Την τελευταία ημέρα του Μάρτη, μία μέρα πριν από την Πρωταπριλιά – I see what you did there –, ο δήμος αποφάσισε να φτιάξει τον δρόμο στη γειτονιά μας. Τη νύχτα, ένα κομβόι φορτηγών, που έμοιαζαν να μεταφέρουν συντρίμμια διαστημόπλοιου στην Area 51, κατέκλυσαν τη γειτονιά και άρχισαν να ξύνουν και να σκάβουν. Οταν τελείωσαν τη βάρδια, ο δρόμος απέμεινε μια έκταση χαρακωμένης πίσσας, με λακκούβες εδώ και εκεί ή σωρούς από μπάζα και πατικωμένο χαρτοπολτό – από τα ενημερωτικά σημειώματα και τις ταινίες – να ενισχύουν την τρισδιάστατη αισθητική της καταστροφής. Φυσικά, την επομένη ξεκίνησε η καταιγίδα, με αποτέλεσμα να μην έρθει κανείς να σουλουπώσει λιγάκι τον δρόμο. Οι λακκούβες και οι αυλακιές γέμισαν λάσπη, ώσπου ήταν αδύνατο να δεις τι ακριβώς κρύβεται κάτω από τα νερά για να ξέρεις πού να πατήσεις.
Επιστρέφοντας το απόγευμα της Τετάρτης, αφού παρκάρω λίγα μίλια βόρεια από τη Μητέρα του Διαβόλου, προχωρώ προς τη γειτονιά μου, διακρίνοντας ήδη από απόσταση μια ασυνήθιστη συμφόρηση. Στην αρχή πίστεψα ότι τα οχήματα είχαν απλώς κολλήσει λόγω της βροχόπτωσης και της κατάστασης του οδοστρώματος. Πλησιάζοντας, όμως, κατάλαβα πως ο λόγος ήταν άλλος. Μια ηλικιωμένη γυναίκα είχε πέσει ακριβώς στη μέση του δρόμου με το κεφάλι, έχοντας ήδη πεντέξι ανθρώπους από πάνω της να προσπαθούν να τη βοηθήσουν. Μολονότι διατηρούσε τις αισθήσεις της, το κεφάλι της είχε πετάξει κάτι καρούμπαλα σαν του κερασφόρου Μωυσέως του Μικελάντζελο και αιμορραγούσε. Το μπαστουνάκι και το μικρό τσαντάκι με τα υπάρχοντά της – λίγα χρήματα και ένα χαρτί με σημειωμένα τα τηλέφωνα των οικείων της – παρατημένα καταγής κάπου πιο πέρα.
Θα αναρωτηθεί κανείς, κατ’ αρχάς, τι γύρευε μια ηλικιωμένη έξω σε αυτές τις καιρικές συνθήκες, διασχίζοντας έναν δρόμο σαν κι αυτόν. Ε, λοιπόν, η γυναίκα πήγε να φτιάξει καφέ, είπε, διαπίστωσε πως της σωνόταν και αποφάσισε να βγει στη γειτονιά, λίγα μέτρα πέρα από το σπίτι της, και να αγοράσει. Ναι, μες στην καταιγίδα. Ναι, πάνω σε έναν δρόμο που έμοιαζε βομβαρδισμένος και κάθε άλλο παρά κατάλληλος για να στηρίξεις πάνω του δυο λιανά ποδαράκια κι ένα μπαστούνι. Ναι, με τη συνήθειά της – όπως μας είπε σχεδόν δικαιολογούμενη για την πτώση της με ένα χαμόγελο που θα μπορούσε να σε κάνει να σπαράξεις – να ξεχνιέται και να σπινιάρει πού και πού, παρότι γνωρίζει ότι πρέπει να περπατάει αργά. Εξάλλου, αυτή η πονηρή ταχύτητα φταίει που, πριν ακόμα από την πτώση της, είχε μπλέξει τα πόδια της σε μια από τις προειδοποιητικές ταινίες που μαστίγωναν την πολύπαθη πίσσα λυτές από τον αέρα.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι, βεβαίως, ότι δεν θα έπρεπε να έχει βγει από το σπίτι. Μια σκέψη κοινή για όλες τις φορές που βλέπεις έναν ηλικιωμένο άνθρωπο στον δρόμο να βασανίζεται. Γιαγιάδες που ανεβοκατεβάζουν στα λεωφορεία καροτσάκια της λαϊκής, αρνούνται το παραχωρούμενο κάθισμα επειδή «σε δύο στάσεις κατεβαίνουν» (πάντα σε δύο στάσεις κατεβαίνουν) και στο πρώτο φρενάρισμα σκάνε με τους γλουτούς στο χιλιοπατημένο καουτσούκ του δαπέδου. Παππούδες που σκοντάφτουν στις κυλιόμενες σκάλες τερατωδών σουπερμάρκετ, κάποιες δεκάδες μέτρα πάνω από το έδαφος, επειδή τα πόδια τους δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν όσο γρήγορα χρειάζεται στο τελευταίο κινούμενο σκαλί. Ανθρωποι που βγαίνουν μόνοι στους δρόμους μιας εχθρικής μεγαλούπολης, που ούτως ή άλλως είναι σαν πίστα βίντεο γκέιμ, σέρνοντας σώματα πολύ δυσκίνητα για να αντεπεξέλθουν στις απαιτούμενες ταχύτητες, στις λακκούβες και στα διαλυμένα πεζοδρόμια, στα κατεστραμμένα φανάρια, στα πολυκαταστήματα που μοιάζουν με γυμναστήρια, στα αργά, παραγεμισμένα λεωφορεία δίχως ελεύθερα καθίσματα, δίχως λειτουργικά αυτοματοποιημένα συστήματα που αναγγέλλουν στάσεις, δίχως επαρκή ορατότητα του οδηγού, που απλώς πατάει κουμπιά για να κλείσει πόρτες, οι οποίες κάθε τόσο όλο και κάποια αργοκίνητα παΐδια θα μαγκώσουν.
Αλλά όποιος δεν ζει σε κάποια διαστημική αποικία αποκλειστικά για Νέους Και Ομορφους και έχει επαφή με ηλικιωμένους στο ευρύτερο περιβάλλον του, ξέρει πώς είναι. Οι άνθρωποι έχουν γενικά την πολύ κακή τάση να μη χώνονται σε τάφους από μόνοι τους μετά τα εξήντα. Θέλουν να βγαίνουν από το σπίτι τους, να πηγαίνουν στη λαϊκή, στο σουπερμάρκετ, στο καφενείο και στο αγαπημένο τους φαρμακείο, να κοντοστέκονται στο πεζοδρόμιο και να κουτσομπολεύουν με τους συνομήλικούς τους, να ρεμβάζουν στις στάσεις των λεωφορείων πιάνοντας μονολόγους που μπορεί να εξελιχθούν σε κουβέντα εάν το πιτσιρίκι στο οποίο απευθύνονται αποφασίσει να βγάλει τα ακουστικά από τα αφτιά, να κινούνται και να αυτοεξυπηρετούνται, τέλος πάντων. Και όσο πιο δύσκολο γίνεται να τα κάνουν όλα αυτά τόσο περισσότερο πεισμώνουν και μετά απολογούνται επειδή σπινιάρουν μες στη βροχή και γκρεμοτσακίζονται – ακόμα κι αν κάποιος δήμος έχει και αυτός το μερτικό του που άφησε έναν δρόμο βομβαρδισμένο μία μέρα πριν από μια προαναγγελλόμενη καταιγίδα.
Εδώ που τα λέμε, όμως, παίρνουν και αυτοί οι δόλιοι mixed signals, που λέμε. Πώς σου κάνει το τοξικό σου αίσθημα στα είκοσι-τόσα σου; Ετσι σου κάνουν και οι οικείοι σου στα εβδομήντα. Να βγαίνεις, μάνα/πατέρα, να περπατάς – αλλά να μη βγαίνεις να περπατάς γιατί θα κατασκοτωθείς σε τίποτα έργα του μετρό. Να έχεις φίλους, να μιλάς, μην κάθεσαι μπρος σε μια οθόνη τηλεόρασης όλη μέρα και σε φάει η άνοια χωρίς να την πάρουμε χαμπάρι – αλλά να μάθεις την οθόνη του υπερ-κινητού και να τους κάνεις βιντεοκλήση στο βάιμπερ, είναι ανάγκη να τους βλέπεις έξω; Οπότε εσύ, που διατηρείς ακόμη τη μυϊκή σου μνήμη από τότε που τα πόδια σου πετούσαν και δεν έχεις και όρεξη να μάθεις αυτά τα μαραφέτια που αποκαλούν σήμερα τηλέφωνα, τους αγνοείς όλους και κάνεις του κεφαλιού σου, απόφαση που συνήθως καταλήγει σε αξονική, αλλά δεν σε νοιάζει.
Η ζωή πολλές φορές καταλήγει σε στραπάτσα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έτσι δεν είναι; Βέβαια, καλά τα στραπάτσα, τα διδάγματα ή η αδρεναλίνη τους. Αλλά καμιά φορά σε πιάνει και το παράπονο. Εντάξει, εγώ δεν μπορώ να περπατήσω όπως παλιότερα και το παρακάνω, αλλά κι αυτή η πόλη, από τη μεριά της, δεν θα μπορούσε να γίνει λίγο πιο φιλική; Μήπως δεν αρκεί, όποτε οι συνθήκες δεν είναι ακριβώς τέλειες, να «περιορίζουμε τις μετακινήσεις μας», αλλά πρέπει κάποιος εκεί έξω να φροντίζει ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να μετακινούνται παρ’ όλα αυτά – ειδικά εκείνοι για τους οποίους η μετακίνηση, ενίοτε αυτή καθαυτήν, είναι κάτι σαν το τελευταίο πράγμα που τους συνδέει με την ιδιότητα του ανθρώπου;



