Το νησί της Λέσβου, το τρίτο μεγαλύτερο του ελληνικού αρχιπελάγους και το όγδοο σε μέγεθος στη Μεσόγειο Θάλασσα, δεν αποτελεί μόνο έναν δημοφιλή πόλο έλξης χιλιάδων τουριστών ετησίως χάρη στην εντυπωσιακή ακτογραμμή του και το ξακουστό φαγητό του. Κρύβει επίσης ένα «μωσαϊκό» βλάστησης του οποίου τα πευκοδάση αποτελούν «κυριολεκτικώς» την καρδιά αφού… ζουν και αναπνέουν στο κέντρο του νησιού. Και είναι αξιοσημείωτο ότι τα πευκοδάση της Λέσβου, στα οποία κυριαρχεί η τραχεία πεύκη (Pinus brutia), με τη μαύρη πεύκη (Pinus nigra) να ακολουθεί, καλύπτουν μια περιοχή περισσότερων από 320 τετραγωνικών χιλιομέτρων – μάλιστα το νησί διαθέτει το μεγαλύτερο δάσος τραχείας πεύκης του Αιγαίου με έκταση που αγγίζει τα 220 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Αυτός ο πολύτιμος φυσικός θησαυρός κινδύνευσε όμως την περίοδο 2021-2023 εξαιτίας μιας τεράστιας «επιδρομής» φλοιοφάγων εντόμων τα οποία «κατατρώνε» τα πεύκα και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Και μια ομάδα του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου ήταν εκεί για να καταγράψει τα πώς και τα γιατί της… εναέριας επίθεσης, πραγματοποιώντας μια εξονυχιστική μελέτη σε αυτό το «φυσικό κλειστό νησιωτικό εργαστήριο», την πρώτη τόσο συστηματική και ευρεία μελέτη σε πευκοδάση της νησιωτικής χώρας μας η οποία δημοσιεύθηκε προσφάτως στο επιστημονικό περιοδικό «Environmental Impact Assessment Review». Μια μελέτη που έδειξε ότι πίσω από τους «φτερωτούς επιδρομείς» πιθανότατα κρύβεται η αλλαγή του κλίματος της οποίας (και) τα δάση, οι φυσικοί πνεύμονες του πλανήτη μας που σε μεγάλο βαθμό ορίζουν και τις δικές μας ανάσες, πέφτουν ολοένα και συχνότερα θύματα.

Εξονυχιστική μελέτη

Οταν μιλάμε για εξονυχιστική μελέτη το εννοούμε. Οπως εξηγεί στο ΒΗΜΑ-Science ο πρώτος συγγραφέας της, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου δρ Ιωάννης Ζευγώλης, «η έρευνά μας βασίστηκε σε μια πολυεπίπεδη μεθοδολογική προσέγγιση, συνδυάζοντας δορυφορική τηλεπισκόπηση, συστηματική επιτόπια δειγματοληψία, χωρικές στατιστικές αναλύσεις και μοντέλα πρόβλεψης της θνησιμότητας των πεύκων. Αρχικά αναλύσαμε δορυφορικά δεδομένα για την περίοδο 2020-2023, αξιοποιώντας κατάλληλους φασματικούς δείκτες βλάστησης, προκειμένου να ποσοτικοποιήσουμε χωρικά τη μεταβολή της φυσιολογικής κατάστασης των πεύκων σε ολόκληρη τη Λέσβο. Ακολούθησαν 75 επιτόπιες δειγματοληψίες κατά τις οποίες καταγράφηκαν 1.707 προσβεβλημένα άτομα τραχείας πεύκης. Η διάγνωση της προσβολής βασίστηκε σε σαφώς καθορισμένα κριτήρια: παρουσία στοών κάτω από τον φλοιό, οπές εισόδου/εξόδου, ροή ρητίνης (ένδειξη ενεργοποίησης αμυντικών μηχανισμών των πεύκων) και εκτεταμένη αποξήρανση κόμης».

Η επιτόπια αυτή έρευνα έδειξε τον «ένοχο» για τη θνησιμότητα των πεύκων, που δεν ήταν άλλος από τα φλοιοφάγα έντομα. Ο κύριος συγγραφέας της νέας μελέτης, καθηγητής Λειτουργικής Οικολογίας στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, σημειώνει ότι «η πληθυσμιακή αύξηση των φλοιοφάγων εντόμων που παρατηρήθηκε στη Λέσβο μεταξύ του 2021 και του 2023 δεν συνδεόταν με την εμφάνιση ξενικών ειδών εντόμων. Σύμφωνα με τον δρα Δημήτρη Αβτζή, διευθυντή Ερευνών στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, με τον οποίο συνεργαστήκαμε στο πλαίσιο της μελέτης μας, τα πευκοδάση του νησιού φιλοξενούν μία πληθώρα γηγενών ειδών φλοιοφάγων εντόμων, όπως είδη των γενών Tomicus, Orthotomicus, Hylastes, Hylurgus, Crypturgus και Xyleborus, τα οποία αποτελούν τμήμα της εντομοπανίδας των μεσογειακών δασών».

Πληθυσμιακή έξαρση

Αφού λοιπόν η πηγή της «γενικευμένης επίθεσης» στα πεύκα δεν ήταν εξωγενής, ποια ήταν; Ο καθηγητής Δημητρακόπουλος διευκρινίζει ότι «τα φλοιοφάγα έντομα αποτελούν συστατικό στοιχείο των μεσογειακών πευκοδασών και διατηρούν σταθερούς πληθυσμούς ακόμη και εκτός περιόδων έξαρσης. Υπό φυσιολογικές συνθήκες διατηρούν χαμηλές πληθυσμιακές πυκνότητες και προσβάλλουν κυρίως εξασθενημένα ή καταπονημένα δέντρα. Ωστόσο, όταν συνδυάζονται παράγοντες όπως παρατεταμένη θερινή ξηρασία, ήπιοι χειμώνες, αυξημένο θερμικό φορτίο, μικρό βάθος εδάφους και φυσιολογική καταπόνηση των δέντρων, είναι δυνατόν να εμφανιστούν πληθυσμιακές εξάρσεις».

Ετσι η έξαρση των φλοιοφάγων εντόμων που κατεγράφη στα πεύκα της Λέσβου αποδόθηκε στον συνδυασμό δυσμενών για τα δέντρα και ευνοϊκών για τα έντομα περιβαλλοντικών συνθηκών. «Η παρατεταμένη θερινή ξηρασία συνδυαστικά με ηπιότερες θερμοκρασίες κατά τη χειμερινή περίοδο περιόρισαν την ικανότητα των πεύκων να ενεργοποιούν αποτελεσματικά τις άμυνές τους. Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες επιτάχυναν τον κύκλο ζωής των εντόμων, αύξησαν τον αριθμό γενεών ανά έτος και ενίσχυσαν την επιβίωση των ενήλικων ατόμων, οδηγώντας σε ταχύτερη πληθυσμιακή αύξηση. Συνεπώς, η κλιματική κρίση φαίνεται ότι λειτούργησε καταλυτικά στην ενίσχυση της δυναμικής του φαινομένου» υπογραμμίζει ο καθηγητής.

Ανάκαμψη υπό προϋποθέσεις

Και τι σημαίνει στο δια ταύτα για τα δέντρα η «έκρηξη» του πληθυσμού των φλοιοφάγων εντόμων; Ο δρ Δημητρακόπουλος περιγράφει ότι «σε επίπεδο μεμονωμένων δέντρων, όταν η προσβολή είναι εκτεταμένη και έχει προκληθεί νέκρωση του αγγειακού ιστού, το δέντρο αδυνατεί να ανακάμψει με αποτέλεσμα την ολική νέκρωσή του. Η έγκαιρη υλοτομία και ο χειρισμός των νεκρών ή έντονα προσβεβλημένων δέντρων, σύμφωνα με τις αρχές της φυτοπαθολογίας, μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά, περιορίζοντας τη διαθεσιμότητα κατάλληλου υποστρώματος για περαιτέρω ανάπτυξη των πληθυσμών των φλοιοφάγων εντόμων. Σε αυτή την περίπτωση, εφόσον διατηρείται ικανός αριθμός ζωντανών δέντρων και δεν ακολουθήσουν πρόσθετες διαταραχές (π.χ. πυρκαγιά ή επαναλαμβανόμενη ξηρασία), η ανάκαμψη του οικοσυστήματος είναι εφικτή. Ο χρονικός ορίζοντας της ανάκαμψης εξαρτάται από την ένταση της προσβολής και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά στα μεσογειακά πευκοδάση εκτιμάται ότι απαιτούνται μερικές δεκαετίες για την πλήρη επαναφορά της δομής και λειτουργίας της συστάδας».

Αυτή την περίοδο, όπως μας ενημερώνουν οι δύο επιστήμονες, τα δεδομένα που συνεχίζουν να συλλέγουν δείχνουν ότι η φάση της πληθυσμιακής έξαρσης των φλοιοφάγων εντόμων έχει πλέον υποχωρήσει. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι το φαινόμενο έχει εκλείψει.«Το δασικό οικοσύστημα παραμένει δυνητικά ευάλωτο. Η επανεμφάνιση αντίστοιχων κλιματικών συνθηκών θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα επεισόδια προσβολής, ιδίως σε συστάδες που έχουν ήδη υποστεί καταπόνηση» επισημαίνει ο δρ Ζευγώλης. Και μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο υπαρκτός είναι αυτός ο κίνδυνος δεδομένου ότι όλοι βιώνουμε το συνεχές και εντεινόμενο «αποτύπωμα» της κλιματικής αλλαγής, όπου και αν ζούμε στην Ελλάδα.

Προγνωστικό μοντέλο

Για αυτό και η ερευνητική ομάδα συνεχίζει αυτή τη στιγμή την παρακολούθηση των δασών της Λέσβου. «Σε συνεργασία με τον δρα Αβτζή έχουμε εγκαταστήσει παγίδες παρακολούθησης για την καταγραφή της πληθυσμιακής δυναμικής των φλοιοφάγων εντόμων. Η συστηματική καταγραφή επιτρέπει την εκτίμηση των διακυμάνσεων των πληθυσμών και την έγκαιρη ανίχνευση πιθανών νέων εξάρσεων. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη ερευνητικές εργασίες σε επίπεδο δέντρων, με στόχο τη διερεύνηση της φυσιολογικής κατάστασης και των παραγόντων που επηρεάζουν την ευπάθεια των πεύκων στην προσβολή ενώ αξιολογούμε και την ανάκαμψη των συστάδων από την προηγούμενη προσβολή την οποία υπέστησαν» αναφέρει ο καθηγητής Δημητρακόπουλος.

Κοιτώντας προς το (ολοένα και πιο θερμό) μέλλον οι ερευνητές ανέπτυξαν, στο πλαίσιο της μελέτης τους, και ένα προγνωστικό μοντέλο για την εκτίμηση της πιθανότητας νέας προσβολής των δασών της Λέσβου. «Στόχος μας ήταν η αποτύπωση της δυνητικής ευπάθειας των δασικών συστάδων υπό συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες, ενσωματώνοντας κλιματικές, τοπογραφικές και εδαφικές μεταβλητές, καθώς και χαρακτηριστικά της δομής των δασικών συστάδων» επισημαίνει ο δρ Ζευγώλης και συμπληρώνει ότι από το μοντέλο αυτό προέκυψαν οι πιο ευάλωτες για προσβολή δασικές περιοχές (και αυτές, όπως φαίνεται και στον σχετικό χάρτη που σας παρουσιάζουμε, δεν είναι λίγες). Συνολικά οι ερευνητές διείσδυσαν στα πώς και τα γιατί της πρόσφατης καταστροφής των πεύκων του νησιού με τρόπο τόσο βαθύ, ευρύ και συστηματικό όσο ποτέ ξανά στη νησιωτική χώρα μας δίνοντας παράδειγμα και για τις μελέτες του μέλλοντος.

Ευρύτερο πρόβλημα

Τα φλοιοφάγα έντομα όμως και η πληθυσμιακή έξαρσή τους ελέω της κλιματικής κρίσης δεν αποτελούν μόνο «πονοκέφαλο» για τη Λέσβο αλλά για ολόκληρη την Ελλάδα και τα δάση της. Οι δύο ερευνητές σημειώνουν ότι τα φλοιοφάγα έντομα αποτελούν τμήμα της εντομοπανίδας όλων των ελληνικών δασών, τόσο των κωνοφόρων (συμπεριλαμβανομένων των πευκοδασών) όσο και των πλατυφύλλων. «Για παράδειγμα, πρόσφατα έχουν παρατηρηθεί νεκρώσεις στα ελατοδάση της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Συνεπώς, η παρουσία των φλοιοφάγων εντόμων δεν αποτελεί τοπικό ή μεμονωμένο φαινόμενο. Ωστόσο, η εμφάνιση πληθυσμιακών εξάρσεων δεν είναι ομοιόμορφη ούτε ταυτόχρονη σε όλα τα δασικά συστήματα της χώρας. Η εκδήλωση έντονης προσβολής εξαρτάται από συνδυασμό παραγόντων, όπως η φυσιολογική κατάσταση των δέντρων, η ηλικιακή και χωρική δομή των συστάδων, οι κλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής και το ιστορικό προγενέστερων διαταραχών. Περιοχές που υφίστανται αυξημένη θερμική καταπόνηση ή παρατεταμένες περιόδους υδατικού στρες ενδέχεται να εμφανίζουν μεγαλύτερη ευπάθεια».

Και βέβαια τα φλοιοφάγα έντομα και η κλιματική κρίση που τα «τρέφει» δεν γνωρίζουν σύνορα. Εξ ου και έχουν επιτελέσει το «θανάσιμο» έργο τους τόσο σε δάση της Ευρώπης όσο και της Αμερικής. Ο δρ Ζευγώλης επισημαίνει ότι «στη Βόρεια Αμερική και στην Κεντρική Ευρώπη, μαζικές προσβολές ειδών όπως τα Dendroctonus ponderosae και Ips typographus έχουν προκαλέσει εκτεταμένη θνησιμότητα δέντρων σε εκατομμύρια εκτάρια, αναδιαμορφώνοντας τη δομή των δασών και επηρεάζοντας καίριες οικολογικές διεργασίες».