Είναι ο χειρότερος μαθητής. Αντιδρά άσχημα στη δασκάλα, δεν έχει καλές σχέσεις με τους συμμαθητές του, οι βαθμοί του… κατρακυλούν ασταμάτητα. Συνεχώς παραπονιέται για πονοκεφάλους και όλοι πιστεύουν ότι βρίσκει ευκαιρία για να κάνει κοπάνα. Πάει ακόμη μόνο δημοτικό και του έχει ήδη μπει η «ταμπέλα» του «καπετάν φασαρία».
Κανένας όμως στην τάξη, όπου είναι δακτυλοδεικτούμενος, δεν ξέρει ότι γυρνά κάθε ημέρα σε ένα σπίτι όπου έχει να σηκώσει στους μικρούς ώμους του τους ατελείωτους τσακωμούς των γονιών του. Ενα σπίτι που τον κάνει να βρίσκεται σε μόνιμη κατάσταση στρες. Είναι ο χειρότερος μαθητής γιατί έχει στρες. Αντιδρά άσχημα γιατί έχει στρες.
Και πράγματι πονά το κεφάλι του καθημερινά διότι έχει στρες. Τελικά, χωρίς να το γνωρίζει – είναι άλλωστε μόνο ένα παιδί – και χωρίς να φταίει θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη μελλοντική σωματική και ψυχική υγεία του. Το μέλλον του υποθηκεύεται επειδή έχει συνεχώς στρες.
Στη θέση του φανταστικού (αλλά τόσο πραγματικού) ήρωα αυτής της ιστορίας της οποίας υπάρχουν πολλές παραλλαγές (μια απώλεια, ένα διαζύγιο, η σχολική πίεση, η οικονομική πίεση στην οικογένεια, πιο πρόσφατα η πανδημική συνθήκη της COVID-19 κ.ά.) βρίσκονται εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα στοιχεία δείχνουν πως σε παγκόσμιο επίπεδο περίπου 1 στα 7 παιδιά και έφηβοι ηλικίας 10-19 ετών εμφανίζουν κάποιου είδους ψυχική διαταραχή της οποίας «κλειδί» αποτελεί το χρόνιο στρες, ενώ παράλληλα σχεδόν το 50% των εφήβων αναφέρει ότι έχει καθημερινά στρεσογόνες σκέψεις.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι σύμφωνα με δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), το 63% των δεκαπεντάχρονων κοριτσιών και το 43% των αγοριών ίδιας ηλικίας αναφέρουν ότι αισθάνονται πολύ μεγάλη πίεση εξαιτίας του σχολείου.
Ωρολογιακή βόμβα
Ολη αυτή η πίεση και το συνεχές στρες μετατρέπονται σε ωρολογιακή βόμβα που απειλεί την υγεία τους – ψυχική και σωματική – ακόμη και δεκαετίες αργότερα, όπως δείχνει μια νέα μελέτη η οποία αποτελεί την πιο αναλυτική ανασκόπηση προηγούμενων ερευνών που έχει διεξαχθεί ως σήμερα σχετικά με το στρες των παιδιών και τις μακροπρόθεσμες συνέπειές του στην υγεία.
Η μετα-ανάλυση που διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο (UCSF), και η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό «Annual Review of Psychology», βασίστηκε σε 153 διαφορετικές πηγές που κάλυπταν μια περίοδο 75 ετών.
Η ενδελεχής «σάρωση» των υπαρχόντων στοιχείων αποκάλυψε ότι το στρες που μπορεί κάποιος να βιώνει πριν καν τη γέννησή του (ναι, ακόμη και μέσα στη μήτρα) ως και την εφηβεία του μπορεί να έχει μεγάλο κόστος σε ό,τι αφορά την υγεία του, συμβάλλοντας, μεταξύ άλλων, στο άσθμα, την παχυσαρκία, τις καρδιοπάθειες, τους καρκίνους, τα γνωστικά προβλήματα, τις ψυχικές διαταραχές.
Οπως εξήγησε στο ΒΗΜΑ-Science η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, καθηγήτρια Ψυχιατρικής και Παιδιατρικής του UCSF δρ Νίκι Μπους «το στρες αποτελεί μια οικουμενική ανθρώπινη εμπειρία – ιστορικά το ανθρώπινο είδος καλείται να βιώσει στρες εξαιτίας πολέμων, λιμών, γενοκτονιών, πανδημιών, κλιματικών γεγονότων αλλά και σε ατομικό επίπεδο εξαιτίας προσωπικών και οικογενειακών παραγόντων όπως η ενδοοικογενειακή βία, η οικονομική αστάθεια, το διαζύγιο.
Η εξέλιξη μας “εφοδίασε” με ένα σετ σημαντικών γνωστικών, σωματικών και συμπεριφορικών αποκρίσεων που δρουν συνεργικά προκειμένου να βελτιστοποιείται η προσαρμογή στις απειλές, να εξασφαλίζεται η επιβίωση και να διευκολύνεται η συνέχιση του είδους μέσω της μεταφοράς γονιδίων από γενιά σε γενιά.
Ωστόσο αυτός ο μηχανισμός δεν λειτουργεί πάντα “ρολόι” και έχουμε ήδη κατανοήσει ότι το στρες μπορεί να γίνει τοξικό και να έχει αντίκτυπο στην υγεία. Παρότι στοιχεία δείχνουν πως το στρες μπορεί να επηρεάζει τον άνθρωπο ήδη από την εμβρυϊκή ζωή του, οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονται στους ενηλίκους. Το παιδικό στρες συχνά περνά κάτω από το ραντάρ».
Και εκεί, «κάτω από το ραντάρ», το παιδικό στρες προκαλεί πολλαπλές βλάβες, πλήττοντας πολλούς στόχους ταυτοχρόνως. «Πλήττει την ψυχική και σωματική υγεία, τη μάθηση και την προσοχή, τη συμπεριφορά, τις ακαδημαϊκές και κοινωνικές δεξιότητες, συνδέεται ακόμη και με την εμπλοκή του ατόμου με τη Δικαιοσύνη.
Ωστόσο μέχρι σήμερα οι αρνητικές επιδράσεις του συχνά εξετάζονται μεμονωμένα και όχι συνδυαστικά, όπως θα έπρεπε» επεσήμανε η καθηγήτρια Μπους και προσέθεσε με έμφαση: «Δεν πρέπει να περιμένουμε να εμφανίσουν οι ενήλικοι καρδιοπάθεια ή καρκίνο, δεν πρέπει να περιμένουμε να καταλήξουν στη φυλακή ή στους δρόμους προκειμένου να αναρωτηθούμε αν το στρες στην παιδική ηλικία τους επηρέασε την πορεία τους. Μπορούμε να δούμε την επίδραση του στρες στα παιδιά εδώ και τώρα και τα στοιχεία δείχνουν πως σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να παρέμβουμε άμεσα για να προλάβουμε νόσους που θα εμφανιστούν στο μέλλον».
Πολλαπλά πλήγματα
Πώς όμως επέρχονται τα πλήγματα του στρες στον παιδικό οργανισμό; Οι μελέτες που εξέτασαν οι ερευνητές του UCSF αποκαλύπτουν πολλούς και διαφορετικούς μηχανισμούς. Για παράδειγμα, από μελέτες που βασίστηκαν σε δομική μαγνητική τομογραφία (sMRI), η οποία μετρά το μέγεθος, το σχήμα και τον όγκο των εγκεφαλικών δομών, προέκυψε ότι το στρες στην παιδική ηλικία σχετίζεται με μικρότερο όγκο της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου, ιδίως στην αμυγδαλή, τον μέσο προμετωπιαίο φλοιό και τον ιππόκαμπο – ο μικρότερος όγκος φαιάς ουσίας σε αυτές τις περιοχές συνδέεται με μειωμένη γνωστική λειτουργία, με προβλήματα μνήμης αλλά και με αυξημένο κίνδυνο νευροεκφυλιστικών νόσων.
Καθοριστικός σε ό,τι αφορά την επίδραση του στρες στον παιδικό οργανισμό φαίνεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της μετα-ανάλυσης, ότι είναι και ο άξονας υποθαλάμου – υπόφυσης – επινεφριδίων (το κεντρικό νευροενδοκρινικό σύστημα που ρυθμίζει όχι μόνο τις αντιδράσεις στο στρες αλλά και τη διατήρηση της ομοιόστασης του οργανισμού, την πέψη, το ανοσοποιητικό σύστημα, τη διάθεση και τη σεξουαλική επιθυμία). Ο άξονας αυτός ενεργοποιείται σε συνθήκες στρες, οδηγώντας στην έκκριση της ορμόνης κορτιζόλης από τα επινεφρίδια.
Οι έφηβοι με άγχος ή κατάθλιψη περνούν περισσότερο χρόνο στα social media
Η ανάλυση 129 διαφορετικών μελετών έδειξε ότι η έκθεση παιδιών 0-17 ετών σε παράγοντες που πυροδοτούν στρες σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα αλλά και στα μαλλιά καθώς και σε πτώση της απόκρισης στο οξύ στρες.
Το στρες επηρεάζει και το αυτόνομο νευρικό σύστημα το οποίο νευρώνει τα περισσότερα όργανα και συντονίζει την απόκριση σε στρεσογόνους παράγοντες. Από την ανάλυση προέκυψε ότι το στρες επηρεάζει τον καρδιακό ρυθμό – μάλιστα παιδιά που βιώνουν ρατσισμό φάνηκε να εμφανίζουν υψηλότερη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση.
Φλεγμονή και ψυχοπαθολογία
Το στρες εξ απαλών ονύχων «γεννά» και φλεγμονή η οποία, ως γνωστόν, συνδέεται με μυριάδες προβλήματα, όχι μόνο σωματικής αλλά και ψυχικής υγείας. Αν και οι ερευνητές επεσήμαναν ότι λίγες μόνο μελέτες σε παιδιά συνδέουν τη φλεγμονή με μελλοντική ψυχοπαθολογία, τρεις μελέτες σε εφήβους οι οποίες αναλύθηκαν, έδειξαν ότι η φλεγμονή συνδέεται με μελλοντικά καταθλιπτικά συμπτώματα. Από άλλη μελέτη προέκυψε ότι το στρες στην παιδική ηλικία σχετίζεται με υψηλότερες συγκεντρώσεις πρωτεϊνών που σχετίζονται με τη φλεγμονή.
Η έκθεση των παιδιών σε στρεσογόνους παράγοντες οδηγεί και σε επιγενετικές αλλαγές – μοριακές αλλαγές οι οποίες μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τροποποιήσεις της γονιδιακής δραστηριότητας και των κυτταρικών λειτουργιών, χωρίς όμως να αλλάζει το DNA του οργανισμού.
Οπως μάλιστα υπογράμμισε η καθηγήτρια Μπους «οι επιγενετικές αυτές αλλαγές είναι κληρονομικές και αποτελούν βιολογικό μηχανισμό μεταφοράς των επιδράσεων του στρες από τη μια γενιά στην επόμενη. Επιπροσθέτως η έκθεση του εμβρύου σε στρες μέσα στη μήτρα φαίνεται να επηρεάζει τους επιγενετικούς δείκτες των νεογέννητων».
Μελέτες που αναλύθηκαν στο πλαίσιο της ανασκόπησης έδειξαν ότι, με βάση τα επιγενετικά ρολόγια αλλά και το μήκος των τελομερών (των άκρων των χρωμοσωμάτων), η έκθεση σε στρες των παιδιών επιταχύνει τη βιολογική γήρανση – για παράδειγμα, συμβάλλει μεταξύ άλλων στην πρώιμη ήβη.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά, ωστόσο προκύπτει το εύλογο ερώτημα. Στον γεμάτο στρεσογόνους παράγοντες σύγχρονο κόσμο μας θα αντιδράσουν όλα τα παιδιά το ίδιο στην έκθεση στο στρες; Οχι, είναι η απάντηση.
«Υπάρχουν κατ’ αρχάς ατομικές διαφορές στην αντίδραση του οργανισμού στο στρες – ένα παράδειγμα είναι η “αντίδραση μάχης ή φυγής” του καθενός, ένας βιολογικός μηχανισμός που οδηγεί σε αυτόματη ενστικτώδη αντίδραση απέναντι στο έντονο στρες προετοιμάζοντας είτε για μάχη είτε για φυγή. Επιπλέον, η ικανότητα αυτορρύθμισης σε συνθήκες στρες, όπως η ικανότητα του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος να ενεργοποιείται και να επιφέρει την ηρεμία, διαφέρει μεταξύ ανθρώπων, όπως και οι συμπεριφορικές δεξιότητες που χρησιμοποιεί ο καθένας για να ηρεμεί».
Στοργή και πολιτική βούληση
Υπάρχουν όμως και καθοριστικοί εξωγενείς παράγοντες που μπορούν να κάνουν τη διαφορά στη διαχείριση του στρες των παιδιών. «Ενας στοργικός γονέας που δημιουργεί ασφάλεια ή ένας υποστηρικτικός δάσκαλος ή προπονητής μπορεί να δράσει καθοριστικά και να αποτρέψει τις μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες του στρες στην ψυχική και σωματική υγεία των παιδιών» τόνισε η δρ Μπους.
Για αυτό και, κατά την καθηγήτρια, απαιτούνται άμεσα συντονισμένες προσπάθειες ενίσχυσης των δεσμών γονέων και παιδιών, καθώς και ενίσχυσης της ψυχικής υγείας των ενηλίκων αλλά και των παιδιών κατά την προγεννητική και τη μεταγεννητική περίοδο.
«Τέτοιες προσπάθειες μπορούν να έχουν βαθιά επίδραση. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια μελέτη μας παρείχαμε ψυχοθεραπεία σε μητέρες και παιδιά που είχαν υποστεί μεγάλο τραύμα, όπως η ενδοοικογενειακή βία. Είδαμε ότι η θεραπεία βελτίωσε τα προβλήματα ψυχικής υγείας τους αλλά παράλληλα επιβράδυνε τα βιολογικά σημάδια επιτάχυνσης της γήρανσης στα παιδιά. Αυτό δείχνει ότι εξατομικευμένες παρεμβάσεις μπορούν να δράσουν προληπτικά ενάντια στον κίνδυνο νόσων που συνδέονται με μεγάλα τραύματα κατά την παιδική ηλικία».
Και βέβαια απαιτούνται πολιτικές που θα ενισχύουν την ασφάλεια, την παιδεία, την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη και την οικονομική σταθερότητα των πολιτών, υπογραμμίζεται στη μετα-ανάλυση. «Δεν τίθεται πλέον το ερώτημα αν το στρες μπορεί να έχει μακροπρόθεσμη επίδραση στα παιδιά. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν θα χρησιμοποιήσουμε τα εργαλεία που έχουμε στα χέρια μας και τα οποία μπορούν να βοηθήσουν άμεσα τα παιδιά αλλά να έχουν και μακροπρόθεσμη επίδραση στη ζωή τους» κατέληξε η καθηγήτρια Μπους. Πρέπει να προσέχουμε (τα παιδιά) για να έχουμε (όλοι μας ως μονάδες και κοινωνίες) ένα υγιές μέλλον.
Συμβουλές προς γονείς και εκπαιδευτικούς
Μια συμβουλή-βάλσαμο αλλά και προτροπή έστειλε προς τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς η καθηγήτρια Μπους: «Εκείνο το οποίο θέλω να τονίσω, κυρίως προς τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, είναι ότι οι αντιξοότητες και το χρόνιο στρες δεν αποτελούν πεπρωμένο. Ολα τα παιδιά θα εκτεθούν σε στρεσογόνους παράγοντες και όλοι οι άνθρωποι είναι πολύ προσαρμόσιμοι – μπορούν να ξεπεράσουν τις αντιξοότητες και να αναπτυχθούν με σημαντικούς τρόπους.
Ενα είναι αυτό που πρέπει να κάνετε: Να εξασφαλίσετε ότι τα παιδιά σας γνωρίζουν πως νοιάζεστε για αυτά και τότε η σχέση σας θα γίνει μια ισχυρή πηγή πρόληψης και παρέμβασης. Εχουμε εξελιχθεί ώστε να νιώθουμε προστατευμένοι μέσα σε στοργικές σχέσεις οι οποίες αποτελούν τον κύριο δείκτη πρόβλεψης της ευζωίας των παιδιών μετά την έκθεσή τους σε στρεσογόνους παράγοντες. Και αν νιώθετε και εσείς αδύναμοι αναζητήστε βοήθεια!».






