος του θα καθορίσει και τη λύση που τελικά θα προκριθεί.

Η ταμίευση και οι ανάγκες

Πάντως, με την εμπειρία των Φούρνων και με τη βοήθεια δύο σύγχρονων ερευνητικών εργαλείων οι επιστήμονες επιχειρούν να προσεγγίσουν το ίδιο δύσκολο «στοίχημα» στα επτά νησιά του Αιγαίου. «Το πρώτο καινοτόμο εργαλείο υποδεικνύει τις μεθόδους αντιμετώπισης πλημμυρικού κινδύνου, μέσω εγκατάστασης αντιπλημμυρικών έργων, τα οποία οδηγούν σε ταμίευση πλεονάζοντος νερού. Το δεύτερο σχετίζεται με την εκτίμηση της ζήτησης και των αναγκών νερού για διάφορα κλιματικά σενάρια, σε συγκεκριμένες νησιωτικές περιοχές, στο παρόν αλλά και σε βάθος δεκαετίας. Ετσι, γίνεται προσπάθεια να κερδηθεί το δύσκολο στοίχημα της επίτευξης υδατικής ισορροπίας στα επτά νησιά, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση υπόψη πάσης φύσεως ιδιαιτερότητες – κοινωνικές, πληθυσμιακές, γεωμορφολογικές κ.λπ. – καθενός εξ αυτών» αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» ο κ. Εμμανουλούδης, επισημαίνοντας ότι αυτή η υδατική ισορροπία πρέπει να αποτελέσει το νέο δόγμα διαχείρισης υδατικών πόρων στη χώρα «με το πλεονασματικό νερό των πλημμυρών να μετατρέπεται από απειλή για τις ζωές σε τροφοδότη».

Ολα τα έργα θα είναι καθορισμένα σε αριθμό και θέση και θα είναι διαστασιολογημένα με τέτοιον τρόπο ώστε οι απαιτούμενες ποσότητες νερού ακόμα και σε συνθήκες πίεσης το θέρος να προσφέρονται από τα υδατικά διαθέσιμα που έχουν αποταμιευτεί τον χειμώνα. Γιατί όμως εμφανίζεται στον νησιωτικό χώρο του Αιγαίου αυτή η υδατική ανισορροπία, δηλαδή πλημμύρες και λειψυδρίες και μάλιστα στις πιο ακραίες τους μορφές;

Παράγοντες λειψυδρίας

«Η ανυπαρξία υψηλής βλάστησης στα περισσότερα από αυτά, οι μεγάλες κλίσεις του εδάφους και των κοιτών των χειμάρρων εξαιτίας του ανάγλυφού τους και οι μικρές διαδρομές του νερού από την κορυφή των βουνών μέχρι τη θάλασσα, σε συνδυασμό με τις σύντομες μεν αλλά ραγδαίες βροχοπτώσεις εξαιτίας της έντονης εξάτμισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, είναι οι βασικές αιτίες δημιουργίας αιφνίδιων πλημμυρών (flash floods) οι οποίες είναι γνωστές για τον καταστροφικό τους χαρακτήρα, ιδιαίτερα σε άναρχα και πυκνά δομημένους οικισμούς» εξηγεί ο καθηγητής.

Από την άλλη μεριά, μια σειρά από παράγοντες, όπως το μικρό ύψος ετήσιων βροχοπτώσεων (250-400 χιλιοστά), οι υψηλές θερμοκρασίες κατά το θέρος, οι απώλειες των δικτύων μεταφοράς και διανομής του νερού που φτάνουν σε αρκετά νησιά του Αιγαίου έως και το 60%, αλλά κυρίως η δραματική αύξηση του πληθυσμού τους κατά την τουριστική περίοδο (15-20 φορές, ενίοτε και περισσότερο) οδηγούν, όπως επισημαίνει ο κ. Εμμανουλούδης, στην εμφάνιση ακραίας λειψυδρίας. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, η επίτευξη υδατικής ισορροπίας φαίνεται να είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση.