Τελικά, φαίνεται ότι λαϊκισμός και νεοφιλελευθερισμός είναι ένα και το αυτό… Τι νόμος Κατσέλη, τι νόμος Πιερρακάκη… Προστασία πρώτης κατοικίας οι μεν, προστασία πρώτης κατοικίας οι δε…

Μα δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Μετά την περίοδο της οικονομικής απίσχνασης πολλών πληθυσμιακών κατηγοριών λόγω της – ωσάν τη Λερναία Υδρα πολυκέφαλης (χρηματοοικονομικής, πανδημικής, εισοδηματικής, ενεργειακής, οικιστικής και πληθωριστικής) – κρίσης η μεταβίβαση δανειακών απαιτήσεων σε αποκτώσες οντότητες με έδρα το εξωτερικό και διαχειριστές πιστώσεων με έδρα την Ελλάδα οδήγησε στη μεγαλύτερη από τη μεταπολεμική περίοδο μεταβολή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Παράλληλα, προέκυψε ο σοβαρός για την κοινωνική ομαλότητα κίνδυνος απώλειας της κυριότητας της πρώτης κατοικίας, αλλά και της ίδιας της χρήσης αυτής για την εξυπηρέτηση της βιοτικής ανάγκης για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού.

Ανεξαρτήτως αν τα δικαστήρια υπερέτειναν την προστασία του νόμου Κατσέλη και στα «ξερά», δηλαδή και σε δολίως υπερχρεωμένους οφειλέτες, η αντικειμενική παρατήρηση συντείνει στο συμπέρασμα ότι διαπλάστηκε ένα ισχυρό πλέγμα προστασίας και για τα «χλωρά», τους δανειολήπτες που χρεώθηκαν, αδυνατώντας να προβλέψουν την απρόοπτη μεταβολή των περιουσιακών τους συνθηκών.

Και αν και εδώ και χρόνια, με την εισαγωγή του Κώδικα Αφερεγγυότητας το 2020 εξαγγέλθηκε – με σπουδή και συνεπώς πρόωρα – η κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, η νομικά σημαντική κοινωνικοοικονομική ανάγκη επιτάσσει την επαναφορά της. Είναι συνεπώς διόλου λαϊκιστική και προς την ορθή κατεύθυνση η προσφάτως διακηρυχθείσα πρόθεση του υπουργού Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup, όπως προβεί σε αναβάθμιση του – μάλλον ασθμαίνοντος έως σήμερα – θεσμού του εξωδικαστικού μηχανισμού, ώστε να συμπεριλάβει περιπτώσεις δανειοληπτών πάσης φύσεως, οι οποίοι μέσα από ένα σύνθεμα κριτηρίων θα απολαμβάνουν την αντίστοιχη με το παρελθόν προστασία.

Μια τέτοια δικαιοθετική επιλογή, αγαπητοί μου φίλοι της αγοράς, δεν είναι λαϊκισμός, είναι συνετή στάθμιση των συμφερόντων όλων των μετεχόντων σε αυτήν, τονώνει δε την κοινωνική συνοχή και καθαγιάζει τις γενόμενες μεταβιβάσεις δανειακών απαιτήσεων στη λαϊκή συνείδηση, εφόσον δεν θίγει τον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος στην ατομική ιδιοκτησία. Θα μπορούσε επίσης να προβλεφθεί ένα ειδικό δικαίωμα «υποχρεωτικής οίκησης» υπέρ των οφειλετών επί των ακινήτων τους, που λιμνάζουν αναξιοποίητα στους ισολογισμούς των funds, αλλά τούτο συνιστά μια τολμηρή πρόταση.

Εν κατακλείδι, παρά τα όσα κατά καιρούς τού καταλογίζουμε, έστω και εν όψει εκλογικών αναμετρήσεων, το πολιτικοοικονομικό μας σύστημα επέδειξε κοινωνικά αντανακλαστικά. Τούτο δε αποδεικνύεται από τους ελάχιστους πλειστηριασμούς και την πληθώρα ρυθμίσεων ιδιωτικών χρεών [σχέση 20/80] αναλογικά με το μέγεθος των «κόκκινων δανείων».

Ευτυχώς, τελικά, δεν γίναμε Ισπανία…

Ο κ. Δημήτριος Κ. Ρούσσης είναι επ. καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ.