Κατά την πανδημία της COVID-19, κυρίως στην Ινδία αλλά και σε άλλες χώρες (συμπεριλαμβανομένης της δικής μας), εμφανίστηκαν, μετά τη λοίμωξη με τον κορωνοϊό SARS-CoV-2, περιπτώσεις μιας άλλης, πιο φονικής, μυκητιασικής αυτή τη φορά, λοίμωξης.
Πρόκειται για τη μουκορμύκωση (ή μουκορμυκητίαση), η οποία μπορεί στους περισσότερους να είναι παντελώς άγνωστη, όμως τη γνωρίζουν καλά ως υπαρκτό σοβαρό κίνδυνο οι ειδικοί που παρακολουθούν ασθενείς με καρκίνο, με αιματολογικά νοσήματα, με μεταβολικές διαταραχές όπως ο διαβήτης, με υποθρεψία, με ανοσοκαταστολή αλλά και με σοβαρή COVID-19.
Η μουκορμύκωση που αποκαλείται και «μαύρος μύκητας», ακριβώς επειδή κάνει το δέρμα να μαυρίζει, είναι μια μη μεταδοτική λοίμωξη, της οποίας η θνητότητα φθάνει ως και το 50%. Εμφανίζεται όταν σπόρια μυκήτων που ανήκουν στην τάξη Μucormycetes εισπνέονται ή διεισδύουν στο σώμα μέσω κάποιας ανοιχτής πληγής – οι μύκητες αυτοί εντοπίζονται συχνά στο περιβάλλον, ωστόσο δεν προκαλούν λοίμωξη σε όλους τους ανθρώπους, παρά μόνο σε ομάδες του πληθυσμού με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα.
Τα παθογόνα εκλύουν μια τοξίνη που σκοτώνει τους περιβάλλοντες ιστούς και προσβάλλουν συνήθως τα ιγμόρεια, τους πνεύμονες, τα μάτια και τον εγκέφαλο – απαιτείται ταχεία διάγνωση της μουκορμύκωσης προκειμένου να υπάρξει και έγκαιρη αντιμετώπισή της με αντιμυκητιασικά φάρμακα.
Παγκόσμια συνεργασία
Ωστόσο αυτή η ταχεία διάγνωση δεν επιτυγχάνεται πάντα καθώς ως σήμερα η μουκορμύκωση αποτελούσε για τους ειδικούς μια λοίμωξη «μυστήριο», μια νόσο που τους κρατούσε σε μεγάλο βαθμό σε (μαύρο) σκοτάδι σε ό,τι αφορά τους μηχανισμούς εμφάνισής της. Τώρα όμως μια νέα μελέτη με ισχυρή ελληνική «υπογραφή», η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature», έρχεται να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα συνδέοντας την αλβουμίνη, την πρωτεΐνη που εντοπίζεται σε μεγαλύτερη αφθονία στο αίμα μας, με την εμφάνιση της λοίμωξης.
Οπως εξήγησε στο ΒΗΜΑ-Science ο επιβλέπων της μελέτης, καθηγητής Κλινικής Μικροβιολογίας και Μικροβιακής Παθογένεσης στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεργαζόμενος ερευνητής στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ) δρ Γεώργιος Χαμηλός, αποφάσισε να καταπιαστεί με τον συγκεκριμένο μύκητα πριν από χρόνια όταν εργαζόταν στο Κέντρο MD Anderson για τον Καρκίνο στο Τέξας και ερχόταν αντιμέτωπος με αρκετά περιστατικά μουκορμύκωσης σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες.
Συστηματική δουλειά επί σχεδόν μία δεκαετία και στην πορεία δημιουργία μιας μεγάλης ερευνητικής ομάδας από πολλές χώρες (συμμετέχει επίσης η ομάδα του καθηγητή Αρη Ηλιόπουλου καθώς και του καθηγητή Ευστάθιου Καστρίτη από το ΕΚΠΑ αλλά και ομάδες από την Ινδία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Ισπανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Βέλγιο, την Πορτογαλία, τη Γερμανία) ήταν τα «συστατικά» που αποκάλυψαν τα «μυστικά» της μουκορμύκωσης.
Ο ρόλος της αλβουμίνης
Και ποια ήταν αυτά τα μυστικά; Να σημειώσουμε κατ’ αρχάς ότι η ομάδα του δρος Χαμηλού «πάτησε» αρχικώς σε μια παρατήρηση που είχαν κάνει επιστήμονες πριν από δεκαετίες, οι οποίοι είχαν δει ότι ορός του αίματος υγιών ατόμων ανέστελλε την ανάπτυξη των μουκορμυκήτων σε κυτταρικές καλλιέργειες, κάτι που δεν ίσχυε σε ό,τι αφορούσε τον ορό του αίματος ασθενών με τη λοίμωξη. «Θελήσαμε λοιπόν να δούμε γιατί συμβαίνει αυτό».
Και έτσι τώρα οι ερευνητές έδωσαν την απάντηση στο γιατί – μια απάντηση που έχει στο επίκεντρό της την αλβουμίνη, αυτή την κοινή πρωτεΐνη του αίματος που είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά πολλών και διαφορετικών μορίων και συμβάλλει στη διατήρηση της οσμωτικής πίεσης στα αιμοφόρα αγγεία. «Οταν αφαιρέσαμε την αλβουμίνη από δείγματα αίματος υγιών ατόμων, εμφανίστηκε μεγάλη ανάπτυξη των μουκορμυκήτων. Και όταν τροποποιήσαμε γενετικώς ποντίκια ώστε να μην παράγουν αλβουμίνη, τα πειραματόζωα αυτά φάνηκε να είναι πολύ πιο ευάλωτα στη μουκορμύκωση σε σύγκριση με άλλα που παρήγαγαν την πρωτεΐνη. Πραγματοποιήσαμε μάλιστα συγκριτική ανάλυση και είδαμε ότι η έλλειψη αλβουμίνης δεν επιδρούσε στην εμφάνιση άλλων μυκητιασικών λοιμώξεων» περιέγραψε ο δρ Χαμηλός και προσέθεσε ότι όταν η ερευνητική ομάδα εισήγαγε αλβουμίνη στο αίμα των γενετικώς τροποποιημένων ποντικιών, εκείνα έγιναν πολύ πιο ανθεκτικά στη μουκορμύκωση.
Τελικώς οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς με μουκορμυκητίαση εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα αλβουμίνης σε σύγκριση με ασθενείς που πάσχουν από άλλες διηθητικές μυκητιάσεις καθώς και ότι η σοβαρή υποαλβουμιναιμία αποτελεί τον ισχυρότερο προγνωστικό δείκτη για την κακή έκβαση της νόσου.
Βιοδείκτες και κλινικές μελέτες
Πώς αυτή η νέα γνώση μπορεί να μετουσιωθεί σε πράξη; ρωτήσαμε τον καθηγητή Χαμηλό. «Κατ’ αρχάς η ανακάλυψή μας μπορεί να προσφέρει έναν βιοδείκτη με βάση τα επίπεδα αλβουμίνης στο αίμα για την ταχεία διάγνωση της μουκορμύκωσης – σήμερα δεν υπάρχουν ειδικοί βιοδείκτες για τον εντοπισμό της συγκεκριμένης λοίμωξης, με αποτέλεσμα συχνά να μπερδεύεται με άλλες μυκητιάσεις όπως η ασπεργίλλωση. Ετσι καθυστερεί η έναρξη ειδικής θεραπείας και αυξάνεται σημαντικά η θνητότητα της νόσου».
Παράλληλα τα καινούργια ευρήματα ανοίγουν τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων θεραπειών ενάντια στη λοίμωξη. Οπως μάλιστα μας πληροφόρησε ο καθηγητής, η ομάδα σε συνεργασία με Κέντρο Αναφοράς στο εξωτερικό ετοιμάζει μια κλινική μελέτη φάσης 2, στην οποία θα συμμετάσχουν ασθενείς με αιματολογικούς καρκίνους και χαμηλά επίπεδα αλβουμίνης. Οι μισοί από τους ασθενείς θα λάβουν αλβουμίνη και οι ερευνητές θα εξετάσουν αν ο ορός του αίματός τους έχει καλύτερη απόκριση ενάντια στους μύκητες σε σύγκριση με τον ορό ασθενών που δεν θα λάβουν την πρωτεΐνη. «Η μελέτη έχει σχεδιαστεί να ”τρέξει” στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λουβέν στο Βέλγιο και έχει λάβει έγκριση από την επιτροπή ηθικής, ωστόσο δεν βρίσκουμε χρηματοδότηση για τη διεξαγωγή της καθώς οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες δεν δείχνουν ενδιαφέρον. Ετσι έχουμε στραφεί σε ιδρύματα για χρηματοδότηση».
Κλείνοντας ο καθηγητής Χαμηλός θέλησε να τονίσει ότι αυτή η μελέτη που αποτελεί χαρακτηριστικότατο παράδειγμα του «η ισχύς εν τη ενώσει» (με τους νέους ερευνητές να αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της) αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη σημασία της βασικής έρευνας για την εξαγωγή αποτελεσμάτων που μπορούν τελικώς να αφήσουν θετικό αποτύπωμα στη ζωή πολλών ασθενών. «Η βασική έρευνα στη χώρα μας υποχρηματοδοτείται ενώ είναι επείγουσα η ανάγκη διασφάλισης αξιοκρατικών μηχανισμών αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων. Ελλείψει των ανωτέρω, πολλά νέα παιδιά που έχουν ταχθεί στην επιστήμη αναγκάζονται να ”προσφέρουν” τα λαμπρά μυαλά τους στο εξωτερικό. Αν δεν επενδύσουμε στη βασική έρευνα στη χώρα μας είναι σαν να μην επενδύουμε στο μέλλον της ίδιας της χώρας». Και τότε… μαύρος μύκητας που μας έφαγε (γενικώς).
Ο αντιμυκητιασικός μηχανισμός δράσης
Στο πλαίσιο των πειραμάτων τους οι ερευνητές – σε αυτό το σημείο ο δρ Χαμηλός έκανε ειδική αναφορά στους τρεις πρώτους συγγραφείς της μελέτης Αντώνη Πίκουλα, Ιωάννη Μοριανό και Βασίλη Νιδρή του Πανεπιστημίου Κρήτης που έφεραν εις πέρας τον μεγαλύτερο όγκο των πειραμάτων – έριξαν φως στον τρόπο με τον οποίο η αλβουμίνη αναστέλλει την ανάπτυξη του μαύρου μύκητα. Οπως είδαν, καθοριστικός στη διαδικασία είναι ο ρόλος των ελεύθερων λιπαρών οξέων, πολλά εκ των οποίων είναι γνωστό ότι παίζουν ρόλο στην άμυνα του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα μικρά αυτά μόρια προσδένονται στην αλβουμίνη, η οποία αποτρέπει την οξείδωσή τους και τους επιτρέπει να διεισδύσουν στον μύκητα και να «βάλουν φρένο» στην ενεργοποίηση γονιδίων απαραίτητων για την ανάπτυξή του και την παραγωγή της επικίνδυνης τοξίνης του. Με αυτόν τον τρόπο ο μύκητας τελικώς… καθίσταται άοπλος.



