Στη στενωπό της σκανδαλολογίας εισέρχεται εκ νέου η κυβέρνηση μετά την καθαρογραφή της απόφασης για την καταδίκη των τεσσάρων κατηγορουμένων για τη διακίνηση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Τα νέα δεδομένα συμπληρώνουν και οι δηλώσεις του ιδιοκτήτη της εταιρείας Intellexa Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος στέλνει πολλαπλά μηνύματα στην κυβέρνηση ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θα γίνει αποδιοπομπαίος τράγος, προϊδεάζοντας για αποκαλύψεις.

Η υπόθεση των υποκλοπών προκαλεί τριγμούς στο κυβερνητικό επιτελείο. Τα πολλά κενά και η πλημμελής, όπως φάνηκε από τη δικαστική απόφαση, διερεύνησή της δημιουργούν προβλήματα τέτοιας έκτασης ώστε ακόμα και προβεβλημένοι υπουργοί σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις παραδέχονται ότι στο κακό σενάριο μπορεί να προκαλέσουν «ανεπανόρθωτη ζημιά».

Το πρώτο ζήτημα δημιουργείται από την πρόσφατη καταδικαστική απόφαση για τους κατηγορούμενους ιδιοκτήτες της εταιρείας που πωλεί το Predator, της Intellexa, καθώς από το σκεπτικό της φαίνεται πώς υπάρχει έγκλημα, αλλά χωρίς ηθικό αυτουργό. Ταυτόχρονα οι δικαστές εντοπίζουν ενδείξεις ότι μπορεί να υπάρχει δίαυλος μεταξύ των ιδιωτών και της κρατικής ΕΥΠ, οι οποίες θα διερευνηθούν πλέον, αφού μετά την απόφαση ανοίγει ο δρόμος για την πραγματοποίηση νέων ερευνών, με πρώτη τη διερεύνηση του αδικήματος της απόπειρας κατασκοπείας.

Για την κυβέρνηση εξακολουθεί να ισχύει η γραμμή που ακολούθησε όλο αυτό το διάστημα ότι εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη και τις αποφάσεις της, στις οποίες περιλαμβάνεται και το πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση. Σε αυτό γίνεται αποσύνδεση της όποιας εμπλοκής στην υπόθεση κρατικών λειτουργών ή πολιτικών προσώπων.

Μέσα από αυτή την επιχειρηματολογία, οι επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου επιχειρούν να βγάλουν τον πυρήνα της κυβέρνησης εκτός του κάδρου των ευθυνών. Επιπλέον, στο ερώτημα αν η κυβέρνηση επιθυμεί να μάθει ποιοι ήταν εκείνοι που, εν αγνοία του Πρωθυπουργού, παρακολουθούσαν υψηλόβαθμους αξιωματούχους της χώρας και για λογαριασμό ποιων, η απάντηση είναι ξερή: «Αυτά είναι δουλειά της Δικαιοσύνης, την οποία και εμπιστευόμαστε απόλυτα».

Υπουργοί οι οποίοι βρίσκονται στη λίστα των προσώπων που δέχθηκαν στα τηλέφωνά τους το κακόβουλο λογισμικό, και οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν έχουν υποβάλει μηνύσεις, δεν βρίσκονται στην ίδια σελίδα με το επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου. Σε επικοινωνία που είχε το «Βήμα» με ορισμένους από αυτούς διαπίστωσε ότι κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες ως προς τις αντιδράσεις τους.

Στην πρώτη, περιλαμβάνονται εκείνοι που δεν επιθυμούν ούτε καν να συζητούν την υπόθεση αυτή πέραν των πολύ στενών τους προσώπων υπό τον φόβο των διαρροών των απόψεών τους με πιθανή κατάληξη την Ηρώδου του Αττικού.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που συζητούν την υπόθεση ιδιωτικώς, ενώ δημοσίως εκφράζουν την επίσημη γραμμή για την εμπιστοσύνη τους στο έργο της Δικαιοσύνης. Μεταξύ αυτών υπάρχουν και ορισμένοι που ανησυχούν βαθιά για την εξέλιξη της υπόθεσης. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι είναι σοβαρό πολιτικό πρόβλημα να εμφανίζονται υπουργοί που χειρίζονται απόρρητες υποθέσεις ως παρακολουθούμενοι, και μάλιστα από άγνωστα μέχρι στιγμής κέντρα και να μην έχουν υποβληθεί εκ μέρους τους μηνύσεις. Κάποιοι άλλοι εξέφρασαν στο «Βήμα» την απορία τους «τι περισσότερο θα γινόταν εάν προσφεύγαμε κι εμείς στη Δικαιοσύνη;», μολονότι η πολιτική διάσταση μιας τέτοιας κίνησης είναι αυτονόητη.

Oσοι συζητήσουν ιδιωτικά για την υπόθεση, ομολογούν ότι «αυτή δεν είναι μία καλή εικόνα για την κυβέρνηση». Παράλληλα, παρατηρούν ότι θα πρέπει οι έρευνες να καταλήξουν και στους δράστες του εγκλήματος, αφού μέχρι σήμερα καταδικασμένοι είναι μόνο εκείνοι που κατέχουν και πωλούν το κακόβουλο λογισμικό. Η συζήτηση, αναπόφευκτα, μεταφέρεται και στο κατά πόσο οι ενδεχόμενες αρνητικές εξελίξεις για την κυβέρνηση από την έναρξη νέων ερευνών για την υπόθεση των υποκλοπών μπορούν να την τραυματίσουν σοβαρά, φτάνοντας και στο ακραίο σενάριο κλυδωνισμού της κυβερνητικής συνοχής. «Εάν πράγματι αποδειχθεί ότι υπάρχει διασύνδεση των κρατικών υπηρεσιών με τη χρήση του Predator θα υπάρξει σοβαρό πρόβλημα» εξηγεί υπουργός που έχει πέσει θύμα του Predator και προσθέτει: «Θα φανεί ότι η κυβέρνηση γνώριζε και ψευδόταν, αλλά και γιατί θα πρέπει μετά να εξηγηθεί πολιτικά ποιος ήταν ο λόγος που κάποιο επιτελείο έθεσε υπό παρακολούθηση τους μισούς υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς των Ενόπλων, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους».

Στο ερώτημα για το αν υπάρχουν πρόσωπα τα οποία προτίθενται στο προσεχές διάστημα να καταθέσουν μηνύσεις, φαίνεται ότι οι υπουργοί, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, δεν έχουν τέτοιες προθέσεις.